+ν+_+¬_Ζ+¬+¦+υ+_+¬ +γ+-+¦+¦+¬+χ_Γ 2012

***

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης σου το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.

Πηγή:
Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα, 1980

Εικονογράφηση:
Τζουλιάνο Καγκλής, 2012

*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Κυριακή Μαυρογεώργη_ Be good_2012

***

σε γλώσσα καθαρεύουσα

. . . Κρατώ την μνήμην
διαρκούς αδυναμίας: ότι ερήμην
της θελήσεώς μου έχουν συντελεσθεί
τα γεγονότα του βίου μου. Ότι ήμην
αμέτοχος της προετοιμασίας τους κι ετοίμην
εύρισκα την διαδοχήν τους, την ευπαθή.

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Κυριακή  Μαυρογεώργη, Be good, 2012

Στέφανος Ρόκος, Η φύση 2, 2008

***

Σ’ όσα, χθες βράδυ, έζησα με πάθος
ο ύπνος τη θύμηση έδεσε σφιχτά.
Και τώρ’ από του είναι μου το βάθος,
που μόλις αρχινάει και ξυπνά,

ξανάρχονται στο νου μου βιαστικά
όσα, χθες βράδυ, έζησα με πάθος.
Όλα σωστά. Κανένα λάθος.
Το ένα γεγονός ακολουθά

το άλλο, όπως ακριβώς και χθες . . .
Αλλ’ έχει αναμορφώσει τις σκηνές
κάποια του ύπνου ανεξιχνίαστη πράξη :

έχει αδιόρατα τονίσει μερικές.
Τόσο, που αν και κρατούν την ίδια τάξη,
κάτι πολύ έχει αλλάξει απ’ αυτές.

Πηγή:
Χωρίς τίτλο, 1956

Εικονογράφηση:
Στέφανος Ρόκος, Η Φύση 2, 2008

Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

***

Μνήμη Μανώλη Μ.

Σε κλείσανε άστοργοι καιροί
σε κάγκελα και σε καθρέφτες
έρχονταν ύστερα σαν κλέφτες
να σου ανάψουνε κερί.

Δε μίλαγες, δεν έβγαζες φωνή
βουβός και παραπεταμένος
μες στη ζωή σου ήσουν ξένος
ποιος κλαίει κρυφά και ποιος πονεί;

Έγειρες να ξεκουραστείς
αμέτρητες μέτρησες ώρες
πάνω σου στέγνωσαν οι μπόρες
δεν είχες να τις μοιραστείς.

Εκεί, στο τέλος της ποινής σου
σου ’ταξε η μοίρα μιαν ευχή
τη δέχτηκες σαν προσευχή
και σαν κλειδί του παραδείσου.

Τώρα αναπαύεσαι στο χώμα
βρήκες εκεί μιαν αγκαλιά
μαζί μ’ αδέσποτα σκυλιά
μοιράζεσαι το ίδιο στρώμα.

Μα δε σε νοιάζει, δε λυπάσαι, δεν ρωτάς
αυτός ο κόσμος όλα λάθος τα ζυγιάζει
ανάπηρος περνά, δε λογαριάζει
πόσες ρυτίδες μέσα σου μετράς.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

.

Στην Ευδοξία Ελευθερίου

Ο κυνηγός που πιάνει το ελάφι
μονάχα στις μπογιές της ανασαίνει.
Του δίνει αιθέρα, λάβδανο και θειάφι.
Την πινελιά τραβάει την αγιασμένη
να σβήσει τη ζωή που πήγε στράφι
— στην όψη που ευλογεί αγριεμένη.
Κοιλοπονά, μα πώς να ξεγεννήσει
τους δράκους που την έχουνε γεννήσει.

Ταΐζει μ’ άστρα κι αίμα τα σκυλιά της
και γυάλινα τα κρύβει στις βιτρίνες.
Στην τελετή που βάφει τα μαλλιά της
τραβάει απ’ άκρη σ’ άκρη τις κουρτίνες.
Στο στήθος η παλιά δεντρογαλιά της
αόρατη δαγκώνει αιμοσφαιρίνες.
Τι σχέση εγώ, εσύ κι ο Ενδυμίων.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων.

Εργάτες ταπεινοί φορώντας ντρίλι
κι εργάτριες παλιές χρυσές αράχνες
νερό της ερημίας και τριφύλλι —
τα βήματά μου ανάσαιναν στις πάχνες.
Ποτέ στη γη δεν ήταν τέτοιοι φίλοι
σαν μάρμαρο που το στολίζουν δάφνες.
Γιατί δε μας τα λέγαν όσο ζούσαν
εκείνοι που κρυφά μας αγαπούσαν ;

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.
Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,
κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη,
επίφοβες παλιές αδυναμίες,
πασατέμπο, στραγάλια, ασετυλίνη,
υπεύθυνες δηλώσεις. Ατιμίες.
Γονάτισε στο Μαύρο, το δικό της,
κι ευθύς επαύθη το χερουβικό της.

Αφίσα: Παίζουν Μαυρέας-Βερώνη.
Παλτό καφέ καμηλό και λουστρίνι.
Μάλλον καστόρι παπούτσια και ζώνη.
Εγώ με καπέλο. Κρατά φιγουρίνι.
Δε διακρίνω καλά στην οθόνη.
Ο Ταρζάν. Το χαρέμι. Κοκαΐνη.
Από σκοινί, μαχαίρι και τσιγγέλι
αυτοκτονούν στα χέρια της αγγέλοι.

Δεν κλαιν μόνο τα μάτια και τ’ αυτιά μας,
τα δόντια και τα νύχια μας θρηνούνε.
Μα κλαίνε πιο πολύ τα κόκαλά μας
όταν με πόνο αργό συναντηθούνε.
Το δέρμα, oι κλειδώσεις, τα μαλλιά μας
των ουρανίων γλώσσα ομιλούνε.
Μιλούν όπως τα έπιπλα και τρίζουν
γι’ αυτό όταν κλαίνε πάντοτε ραγίζουν.

Ξερνούν οι μεθυσμένοι στα σανίδια
καρφίτσες που μαζεύει ο μαγνήτης
κι ο θάνατος φυσάει ροκανίδια.
Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της.
Σκουλαρίκια, κολιέ και δαχτυλίδια
σ’ ένα πηγάδι ριγμένα μαζί της.
Τ’ άλογά της, τ’ άλογά της στο κρύο.
Στο κρύο, τ’ άλογά της, καφενείο.

Ένα γράμμα. Λεφτά. Κάτι που ανάβει
και σβήνει, το φτερωτό μαύρο φίδι.
Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Γιουγκοσλάβοι
χαλίκια σπάζουν. Εκλογές. Φτιασίδι
ενός κόσμου που — Ζώ σ’ ένα καράβι
και μένει ακίνητο, σάπιο ταξίδι.
Τους πόνους ράβει και πόνους γαζώνει
και τους μοιράζει στον κόσμο για ζώνη.

Βρέχει. Σκυλί. Πλατεία επαρχίας.
Ιώδιο μυρίζει και αιθέρας.
Όλα συμπίπτουν. Σκηνές ναυμαχίας.
Τοπίο ακαθόριστης ημέρας.
Του χρόνου τα παιχνίδια κι ευτυχίας
γλυκό του κουταλιού, παλιός αγέρας
που σβήνει τόσα σπίρτα μες στο βράδυ.
Tο κόκκινο στα χείλη είναι σκοτάδι.

Γυαλί τριμμένο. Παράσταση. Χιόνι.
Σαν να ’τανε γιορτή και καρναβάλι.
Αγόρασα οινόπνευμα. Οι πόνοι
στα δόντια μου κι αξύριστος. Σπατάλη.
Ο Τσέχωφ. To πιοτό μου και τ’ αφιόνι,
τα χρέη της καρδιάς, κακό κεφάλι.
Ντύνομαι Άμλετ. Βάφομαι. Η μπέρτα
σκεπάζει ξίφος και μοτοσυκλέττα.

Διαμάντια στην καρδιά. Την πίεσή της
ο Λόρκα με τ’ αηδόνια του ανεβάζει.
( Αυτόν, πώς τον θυμήθηκα μαζί της; )
Τραγουδά: «Ένας σκύλος που σπαράζει».
Μ’ ενοχλεί που αναβλύζει η ψυχή της
πορφυρές μυρωδιές και διαβάζει
το γυάλινο ψάρι κορμί μου.
Χωρίς γυαλιά πώς να δω την ψυχή μου.

Το βράδυ την ακούω που καρφώνει
το ακουστικό επάνω στο αυτί της.
Τηλεφωνεί ξανά στην Περσεφόνη
ρωτά και ορίζει τη συνάντησή της.
Ληστείες, απεργίες (τόσοι φόνοι)
αδιαφορεί να μάθει το κορμί της.
Τα ψάρια καίγονται. Καίει το τηγάνι.
Θυσία στους αθάνατους τα κάνει.

Κάτι μου λέει. Τραυλίζει. Το στόμα
στραβώνει. Ο γιατρός απατεώνας.
Το ασθενοφόρο αργεί. Bγαίνει βρώμα
κι απ’ τα φτερά της. Χτυπάει κυκλώνας.
Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα
περνάει από το μάτι μιας βελόνας.
Μια μέρα πριν, μου λέει τ’ όνειρό της.
Χαρά ! της λέω. Μαυρίζει το είδωλό της.

Σιρόπια, χάπια, υπόθετα, ενέσεις,
των γιατρών συνταγές, σημειώσεις.
Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις
το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.
Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.
Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.
Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη
να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη.

Το νεκρό καφενείο, 1997

.

Το νησί είχες αφήσει τον καιρό του πολέμου
λησμονιά προσπαθούσες να βρεις, μα του κάκου
πάντα σ’ έφερνε πίσω το τραγούδι του ανέμου
να μιλήσεις φοβόσουν τώρα σώπα και άκου !
Δες: τα σύννεφα παίρνουν ξανά τη μορφή σου
όσα νόμιζες πια πεθαμένα θυμήσου !

Το μυαλό σου γυρίζει στο σβησμένο καντήλι
και μια κόρη θλιμμένη που κούναε μαντήλι
Τάχα ποιος να προσμένει τώρα πια στο νησί σου ;
Ένας τύμβος μονάχος που κοιμάται η αδερφή σου
και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει,
στα χαλάσματα πάνου το τραγούδι σού λέει . . .

Η πομπή προχωράει με τραγούδια θανάτου
τη Λητώ μη θρηνήσεις που για πάντα εχάθη
μ’ αν ο ήλιος κατέβει στης αρμύρας τα βάθη
στο νησί των ανέμων, όλα πάλι δικά του.
Δε θα στέκουμε άλλο με σκυμμένο κεφάλι
το νησί θα φωτίζεις με τη λάμψη σου πάλι !

Γυάλινες βάρκες, 2010

.

Με  κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω  απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα ένα τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες  ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα  τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά.  Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια που δεν ξαποσταίνουν.

Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός  σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και  να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα τον αποικίζει, τον γλεντάει.

Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά  μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού, κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον έπαινο γινόταν,

ή να μην πολεμάει (καμένο το χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του –
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα μεγάλη
το φόρτωμα του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου  το στολίσει.

Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι, όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια οφθαλμαπάτη.

Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια, έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής – μες  στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν  μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το  εξωγήινό τους.

Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι  φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα,  σαν να ’χα
γευτεί πραγματικά το τέλος, τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου. Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην του πει ένα ψέμα,

μην . . . . ;  Ή τη διαβολικά κινημένη βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο να κλέψει; –
Μες στην αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά  πετύχει.

«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως  κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο κερδισμένο.

Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί, φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού απ’ τον ελαιώνα.

Βραδιά στο «Flower», 2001

Βαρκούλα μανούλα πού πάμε;

Λέγαμε πάντα αγάλματα δεν υπάρχουν κόκκαλα μόνο
μια χλόη που γέρνει πάλι στο χώμα κι άγρια πουλιά
(όσα ξεφύγαν)· άπιστης χαρμολύπης εν τέλει η σιγαλιά
πλάγιασε μαλακά στο αλεύρι και θέρο και καταχείμωνο.

Πάλι ρωτάς τί απόμεινε; Κονάκι κλειστό στην πόρτα αλυσίδα
(θα φύγουμε απ’ τό σπίτι τελευταίοι) τα υπόλοιπα βήματα
κάπου εδώ γύρω ξερός πηλός στα χέρια κάποιου κανατά —
ψιθύρισε λοιπόν κι εσύ γνωστόν και άγνωστον είδος η ελπίδα.

Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει
(πόσοι άραγε κατάλαβαν;) δεμένος είναι ο κόσμος, τρομάζει, ………………………ενώ
μεγάλη η τρομερή σιωπή για όλους μα όχι μερίδιο κοινό·

δίκαιο θα ’ναι νά ’ρθουν τα πάμπολλα νερά που έχει η Φύση
ό,τι ονομάστηκε κακό, πλημμύρα ατέλειωτη από μάγισσα βροχή
ίχνος κανένα μην αφήσει — να πάει στο διάολο ή να γυρίσει
……………………….πίσω η Εποχή;

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

Τα κάλαντα ξεκίνησα να πω
κι η πάχνη τα πλευρά μου κοκαλώνει,
η μάνα το χριστόψωμο ζυμώνει
καθώς τελειώνει το 58.

Διάφανα κρύσταλλα-σπαθιά στα κεραμίδια
τα δάκρυα του χειμώνα παγωμένα,
στα ρείθρα τα νερά κρουσταλλιασμένα
ακίνητα σαν ναρκωμένα φίδια.

Γνωστούς και συγγενείς θα πάρω στη σειρά.
Οι θείοι θα μου δώσουν διφραγκάκια
οι γείτονες δραχμές, πενηνταράκια
που θα τα ρίξω μέσ’ στον κουμπαρά.

Οι πάρα πέρα μπακλαβάδες και τσαπέλες
και χάρτινο δεκάρικο η νονά
κι όταν περάσω από την αγορά
ο μπακάλης θα μου δώσει καραμέλες.

Αργά το μεσημέρι θα επιστρέψω
χαρούμενος και πουντιασμένος
θ’ αχνίζει ο τραχανάς σερβιρισμένος
και με τα σπιρτοκούτια μου θα παίξω.

Θα δω τη Νέα Υόρκη χιονισμένη
στην κάρτα που μας έστειλεν η θεία,
θα ταξιδέψω με τη φαντασία
ως την Αμέρικα που ζει ξενιτεμένη.

Το βράδυ μέσ’ στην ησυχία
θ’ ακούω στις πάχνες το Χριστό
στα ζα μας να μοιράζει το σανό
και σύνταχα θα πάω στην εκκλησία.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ξυπνώ και βρίσκομαι σ’ άλλον αιώνα
πενήντα εννιά χειμώνες με βαραίνουν
και τα Χριστούγεννα σημαίνουν
στης τηλεόρασης τον κυκεώνα.

Όσοι με φίλεψαν σαν ήμουνα παιδάκι
είναι φευγάτοι από καιρό
κι εγώ να ξέρω δεν μπορώ
για πόσο ακόμα θα κρατώ το δοιάκι

του τιμονιού, στη βάρκα αυτής της ζήσης
που πλέει σαν καρυδότσουφλο σπασμένο
στο καθημερινό το κύμα τ’ αφρισμένο,
γιομάτο από τις παιδικές μας αναμνήσεις.

2006 (2010)

.


.

* * *

ΜΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΥΤΟ του Γ.Χ. Θεοχάρη, οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» σας εύχονται Καλές Γιορτές, Αίσιο και Ευτυχές το Νέο Έτος!

Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι για μας καιρός ανάπαυλας. Θα επιστρέψουμε μετά τα Φώτα.

* * *

.

Στον Θεόφιλο Σωτηρίου

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.

Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.

Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,

να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Μαύρα λιθάρια, 1981

.

Δουλειά της νύχτας τα ποιήματα∙ τα βλέπει η μέρα και δεν εννοεί.

Κόσμος με τ’ άλεκτα σ’ αγαπώ τ’ ανείπωτα δεν υπάρχει τώρα
λύπη κατεβαίνει από τα δέντρα πίκρας αλαλία και σιωπή
ο θάνατος μνήμων πάντοτε κι από του τάφου την οπή
τραγούδια τάχα, νεράκι ευχής, ξανθά σγουρόμαλλα δώρα.

Μάτια μέσα στ’ αόρατα δάκρυα αίμα αθέατο κι όμως ποτάμι
σφάζουν ήλιους καθώς στο μαχαίρι τελειώνουν τα πρόβατα
σκοτάδια μαύρα δηλαδή κι ο σπινθήρας-χλιμίντρισμα δεν απαντά
στο πρόβλημα, δεν το ραγίζει∙ να σκάσουν γαρίφαλα πρωτοετή και ……………………. .. .. .. ….  …………………………………………………………..γάμοι

απελπισμένοι στους αιώνες. Κι εγώ (σαν κάτι να μου κλείνει το ……………………… . . . . . ……………………………………………………………..στόμα)
με τους νεκρούς είμαι λοιπόν; Χνούδια, λένε και μικρά πουλιά
σαλεύουν στον ύπνο – ζεις δεν ζεις όπως τ’ ανοιξιάτικα ζουμπούλια.

Αν τίποτε δεν ειπώθηκε ακριβώς (αέρας, νερό, φωτιά, χώμα)
ας πούμε πάλι τάξη την βραδυπορούσα (μήπως) καλία των ημερών –
Αρματολέ, δυσεύρετε Γρηγόριε Σταυρίδη, απόκοσμος εδώ και
………………………………. . . . . . …………………………………………………….παρών!

Χαιρετισμοί, 1995

.

Κάτω από παλατιών στοές πολύ καιρό έχω ζήσει,
π’ άλλαζαν χίλια χρώματα στων ήλιων τις φωτιές·
τα τόξα, οι θόλοι, οι στύλοι τους, αγέρωχοι και ίσοι,
έμοιαζαν, όπως βράδιαζε, παραμυθιού σπηλιές.

Τα κύματα, κυλώντας τις μορφές των ουρανών,
της μουσικής των έσμιγαν τη δυνατή αρμονία
με του ηλιοβασιλέματος τη φαντασμαγορία
που την καθρέφτιζαν οι κόρες των ματιών.

Έζησα εκεί με τις γαλήνιες απολαύσεις:
με το γλαυκό το διάστημα μέσα απ’ αφρούς και γλάρους,
με αρώματα και μελαψές σκλάβες γυμνές και σκλάβους.

Το μέτωπο μού δρόσιζαν με κλώνια από βαγιές,
και να μαντέψουν γύρευαν κι έγνοια τους είχαν μόνο
το μυστικό το οδυνηρό που μ’ έκανε να λιώνω.

Στυλιανός Αλεξίου, Το εντευκτήριον, 2004

.

Άσπρα καλοκαίρια, κόκκαλα
χειμώνες μου, δέντρα γυμνά.
Πιάνω το τραγούδι μου ξανά
πίσω απ’ τις οθόνες και τα κρόταλα

που στραγγίζουν την ζωή μου βυθισμένη,
σκεπασμένη φοβερές εικόνες.
Κατάφορτη χρόνια κι αιώνες
Δευτέρα. Κιόλας φαγωμένη

Από τη μαύρη τρύπα, τ’ άγριο στόμα.
(Έχω φύγει ή εδώ είμαι ακόμα;)
Είμαι στη Μάνα μου κοντά· Δευτέρα.

Χαράζει η σιωπή της πλατυτέρα.
Η γλώσσα του ίσκιου της, βαθύ μου σώμα
η δρόσος του καλοκαιριού, το θάλπος του χειμώνα.

Πουλιά της νύχτας, 2005

.

Περπατούσες μόνη, λυγερή,
στης λεπτής βροχής τη νοσταλγία.
Υγρασία κρύα, νοσηρή,
κι έμπαινες, αέρινη κι αβρή,
στης θλιμμένης άχνας τη μαγεία.

Γύρω σου, τα πρόσωπα, θολά,
μάκραιναν, σκιές παραπατάνε.
Η βροχή, μονότονα κυλά,
μαργαρίτες πίκρας ξεφυλλά,
κι η καρδιά, πιστά σ’ ακολουθάνε.

Μιά μελαγχολία γελαστή
έζωνε του δρόμου τη γαλήνη,
κι έτρεμα, μην τάχα κι ακουστεί
τ’ άρρυθμό μου βήμα, και σκιστεί,
η γλυκιά των θρύλων ευφροσύνη.

Όρθρισες γλαυκή φεγγοβολή,
μέσα μου, κι ορθάνοιξες τα φρένα·
σύνθετο μου φάνταξες βιολί,
της ευδίας φως ανθοβολεί
στα τραυματισμένα περασμένα.

M’ άξαφνα, γοργή, σιωπηλή,
χάθηκες στο γύρισμα του δρόμου.
Και ρωτιέμαι: μήπως η τρελή
σ’ έπλασε καρδιά μου, στην αχλύ,
ζωντανό να βλέπω τ’ όνειρό μου;

Κι από τότε, νιώθω στην ψυχή
κάτι σα χαρά και σαν οδύνη.
Υγρασία, μούδιασμα, βροχή.
Είμαι μοναχός μου. Μοναχή
πέρασες κι εσύ, σκιά, που σβήνει.

Σκιαμαχία, 1989

.

Θυμάσαι, φίλε, φοιτητές στη Σαλονίκη,
τότε που κρύβαμε τον ήλιο στις ματιές
εσύ την Άννα αγκαλιά κι εγώ τη Νίκη
στο ταβερνάκι στις Σαράντα Εκκλησιές
εκεί που πίναμε κρασί απ’ τις καρδιές.

Τα μεσημέρια σαν ερχόταν Κυριακή
στο Καυτανζόγλειο να δούμε Ηρακλή
κι ύστερα πρέφα δυο δεκάρες το καπίκι
χόρευαν τ’ άστρα λες και γιόρταζαν τη νίκη
γελούσε η Άννα, γελούσε η Νίκη.

Θυμάσαι, φίλε, μια βραδιά στη Σαλονίκη
με το πτυχίο ξεκινήσαμε γι’ αλλού
πώς ’ξαργυρώσαμε την Άννα και τη Νίκη
σ’ ένα ταμείο κάποιου μέλλοντος θολού
μη με ρωτάς το ’χω ξεχάσει προ πολλού.

Τώρα στρωμένοι στο ψητό της Κυριακής
ούτε ρωτάμε πόσο ήρθε ο Ηρακλής
για τουρισμό μονάχα στη Θεσσαλονίκη
για μια επείγουσα δουλειά – για κάποια δίκη
καημένη Άννα, καημένη Νίκη.

Η νύχτα στο πιάνο, 1995

.
Γριά κυρα-Λισάβετ θα σε πάω στη Μηχανιώνα
τσίλικο τ’ αμάξι και κρασάκι όπως σ’ αρέσει
μην πονάς θα βρούμε στο φεγγάρι κάποια θέση –
κάντρο των μελλοντικών αντικέρ στον κουφόν αιώνα!

Θα ναι εκεί η Μαρία με τον Σταύρο και τον Τόλη
ούτε γάτα ούτε ζημιά ήσυχα στο περιγιάλι
μοναχά μια νύχτα μακρινά τα φώτα κι η βαβούρα ζάλη –
στο αδειανό κεφάλι μας κολλημένο ένα πιστόλι.

Ζωντανοί νεκροί το χάραμα για τη Σαλονίκη πίσω
μελαγχολικό τραγούδι απ’ τα παλιά λησμονημένο
τα Ντεπώ και τα Κουλέ Καφέ με αεράκι ξένο
και σημερινό –τι λες;– λέω πάλι ν’ αγαπήσω. . .

Στον ίσκιο της γης, 1986