.

Πες μου ποιος
από γιος παραγιός
καταντάει;
Είν’ αυτός
που φεγγάρι-τροφός
ξενυχτάει;

Πες γιατί
βρήκες τέτοια κραυγή
να φωνάξεις!
Μουσική
ήταν όλα στη γη
πριν τ’ αλλάξεις.

Πες μου ποιος
σιδερένιος αετός
βομβαρδίζει·
και το φως,
της ψυχούλας εχθρός,
το μαυρίζει!

Κι αν δε βρεις
μια γωνιά να κρυφτείς
κι ένα χάδι,
πες μου πού
θα σε πάει, παππού,
το σκοτάδι;

many-books.blogspot.com, 2008

Advertisements

.

Δάγκωσα ένα αρμυρό φυστίκι
και μού σπασε μπροστά ένα δόντι
—στίκι, στίκι, στίκι, στίκι—
τη μετρώ κι είν’ οκτώ πόντοι.

Πρωί βράδυ στο σχολείο
μού ρχεται να κάνω τσίσα
—λίο, λίο, λίο, λίο—
τους τα κοπανώ στα ίσα.

Όλη μέρα τιμωρία·
μ’ αφήσαν και στην ίδια τάξη
—ρία, ρία, ρία, ρία—
ναι, σιγά η ουρά μη στάξει.

Έχουνε απαγορεύσει
να μιλάω με κορίτσι
—ρεύση, ρεύση, ρεύση, ρεύση—
μην του κάνω πίτσι πίτσι.

Δε μ’ αρέσει κι η δασκάλα
με την μπλούζα που φοράει
—σκάλα, σκάλα, σκάλα, σκάλα—
την τσιμπώ και κάνει: «Άι».

Μου τραβά κι ένα σκαμπίλι
και μου λέει: «παρ’ το κουλό σου»
—ντίλι, ντίλι, ντίλι, ντίλι—
και της λέω, «Άει ξεκωλώσου».

Τότε γίνηκε το σώσε
κι η συντέλεια του κόσμου
—δώσε, δώσε, δώσε, δώσε—
μαύρος έγινε ο πωπός μου.

Πότε πια από τους δασκάλους
θα γλιτώσω πριν κρεπάρω
—κάλους, κάλους, κάλους, κάλους—
να την κάνω ό,τι γουστάρω;

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

Μια Λιλή και μια Μαρία
Ζούσαν σε μια ιστορία
Άχρωμη και βαρετή
Ούτε κρύα ούτε ζεστή…

Η Μαρία κι η Λιλή
Βρίσκαν τη ζωή σαχλή
Κι είπανε να κάνουν κάτι
Να την κάνουν πιο κεφάτη:

Χρώματα είπαν να μαζέψουν
Και να φτιάξουν, αν μπορέσουν
Η Λιλή και η Μαρία
Μια πολύχρωμη ιστορία!

Πήραν κόκκινο από μήλο
Σκουροπράσινο από φύλλο
Βιολετί από βιολέτα
Χρυσαφί απ’ ομελέτα!

Πήραν γκρι από φουγάρο
Και χακί από φαντάρο
Φυστικί από φυστίκια
Γκριζογάλανο από φύκια.

Λουλακί, βερυκοκί
Κοραλένιο, φουντουκί
Μπεζ και μοβ μελιτζανί
Κρεμεζί, δαμασκηνί
Μουσμουλί από μουσμουλιά
Ροζ από τριανταφυλλιά.

Κίτρινο, μανταρινί
Λεμονί, καναρινί
Λαμπερό πορτοκαλί
Πράσινο παπαγαλί

Λαχανί από σαλάτα
Καφετί από σοκολάτα
Φούξια και ροδακινί
Μπλε βαθύ και βυσσινί

Από δάκρυ θαλασσί
Γαλανό από νησί
Τυρκουάζ από ματάκι
Και μελί από φιλάκι!

Ρουμπινί από κρασί
Πορφυρό και κερασί
Ζαφειρένιο, σμαραγδένιο
Άσπρο, μαργαριταρένιο.

Χρώματα που μαζευτήκαν!
Γύρω γύρω απλωθήκαν
Ουρανό και γη φωτίσαν
Και τα πάντα χρωματίσαν:

Μπλε τη γάτα, ροζ την κότα
Χρυσοπράσινα τα χόρτα
Το σκυλί μενεξελί
Και το βόδι φραουλί!

Έγινε καρό η Λιλή
Μαύρο-άσπρο- κανελί
Έγινε ριγέ η Μαρία
Κι εμπριμέ η ιστορία!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1999

Στην οδό Αναγνωστοπούλου,
η Κική Καφετζοπούλου
με το γέρο της τον θείο
άνοιξαν καφεκοπτείο.

Είχαν άφθονους πελάτες
(είχαν και πεντέξι γάτες)
κι ένα σκύλο καφετί,
που τον είχαν πώς και τι.

Κάποια μέρα, η Κική
ήταν λίγο νευρική.
κι είπε να τα παρατήσει
και να πάει να περπατήσει.

Έκλεισε το μαγαζί,
πήρε το κλειδί μαζί
και το σκύλο τον καφέ
(που τον έλεγαν Φραπέ).

Η Κικίτσα προχωρούσε
κι ο Φραπέ χοροπηδούσε
η Κικη έκανε ‘ουφ!’
κι ο Φραπέ έκανε ‘μουφ!’

Κάπου στο Πολυτεχνείο,
μπήκαν σ’ ένα καφενείο.
Η Κική ήπιε καφέ
και νεράκι ο Φραπέ.

Ο ωραίος καφετζής
ήτανε χωρατατζής
ήταν συμπαθητικός
και λεγότανε Κοκός.

Είχε μία θειά καλή
είχε, επίσης, και σκυλί.
Καφέ ήτανε κι εκείνο
και το λέγαν Καπουτσίνο.

Οι δυο σκύλοι μυριστήκαν
παίξανε και δαγκωθήκαν
κι η Κική και ο Κοκός
γνωριστήκαν τελικώς.

Γνωριστήκανε, χαρήκαν
και πολύ αγαπηθήκαν!
Και παντρεύτηκε η Κική
τον Κοκό μια Κυριακή…

Κι είχαν πια θεία και θείο,
είχαν και καφεκοπτείο
καφενείο είχαν φίνο
με Φραπέ και Καπουτσίνο!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Ένας Νίκος και μια Λίζα
Ζούσαν σε μια πόλη γκρίζα
Όλο γκρίζες συνοικίες
Γκρίζες πολυκατοικίες
Γκρίζους δρόμους, τροχονόμους
Ταχυδρόμους, αστυνόμους.

Κάποιο γκρίζο πρωινό
Κρύο, φθινοπωρινό
Φόρεσε ο Νίκος μια
Σκούρα γκρίζα κουστουμιά.

Φόρεσε και το Λιζάκι
Ένα γκρίζο ταγιεράκι
Κι από πάνω ένα γκρι
Φοβερό παλτό, μακρύ!

Ήτανε πολύ εντάξει
Με το γκρίζο τους αμάξι
Θα πηγαίναν σε μια θεία
Που τη λέγαν Ευανθία.

Μα συνάντησαν στη σκάλα
Μια κυρία γκριζομάλλα
Που’ σερνε απ’ το λουράκι
Ένα γκρίζο κανισάκι.
Ήταν η κυρία Ντίνα
Με τη γκρι της καμπαρντίνα
Και η σκύλα η Ζουζούνα
Με τη γκρίζα της τη γούνα.

«Καλημέρα!», «Καλημέρα!»
«Γκρίζα κι άσχημη η μέρα!»
«Γκρίζα και συννεφιασμένη
Βροχερή και παγωμένη!»

Και εκεί που τέτοια λέγαν
Και μιλούσαν και χαζεύαν
Ωχ! Περνάει ένας γάτος
Γκρίζος γάτος και τρεχάτος
Κυνηγώντας στα σκαλάκια
Κάτι γκρίζα ποντικάκια!

Ωχ, ο γάτος ο τιγρέ
Που’ μενε στο ρετιρέ
Ένας γάτος, άλλο φρούτο
που τον λέγαν Σταχτοπούτο!

Και τον βλέπει η Ζουζούνα
Με τη γκρίζα της τη γούνα
Και αρχίζει να γαβγίζει
Να γρυλλίζει, να μουγκρίζει.

Σκούζει, κάνει φασαρία
Να ξεφύγει απ’ την κυρία!

Την τραβά, τη ρίχνει κάτω
Και ορμά στον γκρίζο γάτο!

Τα ποντίκια τα καημένα
Τρέχουν μπρος, ξετρελαμένα
Πίσω τρέχει ο γκρίζος γάτος
Πεινασμένος, ορεξάτος
Κι από πίσω το κανίς
Κι από πίσω τους, κανείς!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Μια φορά στο Μαραθώνα
Σ’ ένα πορτοκαλεώνα
Ζούσε η Πορτοκαλίνα
Μια νεράιδα τσαχπίνα.

Είχε μάτια και μαλλιά
Λαμπερά πορτοκαλιά
Και της άρεσε πολύ
Κάθε τι πορτοκαλί.

Με πορτοκαλί μπλουζάκι
Και πορτοκαλί σορτσάκι
Με πορτοκαλιά μποτάκια
Και πορτοκαλιά φτεράκια
Στις πορτοκαλιές πετούσε
Χόρευε, στριφογυρνούσε

Έκανε όμως και δουλειές
Μέσα στις πορτοκαλιές:
Έδινε γλυκά φιλάκια
Στα μικρά πορτοκαλάκια
Να γλυκάνουν, να μελώσουν
Και καλά να μεγαλώσουν.

Κάθε μέρα τα μετρούσε
Και λογαριασμό κρατούσε:
Ένα, δύο, πέντε, έξι
Δεκαοχτώ, τριανταέξι
Εκατό, διακόσια δύο
Χίλια ένα, χίλια δύο…

Όταν πάθαινε ζαλάδα
Έπινε πορτοκαλάδα
Κι όταν αισθανόταν χάλια
Έτρωγε δυο πορτοκάλια

Είχε κι ένα φίλο μπούλη
Νεραϊδούλη, τοσοδούλη
Στα πορτοκαλιά ντυμένο
Και πολύ χαριτωμένο.

Κουμ κουάτ τον είχε βγάλει
Ήταν από χώρα άλλη
(Έλεγε η Πορτοκαλίνα
Πως ερχόταν απ’ την Κίνα!)

Ένα δέντρο είχε μόνο
Να φροντίζει όλο το χρόνο
Φυτρωμένο κατά λάθος
Μοναχό, κάπου στο βάθος
Και δεν του’βγαινε η γλώσσα
Να φροντίζει δέντρα τόσα!

Ήταν κι ένα δέντρο άλλο
Στο περβόλι το μεγάλο:
Μια μανταρινιά κοντούλα
Με δική της νεραϊδούλα
Με πορτοκαλί μπικίνι
Που τη λέγαν Κλημεντίνη.

Ήτανε και μια γατούλα
Φιγουράτη και χοντρούλα
Μία όμορφη ψιψίνα
Που τη λέγαν Νοβαλίνα
Είχε φουντωτή ουρίτσα
Και πορτοκαλιά γουνίτσα

Κουμ κουάτ, Πορτοκαλίνα
Κλημεντίνη, Νοβαλίνα
Στο περβόλι, μια παρέα
Διασκέδαζαν ωραία:
Όταν ήλιο είχε πολύ
Δυνατό, πορτοκαλί
Και τον βλέπαν να προβάλλει
Σαν πελώριο πορτοκάλι!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα, 1999

Μια φορά, σ’ ένα νησί
Ζούσε η κυρία Χρυσή
Η δασκάλα η Χρυσούλα
Μια χοντρούλα ομορφούλα.

Δίδασκε στην πρώτη τάξη
Κι ήτανε πολύ εντάξει.
Είχε μια χρυσή καρδιά
Κι αγαπούσε τα παιδιά.

Είχε στιλ, είχε αέρα
Ήτανε και χρυσοχέρα:
Έφτιαχνε καλά γλυκά
Και ωραίο μουσακά.

Ήτανε καλοβαλμένη,
Πάντα καλοχτενισμένη
Ήτανε χρυσομαλλούσσα
Και της άρεσαν τα λούσα.

Φόραγε χρυσά στολίδια
Σκουλαρίκια, δαχτυλίδια
Και ταυτότητα χρυσή
Που’γραφε πάνω «Χρυσή».

Είχε επίσης η κουτή
Ένα ολόχρυσο κουτί
Με χρυσαφικά γεμάτο
Από πάνω μέχρι κάτω.

Περιδέραια βαριά
Χρυσές λίρες και φλουριά
Αλυσίδες, κολιεδάκια
Μενταγιόν και βραχιολάκια.

Τι τα ήθελε η κουτή
Να τα κρύβει στο κουτί;

Κλέφτης μπήκε ένα βράδυ
Μες στο σπίτι, στο σκοτάδι
Τα’ κανε όλα άνω-κάτω

Πήρε κι όλα τα γλυκά
Πήρε και τον μουσακά
Που’ χε φτιάξει τη Δευτέρα
Η Χρυσή η χρυσοχέρα!

Βρήκε και σ’ ένα μπουκάλι
Λικεράκι πορτοκάλι
Που’χε φτιάξει άλλη μέρα
Η Χρυσή η χρυσοχέρα.

Σταυροπόδι στο χαλί
Ήπιε κι έφαγε πολύ.
Έπαθε ίλιγγο και ζάλη
Βαρυστομαχιά μεγάλη
Δεν μπορούσε να σαλέψει
Άντε τώρα να χωνέψει!

Άρχισε ν’ αναστενάζει
«Θέλω σόδα!» να φωνάζει
«Πίσω θα στα δώσω όλα!
Φέρε μου μια κόκα κόλα!»

Ξύπνησε η Χρυσή η καημένη
Και τον είδε τρομαγμένη.
Έτρεξε, βγήκε στους δρόμους
Φώναξε δυο αστυνόμους.

(Μα η χρυσή της η καρδιά
Τον λυπήθηκε, παιδιά:
Πριν τον πάρουν από κει
Να τον κλείσουν φυλακή
Του ’δωσε να πιει λιγάκι
Σόδα μ’ ένα καλαμάκι!)

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1999

.

Μ’ ένα κρα η αυγή
έγινε κραυγή
κάπα και τ’ αβγά
έπιασαν καβγά

Μ’ έψιλον πηγή
τώρα επείγει
και το γάμα σε ύψος
κόλλησε σαν γύψος

Με το ταυ ο ήχος
έχτισε ένα τείχος
μ’ ένα ρω το άδειο
έπαιξε σαν ράδιο

Μ’ ένα μα το χέρι
έκοψε μαχαίρι
κάπα και οι ίπποι
θα φυτρώσουν κήποι

τραγουδί τραγουδοχέρι, 2003

.

Θα σας πω μια ιστορία
μακρινή. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

Ξάφνου μες από το τζάκι
ένα καλικαντζαράκι
ξεπροβάλλει γανωμένο
ελεεινό και πεινασμένο.
Με ψιλή φωνίτσα λέει :
« Καψαλίστηκα ! » και κλαίει.
Τότε γούρλωσα τα μάτια
μ’ έκπληξη, και δυο κομμάτια
του
δωσα ψωμί να φάει.
( Πώς πεινάει
πώς πεινάει ! )
Α, Χριστέ και Παναγιά μου,
πάει. . . δε στέκω στα καλά μου !
Βλέπω μπρος μου παραμύθια
που ζωντάνεψαν στ’ αλήθεια
ή μην τάχα κι είναι ψέμα ;
Ρίχνω πάλι ένα βλέμμα
στο μικρό που
χε αποφάει
και γελάει
και γελάει !
Του χαϊδεύω το κεφάλι.
«Πως σε λέν ; » Μου λέει: « Καψάλη !
Κι ήρθα απόψε στη γωνιά σου
φίλος για τη μοναξιά σου.
Μα, γλυκά δε θα κεράσεις ;
Τις γιορτές πώς θα περάσεις ;
Γαλοπούλα δε θα ψήσεις ;
Ούτε δέντρο θα στολίσεις ;
Τα παιδάκια ; Η κυρά σου ;
Πού
ναι ; Λείπουν ; Δυστυχιά σου ! »
Αυτά είπε, κι ένα δάκρυ
–από των ματιών την άκρη–
κύλησε σαν καρβουνάκι
μες το φλογισμένο τζάκι.
« Αχ, συγχώρα τον, Θεέ μου ! »
είπε το ουρλιαχτό του ανέμου
« που και φέτος τη γιορτή σου
–την Πανάγια Γέννησή Σου
αλησμόνησε ο καημένος ! »
« Μα, είναι τόσο πονεμένος ! »
είπε κι η βροχή η ίδια
κλαίγοντας στα κεραμίδια.
Πέρα μακριά στα πλάγια
« Μόνος ! » είπε η κουκουβάγια
« μόνος είναι σαν κι εμένα ! »
Και τα ξύλα τα καμένα
επανέλαβαν τη λέξη :
« Μόνος ! » Κόντευε να φέξει.

« Θα σ’ αφήσω, φεύγω τώρα »
είπε ο Καψάλης « ώρα
είναι πια να χωριστούμε ».
( Κι έσκυψα ν’ αγκαλιαστούμε. )
« Και του χρόνου φιλαράκι »
είπα. « Καλικαντζαράκι
δε θα σε ξεχάσω ». Όμως
μες το βλέμμα μου ο τρόμος
άστραψε κι η απορία,
σαν μια λάμα είδα κρύα
καθώς μου
βαζε στο χέρι
της κουζίνας το. . . μαχαίρι !
« Φίλε, μου
πε, δείξε θάρρος,
βάρος είμαι κι εγώ, βάρος
των ανθρώπων τόσα χρόνια !
Όταν πέφτουνε τα χιόνια
και στη γη σας ανεβαίνω,
απ’ τις καμινάδες μπαίνω
στα κρυφά να μη με δούνε
γιατί όλοι με μισούνε !
Παγανό, άκαρδα, με λένε
και με καίνε
και με καίνε !
Ύστερα των Φώτων, πάλι
βάνω κάτου το κεφάλι
και στης Γης το κέντρο αρχίζω
το δεντρό να πριονίζω,
που –αχ, ποιος θα το πιστέψει–
έχει θρέψει
έχει θρέψει !
Μπρος σε τούτο, συλλογίσου,
τί είν’ η μοναξιά η δική σου ;
Δεν αντέχω
δεν αντέχω !
Κι όπως λες αν φίλο σ’ έχω,
φύλαξέ με και φυλάξου –
σκότωσέ με, ύστερα σφάξου
με ετούτο το μαχαίρι
που σου έβαλα στο χέρι.
Βγάλε με απ’ τη στενοχώρια
πριν λαλήσουν τα κοκόρια.
Έλα, δεν μας παίρνει ο χρόνος. . .
Είμαι μόνος, είσαι μόνος. . .»
είπε. Δείλιασα. . . κι ω, θαύμα !
Πώς συνέβη τέτοιο πράγμα ;
Δίπλα απ’ τ’ αναμμένο τζάκι
τώρα υπήρχε ένα γατάκι
μαύρο-πίσσα, ζεσταινόταν
και κοιμόταν
και κοιμόταν !
Τι συνέβη; Ποιος να ξέρει !
Της κουζίνας το μαχαίρι
ήταν κάτω πεταμένο,
το ψωμί μισοκομμένο,
είχε ο άνεμος μερώσει
κι έξω είχε ξημερώσει.
Πήρα μες την αγκαλιά μου
το γατάκι, κι η καρδιά μου
σα θεότρελη χτυπούσε.
Τ’ αγαπούσα, μ’ αγαπούσε –
κι όλα φαίνονταν ωραία
τώρα που
χα μια παρέα !

Τι συνέβη ; Η απορία
έμεινε. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

( Ή μην ήπια παραπάνω ; )

Καφέ Ρετρό, 2004

.

Είναι ένα σπίτι στοιχειωμένο το κορμί σου
κι έχω χαθεί στα σκοτεινά δωμάτια.
Κρύβεις την πιο άγρια θάλασσα στα μάτια.
Με την πανσέληνο ημερώνει και μου λέει «θυμήσου».

Του χρόνου τα ναυάγια μισοφωτισμένα
στα βάθη σου, θολές εικόνες κυματίζουν.
Αν κι έχω μέλλοντα τις πέτρες που με χτίζουν
ρίχνω βουτιά καθώς τ’ αγρίμια στα χαμένα.

Βλέπω ένα σύννεφο. Απλώνει, σε τυλίγει,
κι ύστερα η νύχτα γίνεται γυλιός στον ώμο.
Τα πόδια μου ματώνουνε και χάνομαι στο δρόμο.
Την έρημο έμαθαν πολλοί, αλλά περάσαν λίγοι.

Λατομείο, 2002

.

Τρέχω βιάζομαι ασθμαίνω
ανεβαίνω κατεβαίνω
επιμένω υπομένω
με το ρήμα ειπωμένο

Σπεύδω ενεργώ ταχέως
και δεν σταματάω έως
δω το σώμα ιδρωμένο
με το ρήμα μαραμένο

Στο απόγευμα το φαύνο
βαίνω ολοταχώς ελαύνω
και ταχύνω και γοργώνω
και τον χρόνο τον οργώνω

τραγουδί τραγουδοχέρι, 2003