Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Δημήτρης Αληθεινός_Χωρίς τίτλο_1971

***

Οι Έλληνες αποσύρθηκαν !  Ιαχές ουρανομήκεις
ας φθάσουν ως τον Άρη, τον προστάτη μας θεό,
εμάς των Τρώων. Σχεδόν δεν είναι πιστευτό
πως, έτσι, απότομα, οι μέρες ετελείωσαν της φρίκης.

Οι Έλληνες αποσύρθηκαν !  Άφησαν μάλιστα κι αυτό
εδώ το ενθύμιο, τον ίππο. Υψηλός, επιμήκης,
τεράστιος, στην πόλη ας μείνει σύμβολο αιώνιο της νίκης
μας της μεγάλης. Μέσ’ ας τον σύρουμε. ( Κι ας φώναζε

−κακό πάντα στο νου του έβαζε αυτός− ο γέροντας
ιερέας μας: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».
Να παρασύρει μερικούς στη δυσπιστία του είχ’ επιτύχει
αλλά, ευτυχώς, από τις περιπτύξεις των φιδιών πέθανε 
________ασπαίροντας ).

Εμπρός !  Τώρ’ ας κυλήσουμε τον ίππο μες στα τείχη.
Τι τύχη που έφυγαν οι Έλληνες !  Τι τύχη !

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Δημήτρης Αληθεινός, Χωρίς τίτλο, 1971

Στέφανος Καμάρης_Δούρειος Ίππος_Ξύλο από κορνίζες_2011

***

Έχει πολλά να θυμηθεί απ’ τη ζωή του !
( Όσα ίσως κανείς θνητός ). Η γοητεία
της Κίρκης βαραίνει την ανάμνησή του.
Κι όταν έφυγε απ’ την Κίρκη, η τρικυμία.

Εκινδύνεψε πολλές φορές. Μα η πανουργία
( και η τύχη ) τον οδήγησαν σώο στο νησί του.
Ο Πολύφημος, τυφλός, ωρύεται. Η κραυγή του
ακόμα του φέρνει αγωνία.

Στη μνήμη του έρχονται του γυρισμού του
οι περιπέτειες και οι δόλοι. ( Του παλατιού του
γαλήνιος απλώνεται εμπρός του τώρα ο κήπος ).

Ξάφνου ταράζει την καρδιά του χτύπος
μεγάλος. Το φοβερό τέχνασμα του νου του
ιδού :  ο Δούρειος ίππος.

Πηγή :
Ορφεύς, 1958

Εικονογράφηση :
Στέφανος Καμάρης,  Δούρειος ίππος, 2011

+Υ+¦+υ+_+_+__Γ +ε+¦_Θ+-+_+¬+ψ+++__Γ_+ε+_+¬+υ+_+¦_2012

***
Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μαυρίλα πόπεφτε απ’ τα ύψη
άπλωσε γύρω γύρω θλίψη.
Χαρούμενον, με κύκλωνε όμως
ο μεταφυσικός ο τρόμος,
και λίγο λίγο, λίγο λίγο,
ευρύτατο ένα χάος ξανοίγω,
που ούτε να βλέπω ή να θυμούμαι
ή να ονειρεύομαι ως κοιμούμαι
δεν θέλω πλέον, τόσο μου δίδει
φαρμάκι το ανοιχτίρμον φίδι
του Μέλλοντος, που μαρτυριέται
στο σκότος, που ως αστράφτει σβηέται.

«Μάταια χαράς ζητάς πηγάδι,
όαση μικρή σε άπειρον Άδη
που περιφέρνεσαι, Άδη αμμώδη,
που κάθε βήμα και το πόδι
βουλιάζει πιότερο ώς το γόνα
φέρνοντας κούρασες γι’ αρρεβώνα
του Μέλλοντος που σ’ απαντέχει,
όταν το σώμα δεν αντέχει.
Λίγης βροχής η οπτασία,
δυο τρεις σταγόνες ευλογία,
καινούργιο Βάφτισμα θα σου ήτο,
ελπίδες χίλιες θα σου διηγείτο.
Αλλ’ ενού Ήλιου η περιφορά,
διαρκής, ξεραίνει τη χαρά».

Τί κι’ αν το Βρέφος εγεννήθη
απόψε, ο Θεός μέσα στα πλήθη,
κι’ ο ουρανός αναγαλλιάζει
με μελωδίες αγγελικές·
της Βηθλεέμ τί κι’ αν γιορτάζει
μιαν ερημιά με τ’ άλογά της,
τις στάνες, τα βόδια, τ’ αρνιά της
και τις ποιμενικές χαρές;
Για μένα στήθηκε προχείρως
«Τόπος Κρανίου». Ένας γύρος
σταυροί με ζώσανε, να εκλέξω
τον πιο αλαφρό και νάβγω έξω,
να με κρεμάσουν Ιουδαίες
άνομες, οι Έγνοιες φρικαλέες.

Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μου προείπε πώς θα με δροσίσει
μονάχα των δακρύων η βρύση:
στη μοναξιά θαρθούν, θα τρέχουν,
το πρόσωπο να περιβρέχουν
με την παθητικιά λαχτάρα
της Αγάπης. Με τη λαχτάρα
τη μητρική που φλέγει τη όλη
η συγκλόνιση, η πολλή συμπόνια
και δείχνει ολόανθο το περβόλι
της παρηγόριας, με πλεγμένα κλώνια
ελπίδας, πίστης και λατρείας,
τους τρεις κισσούς μονώσεως αιωνίας.

Μου είπεν η Σίβυλλα, «Συλλογίσου
το ποτάμι που ρέει του Παραδείσου
με φλοίσβο εωθινό. Σκέψου το αηδόνι,
να κελαηδά παθητικά τη μόνη
γοητεία, πρωί πρωί, που δίνει
η Αυγή με τη σιγή και τη γαλήνη.
Το Φεγγάρι, που χλωμαίνει, που χλωμαίνει,
αλλά, με όλον τον Ήλιο, παραμένει
και φαίνεται σαν νέφος. Το αεράκι,
που σκορπίζει της αχλύος τα ράκη.
Το ποταμόπλοιο τέλος με τριπλοανοιχτά
τα ολόλευκα λαμπρά πανιά,
που, σιγανό αλλ’ ασφαλές, δεν παύει
να πλέει προς σένα, να σε παραλάβει».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μιχαηλίδης, Μελάνι, 2012

Roter Morgen

***
Οι πλούσιες των παραποταμίων των λιβαδιών φυτείες
μολύνονται από τα φαρμακερά, τα αισχρά τα φίδια:
τα ωραία καλάμια, θρυλικά της δροσιάς των οχτών τα στολίδια,
χάμου, των πλατανιών τα πηχτά φύλλα, — εστίες
όλα γινήκανε στις όχεντρες, που είναι Αμαρτίες
παλιές, βαρειές, τιμωρημένες:  — «Σεις την ίδια
τη Γη, που σας εγέννα, να την τρώτε! Και τις θείες
εκστάσεις τ’ ουρανού να στερηθείτε, ω αισχρά φίδια!»
είπεν ο Θεός.
                            — Μα κι’ από σένα, ω Γόητα, κι’ απ’ το κορμί σου
το αγαλματένιο, Έφηβε μάγε, το μουντό σαν γάλα,
με τις απόπνοιες μόσχου αγνού βουνίσιου,
κι’ από τα μάτια σου τα ερωτικά και τα μεγάλα,
κι’ από τα μελιστάλαχτα τα χείλια,
πετιέται βάρβαρη όχεντρα και με δαγκώνει, η Ζήλεια.

Πηγή:
Εκλογή Β, 1962

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Roter Morgen, 2009

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012

 

***

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά
έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά
ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
πριν αποσπερώσει να τα βρω.

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά
τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
και τις αλυσίδες αρμαθιά.

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό !
πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
μού ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά
με τους πεθαμένους αγκαλιά.

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
πού ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

Πάρε, λέει, τα φίδια, βάλ’ τα στην καρδιά
και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
τό ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
άξιο τους αδέρφι να γενείς.

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
βιός μου και ρεγάλο και κληρονομιά
μού ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
μού ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ
μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ :
αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

Πηγή:
Δροσουλίτες, 1975

Εικονογράφηση:
Ηλίας Παρχαρίδης, Δρομέας του χρόνου, 2009

***

Σε μια τεφρή γλειμμένη γη που αρνιόταν να βλαστήσει
καθώς παραπονιόμουνα κάποιο πρωί στη φύση
βαδίζοντας στα κουτουρού κι ακόνιζα τη λάμα
της σκέψης πάνω στην καρδιά σαν σε σκληρό ένα πράμα,
είδα μέσα στο φως βαρύ να ’ρχεται προς τα κάτω
μεγάλο νέφος πένθιμο νεροποντή γεμάτο
μ’ έναν εσμό από δαίμονες, μια σπείρα κακοήθη
που θύμιζε αδιάκριτους νάνους σε παραμύθι.
Βαλθήκαν να παρατηρούν μ’ απάθεια τ’ άτομό μου·
κι όπως διαβάτες που κοιτούν τον παλαβό του δρόμου
αντάλλασαν νοήματα και μουρμουρίζαν κάτι
ο ένας στον άλλο μυστικά και κλείνοντας το μάτι.

Δέστε του Αμλέτου τη σκιά, την τραγική του στάση
που διάλεξε ο γελοίος αυτός τάχα για να του μοιάσει,
με βλέμμα αναποφάσιστο, μαλλιά ανακατωμένα.
Ντροπή δεν είναι για ένα αστό καλοθρεμμένο ή ένα
απόκληρο, ένα ηθοποιό και πιο σωστά θεατρίνο,
επειδή παίζει πειστικά τον μέγα ρόλο εκείνο
να θέλει να ενδιαφερθούν για τ’ άθλια του τραγούδια
οι τζίτζικες κι οι αετοί, τα ρυάκια, τα λουλούδια
και ν’ απαγγείλει ως και σ’ εμάς πού ’χουμε επινοήσει
τ’ αρχαία αυτά τεχνάσματα ; τη θλιβερή του ποίηση ;»

Ο αλαζόνας μου εαυτός που ξεπερνά τα νέφη,
οικτίροντας τους δαίμονες την όψη του αποστρέφει,
γαλήνια κι ηγεμονική απ’ το χυδαίο τους πλήθος,
όταν, ανάμεσα σ’ αυτούς, με σπαραγμό στο στήθος
διέκρινα ήλιε πώς μπορείς ν’ αντέχεις τέτοιο ψέμα !
των λογισμών μου την κυρά με το θεσπέσιο βλέμμα
μαζί τους να γελάει με τη δική μου απελπισία
και να τους ρίχνει πού και πού μια βρώμικη θωπεία.

Πηγή:
Δεκαπέντε ποιήματα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, 1994

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Χωρίς τίτλο, 2005

***

***

Σε καιρούς περασμένους, σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη, με βία βουβή. Βαρειές, ζοφερές αλυσίδες περισφίγγαν τις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη – κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η μυστική της κτίση. Πέρα απ’ τα ρόδινα βουνά της αυγής, στον ιερό κόρφο της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, φως ζωντανό που κατέκαιε τα πάντα. Ένας γίγας πανάρχαιος βάσταζε τον μακάριο κόσμο. Δέσμιοι κάτω απ’ τα βουνά κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Ανήμπορα και με μένος ανήλεο για των νέων θεών τη μεγάλη γενιά κι όσους μαζί της συγγένευαν, τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα σκοτεινά, μαυροπράσινα βύθη ήτανε μιας θεάς η αγκάλη. Στα κρυστάλλινα άνδρα ξεφάντωνε λαός τρυφηλός. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό κερνούσε το κρασί η αφθονία της νιότης – ένας θεός μέσα στ’ αμπέλια – μια στοργική μάνα θεά μες στων σπαρτών τον άπεφθο χρυσό – η ιερή μέθη του έρωτα, λατρεία γλυκύτατη στην πιο ωραία θεά. – Αέναη, πολύχρωμη γιορτή των τέκνων τ’ ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. – Με αφέλεια παιδική προσκυνούσε κάθε φυλή την αβρή, χιλιόγλωσση φλόγα, σαν νά ’ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδέα μονάχα, μια σκαιά οπτασία,

Που στη γιορτή χύμηξε βίαια την τερπνή
Και τις ψυχές τις έζωσε με άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Κανείς δεν βρήκε για να στηριχτεί έναν ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Και το θηρίο από κρυφό προσήλθε δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες κι αγωνία.

Παντοτινά τώρα απ’ τα πάντα χωρισμένοι
Όσα η ψυχή γλυκά ποθεί κι αποζητά,
Μακριά από κείνους που τους ήταν λατρεμένοι,
Τους μάταιους θρήνους τους και τ’ αναφιλητά,
Είδαν σαν σ’ όνειρο μονάχα οι πεθαμένοι
Την ανημπόρια μας που δέσμιους μάς κρατά.
Σκόρπισε κι έσβησε πια της χαράς το κύμα
Πάνω στων βράχων των αιώνιων το μνήμα.

Με τόλμη οι άνθρωποι, λαχτάρα αληθινή,
Εξωραΐζαν τη φρικτή τη μάσκα του Άδη.
Πώς σβήνει πράο παιδί το φως πριν κοιμηθεί –
Θά ’ρθει το τέλος, λέγανε, σαν άρπας χάδι.
Λειώνουν κι οι θύμησες στων ίσκιων την ροή –
Έτσι τραγούδαγαν το θλιβερό σκοτάδι.
Μα η Νύχτα έμενε αίνιγμα βαρύ η αιώνια,
Σκληρό σημάδι από μια βία καταχθόνια.

Πηγή:
Νοβάλις, Ύμνοι στη Νύχτα, μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Περισπωμένη 2011
(Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης «Άρης Αλεξάνδρου» 2012)

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σελαβής, Άτιτλο, 2011
(από την έκδοση της Περισπωμένης)

***

Ποιος με κοιτάει; ξυπνάει μέσα στο χνούδι μου ένα ρίγος
και του πουλιού είμαι η χόρταση στην αντηλιά
μες στη σιωπή μου αρχίζει η ανθοβολή και ο τρύγος
κι ο καρπός δένει στην ελιά.

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Όλες οι αισθήσεις μου μαζί στον ήλιο αεροτρεμίζουν
σαν φύλλα που στο πέταγμά του τράνταξε ο ερωδιός
άρπα μονόχορδη το σώμα μου το φωτοαγγίζουν
τα ρημαγμένα ουρανοδάχτυλα της Ηώς.

* * *

Πέτα όπου θες, τι τά ’χεις τα νιοφύτρωτα φτερά
κι εντός σου έχεις τη δύναμη για να σηκώσεις και όρη
σ’ αγκάθια και σε βάτα μέσα αστραφτερά
γίγαντα η μέρα από ψηλά σ’ εκυοφόρει.

Νά ’σαι της νύχτας —ρώταγε η ερωτοδότρα αυγή—
νά ’σαι της νύχτας το ένστικτο κι η αγρύπνια;
κι αν η ψυχή σου λαχταράει μ’ ένα άσμα σου να βγει,
σαν Ενδυμίωνα σού ’δωσαν για θάνατο τα ενύπνια.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; Το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Είπα δεν έχω πια φωνή κι ούτε με φύτεψε ον
είναι σαν να με γέννησαν ερωτοανάσες θεών.

Ο καθείς έχει δυο φτερά για να πετά εδώ κάτου
ο θεός εχτές που τά ’δωκε τα θέλει αύριο δικά του.

Όσο πετάω και τραγουδώ ποτέ δεν θα πεθάνω
κι όλα αν αλλάζουν γύρω μου, εγώ στο δέντρο επάνω

θά ’μαι μονάχα μια φωνή στη φύση που απεκρίθη
ο κόσμος είναι ανάμνηση που αρχίζει από τη λήθη.

Νεβρόπολις Ταυρωπού
Καλοκαίρι 1984

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1986

***

Σαν ρόδι που έσκασε κι έπεσε απ’ τη ροδιά
τα λόγια μου είναι τα σπυριά του που έχουνε σκορπίσει
σπίνοι μυρμήγκια σκώληκες κι ότι προστάζει η μυρωδιά
ζητούν από το θάνατο το αθάνατο μεθύσι.

«Ποιος είσαι;» τις χιλιάκουγα να με ρωτούν φωνές
μα έσβηνε κι όλο μού έσβηνε η φωνή μου ν’ απαντήσει
μόνο το φως σου έβλεπε το μάτι μου απλανές
που τύλιγε το σάπιο μου κορμί για να το ντύσει

μα εκείνο βόγκαε μέσα του να γίνει ένα τζιτζίκι
κι από τα μάτια της θεάς στα δέντρα έχει κρυφτεί,
αμέριμνο όπως κάθεται σε ταπεινό ένα ρείκι
ακούγεται στον πλάτανο ή σε μια ιτιά σκυφτή.

Τα μάτια του είναι αμέτρητα τη ροδαυγή ως κοιτάζουν
κι έχει μια διάφανη κοιλιά που τρέμει μες στο φως
και διαμαντένια της Ηώς τα μάτια δάκρυα στάζουν
μα αθέατο μένει κι άπιαστο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Όλα τα ρυάκια τις βροχές τα νέχταρά σου φύση
τα ζαρωμένα μάτια μου στο φως έχουν ρουφήσει.

Μια σε κοιτάζω μέσα μου και μια σε βρίσκω απ’ έξω
στο κάλεσμα του μυστικού σου είμαι έτοιμος να τρέξω

με αδύναμα νεφρά καρδιά και με κομμένα μέλη
και με τη μνήμη ολόξερη κερήθρα δίχως μέλι.

Μα ολόστεγνο προτού βρεθώ κουφάρι το χειμώνα
το κορμί βόγκαε μέσα του βαριά κι ανυπομόνα’

να γίνουν διάφανα φτερά τό ’να και τ’ άλλο χέρι
και τζίτζικας να τραγουδάω μόνο ένα καλοκαίρι.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Βαθιά σου αντιζυγιάζεται το νάτριο με το χλώριο
σταλαγματιά αστροθάλασσας φωτιάς πολλοστημόριο.

Ω νά ’κουγες το στρόβιλο της αρμονίας των ιόντων
κραύγαζε μες στη δίψα σου το μυστικό των όντων.

Το κάλιο δίνει στη φωτιά τη λάμψη, το μαγνήσιο
κάμνει να δείχνει πιο όμορφο το ψεύτικο απ’ το γνήσιο

κι ο άνθρακας ψευδάργυρους σμίγει ν’ αναμετρήσει
τη ρίζα από το φύλλωμα το σύννεφο απ’ τη βρύση.

Σαν το άστρο, τό ’χεις μέσα σου που θα σε τρώει το στόμα
τα γηρατειά αντιμάχονται τις στάχτες και το χώμα

κι ακόμη στων καλοκαιριών τη φλόγινη ανυδρία
στάλα τη στάλα μέσα σου σε ξεδιψάει μια υδρία

και κάτι από τα σπλάχνα σου φτερό πάει να φυτρώσει
φτερό διπλό σε φτερωτό να σε μεταμορφώσει.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Ψάξε το σώμα σου, άκουσα από μέσα να μου λέει
ο αντίλαλος που χάθηκε απ’ το μάτι του Πανός
τα γερασμένα χέρια και τα πόδια σου τα καίει
χωρίς να τ’ αφανίζει η αργή φωτιά του μηδενός.

Πίσω απ’ την αίσθηση μονιάζει ο χρόνος πλάι στο χέρι
που και στον τάφο φλέγεται από χάδι ερωτικό
σώμα μου αστράφτεις το ίδιο κάθε νύχτα ή μεσημέρι
στης Ηώς τα μάτια ως ξαναλάμπεις νεανικό.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, La rivoluzione siamo noi III, 2008

*

***

Ποιος κλαίει πικρά, ποιος τους κινδύνους του αποβάλλει
και σερπετά τα λόγια του δαγκώνουν την ουρά τους;
έχω μια λάμψη ανόλεθρη κρυμμένη στο κεφάλι
στον ήλιο είμαι ένα δέντρο με καρπούς αοράτους.

Μαθαίνω το αύριο μου στο φως όσο με τρώει
κι όσο με θάβουν χρώματα και φέγγη θηλυκά
οι αισθήσεις μου χορεύουν σε ύψη, μυστικοί θρόοι
μού ’ρχονται και αναλύομαι σε ουρανικά υλικά.

Ποιος κλαίει πικρά; τα λόγια είναι πηγάδια, η στέγνια
το φίδι η αράχνη και η τσουκνίδα που τα κατοικούν,
η ροδοπέταλη μορφή η άγρια Ερινύς και η έγνοια
η μια την άλλη δεν ακούν.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Πρώτο Λεμόνι, 2008

***

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941) 

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, χωρίς τίτλο, 2011

.

.

Στον Γιώργο Κακουλίδη

Κοιμήσου και παράγγειλα
δραγάτη το φεγγάρι
γέρνει σαν υπνοφαντασιά
λάμπει σαν παλικάρι
που νίφτηκε στολίστηκε
πέρασε φυλαχτάρι
της άνοιξης το κάλεσμα
στα στήθια κεχριμπάρι
στη μέση ζώστηκε σπαθί
στο χέρι το κοντάρι
να χτυπηθεί με το θεριό.

* * *

Του Αηγιωργιού η χάρη
κάθεται στα μαλλάκια του
σγουρά σαν το μανάρι
χτυπάει ο δράκος μια φορά
χτυπάει ο νιος σαράντα
πηδάει το αίμα του θεριού
ποτίζει το χορτάρι
βογγούν οι υψηλές κορφές
αχούνε τα φαράγγια
λιώνουν τα χιόνια στα βουνά
με τ’ Αηγιωργιού τη χάρη
κινάει ο νιος ο τυχερός
τη λυγερή να πάρει.

Ευθύνη, τχ. 284, Αύγουστος 1995

.

Δίπλα στη θάλασσα θα μείνω για ν’ ανοίξω
έναν ορίζοντα στο βάθος της ψυχής
και μια φωτιά μέσα στο στήθος μου θα κλείσω
για να χω ένα σημάδι επιστροφής
σε μιαν Ιθάκη που θα πρέπει να γυρίσω
μ’ ένα ταξίδι μιας ολόκληρης ζωής.

Τρομάζω την οργή του Ποσειδώνα
φοβάμαι των ανέμων το θυμό
κρυώνω μοναχός μες στο χειμώνα
μα σ’ αγαπώ κι έχω από κάπου να πιαστώ.

Ένα σεντόνι να κεντήσεις να το στρώσεις
όταν γυρίσω να ξαπλώσουμε μαζί
μ’ ένα σου βλέμμα ό,τι πέρασα να νιώσεις
να ημερέψει η αγριάδα στην ψυχή
κι αν κοιμηθώ την αγκαλιά σου να μου δώσεις —
μη με ρωτάς δεν έχουν τέλος ούτε αρχή.

Μ. Θεοδωράκης-Κ. Καρτελιάς, Οδύσσεια, 2007

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ Ι

Χάραξε τη μνήμη σκληρά η μορφή της:
τα μαλλιά που ο αγέρας τα τυραννούσε,
ο λαιμός που σφίγγαν —επίχρυσοι όφεις—
τα περιδέραια,

ο ίσκιος των βλεφάρων που σαν μαγνήτης
τον τραβούσε ολέθρια κι η κρύα λάμψη
των γλαυκών κορών της, που ως Μέδουσα άλλη
πάγωνε το αίμα.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙ

Βρέθηκε κατόπιν στ’ απόκοσμο άλσος,
όπου μύριες λεύκες αργά θροΐζαν:
ανοιχτήκαν ξάφνου μπροστά του οι άδειοι
κήποι της Όρφνης.

Κι από το στερέωμα των άστρων πάνω,
από της Σελήνης τον άυλο κύκλο
έπεφτε συνέχεια στους κήπους κάτω
φέγγος και δνόφος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙΙ

Έπειτα μονάχος μες το σκοτάδι
χάθηκε στης πόλης τους λαβυρίνθους,
σ’ άδειες στενωπούς και σε νεκρωμένους
μύριους μαιάνδρους.

Πιο μακριά μετά στο ποτάμι δίπλα
βάδισε κοιτώντας στην άλλην όχθη
μαυσωλεία κι ηρώα που κυπαρίσσια
δορυφορούσαν.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV

Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.

Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν  με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ V

Φεύγοντας για πάντα τη νέα Κολχίδα,
τους λευκούς χειμώνες, τις άγριες νύχτες
είδε τον λιμένα μια μέρα πάλι
της μεσημβρίας.

Στρόβιλοι φωτός κατεβαίναν ξάφνου
από τους γλαυκούς ουρανούς του θέρους
κι ως και τους δαιδάλους βαθιά του νου του
φώτιζε η λάμψη.

Μεσομήδης, 2008

.

Αυτές οι μέρες έχουν πάντα αίσιο τέλος
Μάγισσες ηττημένες που θα φύγουν
Χρυσές πλεξίδες σε παράθυρα που ανοίγουν
Δράκοι που πέφτουνε νεκροί από ένα βέλος

Μη βγεις ποτέ μέσα από τις σελίδες
Εκεί θα είσαι η δική μου αγαπημένη
Με μάγους και με ξωτικά τριγυρισμένη
Κι απ’ τις δικές μου τις στεγνές ελπίδες

Θα ρθω και θα σε πάρω κάποιο βράδυ
Σαν πρίγκιπας με το άτι σαν ιππότης
Κουτσός και μολυβένιος στρατιώτης

Ή ακόμα, με της μάχης το σημάδι
Σα βάτραχος, σαν κύκνος ή σα λύκος
Μα όπως και να χει, πληγωμένος ως συνήθως.

logopaigniasedueto.blogspot.com, 2010