+π+υ_Β+__Γ +γ+_+__Ε+__Δ_Η_Ξ_Β+__Γ_+Υ+__Ζ_Α_Ε+_+_+χ_2013

*****
Απ’την αρχή μέχρι τον πρόωρο θάνατό σου
η τρομερή ομορφιά επαγρυπνούσε
για σένα, όπως τους άλλους προσπερνούσε
η τύχη ή η ατυχία τους. Κι εμπρός σου
στεκόταν πάντα στου Λονδίνου τα χαράματα,
σε μια σελίδα μυθολογικού βιβλίου τυχαία,
ίσως στης μέρας τα απλόχερα οράματα,
σε μια φωνή, ένα βλέμμα ή τα μοιραία
χείλη της Φάνυ Μπράουν. Τα μύρια ρίγη
της ορμής σου, Κητς, ο χρόνος πια θαμπώνει∙
η ελληνική υδρία σου και το έξοχο αηδόνι
θα ’ναι η αθανασία σου, κι ας έχεις φύγει.
Στου πανικού της μνήμης, τώρα, τη δικαίωση
δεν είσαι η στάχτη, είσ’ η φωτιά. Η αποθέωση.

Πηγή:
Το χρυσάφι των τίγρεων, 1988

Εικονογράφηση:
Χάρης Κοντοσφύρης, 2012

Advertisements

Νίκος Χουλιαράς-Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

88 8

Εσύ που μπήκες μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θλιμμένη,
αγέλη εσύ δαιμονικιά
που αλλόφρονη και στολισμένη

το ταπεινό μου ήρθες μυαλό
να κάνεις κοίτη σου και χτήμα
– Άνανδρη που ’χεις με δετό
καθώς την άλυσο στο κρίμα,

καθώς τον παίκτη στα χαρτιά,
καθώς τον πότη στο μπουκάλι
και το νεκρό στη σκουλικιά,
– Καταραμένη ας είσαι πάλι!

Είπα του γρήγορου σπαθιού
τη λευτεριά να μου χαρίσει,
είπα του δόλιου φαρμακιού
τη δείλια μου να σταματήσει.

Μ’ αλί! Φαρμάκι και σπαθί
μου αντείπανε με καταφρόνια:
«Δεν πρέπει σου νά ’χεις λυθεί
απ’ τη σκλαβιά σου την αιώνια,

γιατί απ’ Εκείνης τη σκλαβιά
–χαμένε– αν σ’ έλυναν, στοχάσου,
Θ’ ανάσταινες με τα φιλιά
Το πτώμα του βρυκόλακά σου!»

Πηγή:
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970

Εικονογράφηση:
Nϊκος Χουλιαράς, Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012***

***
Στα μάτια σου πετούν πουλιά
Και φλόγες στα μαλλιά σου.
Διατρέχουν σύννεφο φιλιά
Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν
Νιογέννητα ζαρκάδια,
Στο στόμα σου λαμποκοπούν
Αστραφτερά πετράδια.

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,
Θα φύγουν τα ζαρκάδια,
Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,
Κάτι θαμπά πετράδια.

Πηγή:
Εμπρός, φύλλο της 6ης Ιανουαρίου 1962

Εικονογράφηση:
Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012

+Φ+_+-+χ_Ε_Β+__Γ +Υ+¦+-+_+_+φ+¬+¬_Γ_+θ +_+__Α+__Δ+-+φ+_+¬_Γ +Φ+__Β+-+ψ_Δ+__Γ_2012

***

Σε ψηλό βουνό που δεσπόζει
στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη
της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει
απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει
τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει
πλουσίων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,
έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει
σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει
ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει
και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης
και μυστικός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Τον ελεεινόν σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:
« Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα·
» στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα ».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Γιαννέλος, Ξεπεσμένος δερβίσης, 2012

Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***

Δεν θα αντέξεις στη βροχή
το είδωλό σου τρεμοπαίζει
απέναντι σ’ ένα τραπέζι
κοιτάς σε άλλην εποχή.

Τζάμια θολά αχνίζει η ψυχή
σταγόνες τρέχει στο λαιμό η αγωνία
όλος ο κόσμος σου σε μια γωνία
κινδύνους η φωνή σου αντηχεί.

Να ’χες κι εσύ μια κάμαρα ζεστή
ένα λιμάνι πλοίο στην αυλή σου
σαν δώρο κάποιου παραδείσου
πατρίδα κι άξιον εστί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***Κυριάκος Μορταράκος

***

Έρχεται με παράνομα CD
με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του
μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του
φεύγει με αναπάντητα γιατί.

Οι κόρες των ματιών του ερημιά
νερό που πάγωσε πίσω στα περασμένα
άγριες θάλασσες, κουπιά σπασμένα
και η στεριά, υπόσχεση καμιά.

Θα πάει αλλού να δείξει την πραμάτεια
κι εκεί θα του την αρνηθούν
όχι, δεν θέλουμε, ευγενικά θα πουν
θα στρέψουνε κάπου μακριά τα μάτια.

Δεν περιμένει τίποτε από μας
το ξέρει πως κανείς μας δεν θα πάρει
οι μέρες ένα πρόχειρο παζάρι
αδειάζουν, σβήνουνε τα ίχνη τους με μιας.

Σε κάμαρα μικρή θα κοιμηθεί
φορώντας τους καημούς του θα ξυπνήσει
πουλάκι τα φτερά του θα μετρήσει
σ’ αυτά που ο κόσμος του ’χει αρνηθεί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Μορταράκος

Ιουλία Βεντίκου_Γυναίκα 2010-2011

***

Σε μία μυστηριώδη ύπαρξη στην Έπαυλη των Finzi-Contini

Με νοσταλγία περνάω συχνά απ’ τον κήπο σου
Κορίτσι πανέμορφο στα κάτασπρα ντυμένη
Με μια ρακέτα του τέννις καινούργια στο χέρι
Με νοερούς αντιπάλους στα σύννεφα παίζοντας
Χωρίς ακόμα να ξέρει το μυστικό σου κανένας
Μ’ ελπίδα πάντοτε κάποιος να βγει κερδισμένος
 
Από μι’ αναπόληση του πώς ήσουν ντυμένη
Ήρθες προς τα εμένα τείνοντας το χέρι
Νοερά την ψυχή σου χωρίς αντιπάλους παίζοντας
Αυτό που σκεπτόσουνα να μην το μάθει κανένας
Κι ένας απ’ αυτούς που ελπίζανε να βγει κερδισμένος
Απ’ όσους συχνάζανε πάντα κρυφά στον κήπο σου
 
Μα τί διαφορετικό περίμενες από ’να τέτοιο χέρι
Στα ζάρια πάντοτε την καρδιά σου παίζοντας
Ενώ ανοιχτά δεν τολμούσε να το κάνει κανένας
Όσο να πεις «αλίμονο στον κερδισμένο»
Που με ύπουλο τρόπο είχε εισδύσει στον κήπο σου
Την ώρα που δεν ήσουνα για τα μάτια του κόσμου ντυμένη
 
Θέλω να πω έτσι στα μισοσόβαρα παίζοντας
Μην ομολογήσει αυτό το μυστικό κανένας
Φόρο τιμής προτείνοντας στον κερδισμένο
Τον προνομιούχο που ήξερε να μπει στον κήπο σου
Και που σε είδε όχι ακόμα εντελώς ντυμένη
Ν’ ανοίγεις το δώρο σου από κάποιο χέρι
 
Κι έχοντας φτάσει εκεί που δεν πήγε κανένας
Δήλωσε κάποια εχθρότητα στον κερδισμένο
Αυτόν που παραβίασε πρόσφατα τον κήπο σου
Όταν στους άλλους εμφανίστηκες ντυμένη
Και σου προσφέρθηκε απροσδόκητα ένα χέρι
Που αποτραβιόταν όταν τό ’πιανες παίζοντας
 
Κι όλα τα μάτια στράφηκαν στον κερδισμένο
Του μεγάλου λαχείου που ήταν ο κήπος σου
Αδιαφορώντας αν ήσουνα ή δεν ήσουν ντυμένη
Στον ώμο σου πάντοτε ακουμπισμένο ένα χέρι
Τα μάτια σου από τον έναν στον άλλον παίζοντας
Κι ας μην ήταν ακόμα στο δωμάτιο άλλος κανένας
 
Ντυμένη στο κήπο σου ήσουνα όμως κανένας δεν βγήκε
Κερδισμένος παίζοντας την τύχη του με το χέρι σου
 
Αθήνα, 25 Ιουνίου 1994

***
Πηγή:
περ. Praxi, τχ. 1, Καλοκαίρι 2000

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, Γυναίκα, 2010-2011

***

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά το αμείλικτό τους δέρμα.

Απρόσιτες στον πύργο τους κι έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή με κάποιον εραστή τους
στης θάλασσας των ηδονών βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες μες στην κοιλιά του κήτους.

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά, νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού να τους χαϊδεύουν γάντια.
Λικνίζονται στα δάπεδα λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά βγαίνουν υγρά διαμάντια.

Κυνηγημένες μάγισσες χωρίς την πυρκαγιά τους,
μιλώντας με ακατάληπτες περίπλοκες διαλέκτους,
ωραίες, αλλοπρόσαλλες και απομακρυσμένες,
ίδιες με αυτά τα μανεκέν που βλέπω στα προσπέκτους.

Το υπόκωφο τραγούδι τους κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά η σάρκινη μεμβράνη.
Αυτή που τις παγίδεψε σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο κορίτσι δεν την πιάνει.

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό, μ’ ένα στο χέρι κέρμα,
να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ, να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα.

Πηγή:
Συγνώμη για την Άμυνα, 1991

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Art War 2, 2010

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.


.

Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.

Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα

αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.

Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι

δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Μέσα στο τρόλλεϋ λίγα γερόντια
νέοι, αλλοδαποί, κάνας φαντάρος.
Ψυχρός ο οδηγός, μέσα απ’ τα δόντια
μουρμούρα… του Μπωντλαίρ ο γλάρος.

Η αφετηρία -σκέφτεται- είν’ ο τάφος
και κάθε στάση μοιάζει ωχρό σημάδι
που δείχνει όσων μπουν εκεί το λάθος…
το λάθος που τους πάει ντουγρού στον Άδη

Κι όταν θα έρθει η ώρα να σχολάσει
με θλίψη τον κοιτούν νέοι και γέροι
στη μοίρα τους σαν να τους έχει αφήσει.

Ποιος άραγε θεός τον έχει πλάσει
-αναρωτιούνται- αυτόν τον τραβαγιέρη;
τρομάζοντας με τη διπλή του φύση…

sfencos.blogspot.com, 2010

.

«Αυτό σας κάνει;» Τόσο νέα, με κοιτάζει
σαν να μην έχει μπροστά της έναν πελάτη
μα τον παλιό καλό της γνώριμο, κεφάτη,
πρόθυμη να μου δείξει τα κομψοτεχνήματα
του χώρου της, άνετη που θα προσελκύσει
αυτή κυρίως τα βλέμματα,
χωρίς να το διαφημίζει,
χωρίς να ντύνει την υπεροχή με νάζι.

Και σαν να με μαγεύει η προθυμία της λάμψης της
φτάνω πιο γρήγορα από το συνηθισμένο
να ξεχωρίσω —αν και πάντα περιμένω
εκρήξεις ανασφάλειας— δυο-τρία ζευγάρια
ανάμεσα στα  οποία μάλλον προτιμάω
το πιο ακριβό. Τα μάτια-
-της το εγκρίνουν και τολμάω,
πλημμυρίζοντας αγαλλίαση απ’ τη στάση της.

Ήδη στο σπίτι, προτού φύγω, ήμουν γεμάτος
ορμή, κουράγιο για ζωή και μέλλον. Φαίνεται
η προσδοκία της κατανάλωσης μαζεύεται
σαν μια χιονοστιβάδα που μεταμορφώνει
ιδανικά στιγμές. Και τώρα αναρωτιέμαι
μήπως για λίγο ακόμη
μπορώ, κάνοντας πως κοιτιέμαι,
να μείνω εδώ, σ’ αυτό το μήκος και το πλάτος.

Στρέφει το βλέμμα στη συνάδελφό της, όπως
αλλού θα στρέφεται στο άναμμα τσιγάρου,
αφήνει τα γυαλιά στις κοπελιές του πάγκου,
γελάει: «Τρίτη και δεκατρείς, μα μέχρι τώρα
μου πάει καλά». Δεν μ’ αποχαιρετά, πληγώνομαι,
κρατάω όμως τα δώρα
απ’ το χαμόγελό της — χαίρομαι
που πρόλαβα να πληγωθώ, μ’ αρέσει ο τρόπος.

Βγαίνω ξετυλίγοντας το καινούριο απόκτημα
στη συννεφιά. Ξέρω, καταλαβαίνω ότι
ήταν ψέμα, παρά την τραβηγμένη νιότη
του ενθουσιασμού μου (κι όσο κι αν πιστεύω
πως, δεν μπορεί, θ’ ανταποκρίθηκε για λίγο).
Τα γυαλιά μου χαϊδεύω
και στη χρήση τα παραδίδω,
μόλο που δεν επιτρέπει να γίνουν έμβλημα.

Στο λεωφορείο προσπαθώ να μην κοιτάζω
τις κοπέλες, για ν’ ανιχνεύσει το μυαλό μου
πάλι (σαν να ζητούσα απ’ το ραδιόφωνό μου
μια μουσική δοσμένη μοναχά σε όνειρο)
το πρόσωπό της. Κάθε λεπτό που περνάει
προστίθεται στο άπειρο
της απομάκρυνσης. «Μου πάει…»:
συχνότητα παράδεισου που δεν θα πιάσω.

Προτού χαθεί τελείως, η ζήλια σαν προστάτης
μου την προσφέρει: συζητάει με τον επόμενο,
τον βλέπει να διαλέγει ένα αντικείμενο
πανάκριβο, η σιγουριά και η κίνησή του
δείχνουν τη δύναμη με την οποία θα παίρνει
το χρήμα για ζωή του —
μια απόδοση βελτιωμένη
στη σειρά των δειγμάτων που κυλούν μπροστά της.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Ο Μήτρος είδε
Δαιμόνια στο ρέμα.
Αχ! Παναΐα μ’!

Τσορβάς δεν είναι
Ο έρωτας στα χιόνια.
Σεβτάς, Γιαννιέ μου!


Αχ! η Ματούλα!
Αγρίμης θέρος – έρως
Πάει να την πνίξει


Βοσκόπουλό μου,
Σχοινιάστηκ’ η Μοσχούλα
Και δε βελάζει…


Ήπιε η Χαδούλα
Του αλμυρού θανάτου
Το πικρόν ύδωρ.

 
Μες στην ψυχή μας
Το σκοτεινό τρυγόνι
Έχει απαγγιάσει.

.

Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών, 2011

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997

.

Με χάρη αλαφροπάτητης ελάφου των ονείρων
γέρνεις το χέρι σου ευθύς στο πλουμιστό σου στήθος.
Απ’ των χειλιών σου τη σχισμή ξεμύτισε ο μύθος
της άνοιξης κι η ευωδιά φρεσκολουσμένων μύρων

τυλίγει αργά το σώμα σου που γεύομαι κι αγγίζω.
Στης ομορφιάς σου τη σκιά πολλών ματιών μελίσσι
σπεύδει και περιστρέφεται. Σ’ απύθμενο μεθύσι
καλεί του Μάη η ατόφια γη τον ουρανό τον γκρίζο.

Σαν σε κοιτώ να στέκεσαι και με τα δάχτυλά σου
να στρώνεις το άσπρο φόρεμα που διάλεξες για απόψε
ο καβαλάρης νιώθω εγώ πως είμαι του Πηγάσου

κι εσύ φωνή αναγγέλλουσα «Σήκω» μου λές «και κόψε
έν’ άνθος. Χάρισέ μου το γοργά για να ξηλώσει
το πάλλευκό μου νυφικό του έρωτα η βρώση».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Στην Ευδοξία Ελευθερίου

Ο κυνηγός που πιάνει το ελάφι
μονάχα στις μπογιές της ανασαίνει.
Του δίνει αιθέρα, λάβδανο και θειάφι.
Την πινελιά τραβάει την αγιασμένη
να σβήσει τη ζωή που πήγε στράφι
— στην όψη που ευλογεί αγριεμένη.
Κοιλοπονά, μα πώς να ξεγεννήσει
τους δράκους που την έχουνε γεννήσει.

Ταΐζει μ’ άστρα κι αίμα τα σκυλιά της
και γυάλινα τα κρύβει στις βιτρίνες.
Στην τελετή που βάφει τα μαλλιά της
τραβάει απ’ άκρη σ’ άκρη τις κουρτίνες.
Στο στήθος η παλιά δεντρογαλιά της
αόρατη δαγκώνει αιμοσφαιρίνες.
Τι σχέση εγώ, εσύ κι ο Ενδυμίων.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων.

Εργάτες ταπεινοί φορώντας ντρίλι
κι εργάτριες παλιές χρυσές αράχνες
νερό της ερημίας και τριφύλλι —
τα βήματά μου ανάσαιναν στις πάχνες.
Ποτέ στη γη δεν ήταν τέτοιοι φίλοι
σαν μάρμαρο που το στολίζουν δάφνες.
Γιατί δε μας τα λέγαν όσο ζούσαν
εκείνοι που κρυφά μας αγαπούσαν ;

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.
Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,
κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη,
επίφοβες παλιές αδυναμίες,
πασατέμπο, στραγάλια, ασετυλίνη,
υπεύθυνες δηλώσεις. Ατιμίες.
Γονάτισε στο Μαύρο, το δικό της,
κι ευθύς επαύθη το χερουβικό της.

Αφίσα: Παίζουν Μαυρέας-Βερώνη.
Παλτό καφέ καμηλό και λουστρίνι.
Μάλλον καστόρι παπούτσια και ζώνη.
Εγώ με καπέλο. Κρατά φιγουρίνι.
Δε διακρίνω καλά στην οθόνη.
Ο Ταρζάν. Το χαρέμι. Κοκαΐνη.
Από σκοινί, μαχαίρι και τσιγγέλι
αυτοκτονούν στα χέρια της αγγέλοι.

Δεν κλαιν μόνο τα μάτια και τ’ αυτιά μας,
τα δόντια και τα νύχια μας θρηνούνε.
Μα κλαίνε πιο πολύ τα κόκαλά μας
όταν με πόνο αργό συναντηθούνε.
Το δέρμα, oι κλειδώσεις, τα μαλλιά μας
των ουρανίων γλώσσα ομιλούνε.
Μιλούν όπως τα έπιπλα και τρίζουν
γι’ αυτό όταν κλαίνε πάντοτε ραγίζουν.

Ξερνούν οι μεθυσμένοι στα σανίδια
καρφίτσες που μαζεύει ο μαγνήτης
κι ο θάνατος φυσάει ροκανίδια.
Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της.
Σκουλαρίκια, κολιέ και δαχτυλίδια
σ’ ένα πηγάδι ριγμένα μαζί της.
Τ’ άλογά της, τ’ άλογά της στο κρύο.
Στο κρύο, τ’ άλογά της, καφενείο.

Ένα γράμμα. Λεφτά. Κάτι που ανάβει
και σβήνει, το φτερωτό μαύρο φίδι.
Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Γιουγκοσλάβοι
χαλίκια σπάζουν. Εκλογές. Φτιασίδι
ενός κόσμου που — Ζώ σ’ ένα καράβι
και μένει ακίνητο, σάπιο ταξίδι.
Τους πόνους ράβει και πόνους γαζώνει
και τους μοιράζει στον κόσμο για ζώνη.

Βρέχει. Σκυλί. Πλατεία επαρχίας.
Ιώδιο μυρίζει και αιθέρας.
Όλα συμπίπτουν. Σκηνές ναυμαχίας.
Τοπίο ακαθόριστης ημέρας.
Του χρόνου τα παιχνίδια κι ευτυχίας
γλυκό του κουταλιού, παλιός αγέρας
που σβήνει τόσα σπίρτα μες στο βράδυ.
Tο κόκκινο στα χείλη είναι σκοτάδι.

Γυαλί τριμμένο. Παράσταση. Χιόνι.
Σαν να ’τανε γιορτή και καρναβάλι.
Αγόρασα οινόπνευμα. Οι πόνοι
στα δόντια μου κι αξύριστος. Σπατάλη.
Ο Τσέχωφ. To πιοτό μου και τ’ αφιόνι,
τα χρέη της καρδιάς, κακό κεφάλι.
Ντύνομαι Άμλετ. Βάφομαι. Η μπέρτα
σκεπάζει ξίφος και μοτοσυκλέττα.

Διαμάντια στην καρδιά. Την πίεσή της
ο Λόρκα με τ’ αηδόνια του ανεβάζει.
( Αυτόν, πώς τον θυμήθηκα μαζί της; )
Τραγουδά: «Ένας σκύλος που σπαράζει».
Μ’ ενοχλεί που αναβλύζει η ψυχή της
πορφυρές μυρωδιές και διαβάζει
το γυάλινο ψάρι κορμί μου.
Χωρίς γυαλιά πώς να δω την ψυχή μου.

Το βράδυ την ακούω που καρφώνει
το ακουστικό επάνω στο αυτί της.
Τηλεφωνεί ξανά στην Περσεφόνη
ρωτά και ορίζει τη συνάντησή της.
Ληστείες, απεργίες (τόσοι φόνοι)
αδιαφορεί να μάθει το κορμί της.
Τα ψάρια καίγονται. Καίει το τηγάνι.
Θυσία στους αθάνατους τα κάνει.

Κάτι μου λέει. Τραυλίζει. Το στόμα
στραβώνει. Ο γιατρός απατεώνας.
Το ασθενοφόρο αργεί. Bγαίνει βρώμα
κι απ’ τα φτερά της. Χτυπάει κυκλώνας.
Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα
περνάει από το μάτι μιας βελόνας.
Μια μέρα πριν, μου λέει τ’ όνειρό της.
Χαρά ! της λέω. Μαυρίζει το είδωλό της.

Σιρόπια, χάπια, υπόθετα, ενέσεις,
των γιατρών συνταγές, σημειώσεις.
Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις
το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.
Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.
Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.
Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη
να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη.

Το νεκρό καφενείο, 1997

.

Ερπετού είχες πάντα για γυναίκας την όψη ;
Με τη γλώσσα διχάλα, το φιλί μου αρπάζεις·
το κορμί σου τροχίζεις στων ματιών μου την κόψη,
στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις.

Με τη γλώσσα διχάλα το φιλί μου αρπάζεις.
Λιποτάκτης ο ήλιος, σε τοπίο θανάτου.
Στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις,
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου.

Λιποτάκτης ο ήλιος σε τοπίο θανάτου
—αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει—
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου
με κατέχει, τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.

Αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει :
πεθυμιά, που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος,
με κατέχει τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος . . .

Πεθυμιά που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος
(ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα).
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος :
σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα.

Ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα.
«Θα ξανάρθω», σου είπα, «μια μέρα του Μάρτη».
Σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα,
τσακισμένη πυξίδα σε ανύπαρκτο χάρτη.

«Θα ξανάρθω», σου είπα μια μέρα του Μάρτη,
«όταν βρω το μαχαίρι που το νήμα θα κόψει».
Τσακισμένη πυξίδα, σε ανύπαρκτο χάρτη . . .
Ερπετού είχες πάντα, για γυναίκας την όψη ;

Πρώτη δημοσίευση

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982