.

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2012

Advertisements

.

Tη γνώρισα στο internet σε room που κάνουν chat
μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες,
εγώ είχα για nickname μου το Yasser_Arafat
κι αυτή είχε το ψευδώνυμο kanw_pipes_spoudaies.

Δειλά δειλά είπα στην αρχή να κάνω μία κλήση,
να πάμε λίγο private να γίνει γνωριμία.
Αφού τις πίπες σκέφτηκε στο room να διαφημίσει
μάλλον δε θα ʼχει αντίρρηση κι εγώ να δώσω μία.

Κλικάρω. Ανοίγει private παράθυρο με θέα,
γράφω age, sex, location και πως πολύ γουστάρω
και μου απαντά στα greeklish της eimai poly wraia
kai dexomai an epithymeis mia pipa na sou parw.

Το δέχτηκα και πίστεψα πως θα τη συναντήσω,
της ζήτησα διεύθυνση -γαμίκος παιδιόθεν-
κι αυτή μου είπε εικονικά λέει να τη γαμήσω
γιατί γουστάρει πιο πολύ το σεξ εκ του μακρόθεν.

Άκου να δεις! Από μακριά πίπα θέλει να πάρει…
Πώς γίνεται τώρα αυτό δεν το ʼχω καταλάβει,
πώς διάολο μέσω internet θα στείλω το παπάρι;
Και πώς θα διασφαλιστεί πως όλο θα το λάβει;

Με φίλους κουβεντιάζοντας πήρε το αυτί μου κάτι,
είναι καλό το cybersex πίσω από την οθόνη,
δε θέλει προφυλακτικά δε θέλει ούτε κρεβάτι.
Το γαμημένο το internet τον κόσμο πώς ενώνει!

Από την άλλη όμως μπορεί -αν τέτοια επιλέγεις-
να μπει μέσα η γυναίκα σου στα πράσα να σε πιάσει
μπροστά από την οθόνη σου την πούτσα σου ν’ αρμέγεις.
και τότε ένα είναι σίγουρο. Ο γάμος θα χαλάσει.

Τζάμπα το ρίσκο. Cybersex και άλλες αηδίες,
πρόστυχα τηλεφωνικά με ζουμερές ατάκες,
οι νέες τάσεις των καιρών, οι on line γνωριμίες,
να δείς δεν το γλιτώνουμε, θα γίνουμε μαλάκες.

stixakias.wordpress.com, 2007

.

Στον έρωτα οι ξένες σού μιλούν ελληνικά
Και βέβαια σου λεν τα πιο γλυκά
Λόγια της γλώσσας μας που ξέρουν να σου πουν
Όμως στον οργασμό έτσι και φτάσουν
Τα ελληνικά τους ψάχνουν, προσπαθούν
Μα δεν μπορούν τη γλώσσα μας να βρουν
Μα δεν μπορούν τα λόγια της να πιάσουν
Γιατί το σώμα είναι τότε που μιλά
Κι από τον πρώτο κόσμο τους βαθιά
Η μητρική τους γλώσσα ξεπηδά
Σχεδόν μιλάει της φυλής τους το τοτέμ
Όταν παράφορα κραυγάζουν ή σου λεν
Βραχνά, λιπόθυμα, γλυκά και τρυφερά
Ντάρλιγκ! Αμόρε μίο! Ιχ λίμπε ντιχ! Ομπίτσιαμ τε! Ζε τ’ εμ!

Έρως ανίκατε μάχαν, 2004

.

Η Ζηνωνίς φιλόλογο το Μένανδρο έχει πάρει
μονάχα, λέει, για το γιο, το άξιο παλικάρι.
Μα αυτός τις νύχτες μελετά την κάθε συζυγία,
πτώσεις, συνδέσμους και φωνές, μαζί με την κυρία.

Παλατινή Ανθολογία, 2009

.

Φείδων, ως πότε τα φιλιά θα δίνουμε λαθραία
και θ’ ανταλλάσσουμε ματιές, βλέμματα φευγαλέα;…
Με τα μισόλογα κανείς ως πότε θ’ αναβάλλει;…
Είναι η καθυστέρηση της ομορφιάς σπατάλη.
Προτού η τρίχα σου να βγει και γίνει σαν τη βέργα
εμπρός, σε λόγια τολμηρά να προστεθούνε κι έργα…

Παλατινή Ανθολογία, 2009

.

ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ

.

α΄

Κρίνο βαστάω
Κι έχω ντύσει με χώμα
Τον άγγελό μου

β΄

Πήγαν τα μάτια
Εκδρομή στο κορμί σου
Κοίτα βραδιάζει

γ΄

Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου

δ΄

Γιορτές των ώμων
Στις μασχάλες σας θάλλουν
Τρυφερά πένθη

ε΄

Μικρό βυζάκι
Χόρτασε το φιλί μου
Να μεγαλώσεις

στ΄

Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου

ζ΄

Σ’ ένα ντιβάνι
Τρυφερός γαλαξίας
Με μαύρες τρύπες

η΄

Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια

θ΄

Άσπρο φεγγάρι
Στην κοιλιά σου φωλιάζει
Πάρε με μέσα

ι΄

Τόσο υπάρχεις
Που ’ναι πλάσμα δικό σου
Κι η φαντασία

ια΄

Μπροστά σου πρέπει
Ενός λεπτού σιγή σε
Όλες τις λέξεις

ιβ΄

Σαν καμικάζι
Πάνω στ’ άσπρο κορμί σου
Θέλω να πέσω

ιγ΄

Εικόνες σκορπάς
Που τις μαζεύουν κρυφά
Τα δυό μου μάτια

ιδ΄

Μόνο ο καθρέφτης
Να σε βλέπει αντέχει
Δίχως να σπάει

ιε΄

Κι ο Γιάννης Ρίτσος
Να σε θωρούσε γυμνή
Θα σταματούσε

ιστ΄

Ώς κι ο αέρας
Το κορμί σου φυσώντας
Σπούδασε γλύπτης

ιζ΄

Καθώς η φλόγα
Όλα στάχτη τα κάνεις
Κι ας τρεμοσβήνεις

ιη΄

Είσαι το άλφα
Το βήτα το όμικρον
Είσαι το ωμέγα

ιθ΄

Στη χούφτα βυζί
Καιρό θα κάνεις να πιεις
Από ποτήρι

κ΄

Κάθε σου λέξη
Ένα ακόμα σου χέρι
Που με χαϊδεύει

κα΄

Κορμί που σκύβεις
Τη μικρή μου κάμαρη
Κάνεις μουσείο

κβ΄

Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις

κγ΄

Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού να
μπω;

κδ΄

Τρυφερά χείλη
Στο στόμα στη γλώσσα μου
Να ’ναι τα πάνω;

κε΄

Τρελλό μου στόμα
Άντε μίλησε τώρα
Με δύο γλώσσες

κστ΄

Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυό σου στήθη

κζ΄

Δύο ληστεύαν
Ο ένας τον άλλονα
τα ’δωσαν όλα

κη΄

Τα δυό σου πόδια
Τρυφερές συμπληγάδες
Καλά περνάω

κθ΄

Σαν πέντε σκυλιά
Πάνω σου έχουν χιμήξει
Κι οι πέντε αισθήσεις

λ΄

Σπέρνω καθρέφτες
Τα δυό τρελλά μου μάτια
Μήπως χορτάσω

λα΄

Τρυφερά πόσο
Το ταβάνι κοιτάνε
Οι δυό σου φτέρνες

λβ΄

Τι θέλουν αυτοί
Δυό τρελλοί που παλεύουν
Μες στον καθρέφτη

λγ΄

Τρελλά μου πουλιά
Μ’ άσπρο ούζο κερνάτε
Μαύρες μασχάλες

λδ΄

Το σπέρμα μου δες
Στο τρυφερό σου πόδι
Πώς λάμπει λευκό

λε΄

ΕΙΣΑΙΟΑΡΤΟΣ
ΕΙΣΑΙΟΟΙΝΟΣΔΕΝΕ
ΧΕΙΑΛΛΗΖΩΗ

λστ΄

Τρεις μαύρες φλόγες
Στο κορμί σου φωλιάζουν
Όταν κοιμάσαι

λζ΄

Το καλοκαίρι
Έρχεται για να φοράς
Μικρά σανδάλια

λη΄

Μεσημεράκι
Σ’ ένα μικρό σύννεφο
Έχεις σκαλώσει

λθ΄

Πέφτει βροχούλα
Τι σίγουροι που ’μαστε
Στ’ άσπρα σεντόνια

μ΄

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

μα΄

Γεμάτη φωλιές
Κι εγώ γυρνώ ξέσκεπο
Πουλί μονάχο

μβ΄

Έλα αέρα
Φέρε μου τις φωνές της
Από τα ξένα

μγ΄

Απ’ του έρωτά σου
Τις στάσεις μου ’κρυβες μια

Την απουσία

.

Γραφέως κάτοπτρον, 1989

.

Κορίτσι μου, άκου συμβουλή που κατηχεί :
στο δόσιμο πιο λάσκα να ’σαι. . . κι άλλο ακόμα.
Σωματικά αγαπώ με πάθος την ψυχή
και ψυχικώς λατρεύω ολόθερμα το σώμα.

Η αγνότης τη λαγνεία δεν μειώνει, κι όλο
χορτάτη πείνα θα ’θελα να με κατέχει.
Κι η αρετή διαθέτει –να το ξέρεις– κώλο,
αλλά κι ο κώλος μι’ αρετή –όσο νά ’ν’– την έχει.

Αφόταν γίνηκε ο θεός ο Δίας κύκνος
στου ντροπαλού να πέσει κοριτσιού το χάσμα,
η γλύκα με τον πόνο ενώθηκαν κι επύκνωσ’
ο πόθος ’κείνο που είν’ το κύκνειό μας άσμα.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2009

.

« Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι –
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν’ ακούσεις – »
. … .     . ………………………..
τί ν’ ακούσω, τί να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
« Ο νους σου στο μουνί – »
……………… . ……..  … …….. ….. .
.ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.

Και κάτω απ’ την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ’ την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος – θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ’ άλλα θα
ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ’ ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα ναι το γαμήσι.

Αν κάποιος αγαπήσει μια γυναίκα,
το σώμα μιας γυναίκας ή κι ακόμη
μέρος του σώματός της ( αυτό μόνο
ένας αληθινός ηδονοθήρας
είναι σε θέση να το καταλάβει ),
μπορεί να εγκληματήσει, να σκοτώσει
τη μάνα, τον πατέρα, τα παιδιά του·
ο Πούσκιν είχε πάθος με τα πόδια
των γυναικών κι έγραψε στίχους· άλλοι,
χωρίς να γράφουν στίχους, δεν αντέχουν
να τα κοιτάξουν καν με ηρεμία

( Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ ).

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας –
αυτό ποθώ, δεν το
κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας : το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ’ άλλα.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε ! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
— ανάγκη δεν σας έχω. . . μήτε χρεία μου !

Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα :
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
— κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως — κοντά στο νου κι η γνώση.

Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω !
Η τέχνη του άντρα λέει : γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια : να γελάω, όταν χύνω !

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάουνα και συνουσία,
μτφρ. Γiώργος Κεντρωτής, 2005

.

Υπάρχουνε και άλλα μυστικά,
…………………μα τί να πω. . . προσωπικώς αιδούμαι.
Η Αφροδίτη, όμως, με καλεί :
…………………«Είναι δουλειά μας, πρέπει να τα πούμε !»
Βρες μόνη τα μεγάλα σου ατού,
…………………το σώμα σου καλά να το σπουδάσεις·
το σώμα είναι καθοριστικό –
…………………όσες γυναίκες, τόσες και οι στάσεις.
Αυτή που έχει όμορφο «ανφάς»
…………………πρέπει να προτιμά την ύπτια θέση·
η άλλη να ξαπλώνει πρηνηδόν –
…………………αφού λόγω οπισθίων μας αρέσει.
Οι γάμπες, αν τυγχάνουν τορνευτές,
…………………να είναι ορατές εκ του πλησίον·
αυτή η στάση είναι πιο γνωστή
…………………ως «στάση Αταλάντη-Μελανίων».
Το «ιππαστί» ταιριάζει στις μινιόν·
…………………η Ανδρομάχη, δίμετρη περίπου,
δεν πήρε με τον Έκτορα ποτέ
…………………την στάσιν αναβάτου και εφίππου.
Αν έχεις λυγερή κορμοστασιά,
…………………δώσε μας πλήρη θέα, ξεδιπλώσου :
να είσαι βασικά γονατιστή,
…………………με ελαφρά γερμένο τον λαιμό σου.
Έχεις γλουτούς και στήθη σφριγηλά ;
…………………Ξάπλωσε άνετα και γύρισε στο πλάι :
το παλικάρι που έχεις στο πλευρό
…………………να σηκωθεί καθώς θα σε κοιτάει.
Και προπαντός μην είσαι ντροπαλή·
…………………χαλάρωσε και λύσε την κορδέλα,
κι άσε να πέσει κάτω το μαλλί –
…………………όπως και τα γνωστά φωτομοντέλα.
Μπορεί, βεβαίως, λόγω τοκετού
…………………να σ’ έχουνε ραγάδες χαρακώσει·
η λύση είναι μια : μεταβολή !
…………………Στρέψε τα νώτα εν τοιαύτη περιπτώσει.
Των στάσεων ουκ έστιν αριθμός·
…………………αλλά ο άνετος και άνευ κόπου έρως
προϋποθέτει ύπτια αναστροφή,
…………………πλην γέρνοντας προς το δεξί το μέρος.
Ξέρω τα πάντα για έρωτα και σεξ
…………………και η διδαχή μου υπερέχει όλων·
κανένας δε γνωρίζει όσα εγώ –
…………………ούτε οι μάντεις ούτε κι ο Απόλλων.
Η μέθοδός μου είναι ασφαλής
…………………διότι είναι προϊόν μεγάλης πείρας·
υπάρχει και απόδειξη γι’ αυτό –
…………………το σύγγραμμα που έχετε ανά χείρας.
Χαλάρωσε κι απόλαυσε βαθιά
…………………του έρωτα τη γλύκα και τη χάρη·
κοινή θα πρέπει να ’ναι η ηδονή
…………………και δίκαια μοιρασμένη στο ζευγάρι.
Και δε θα παραλείψεις, ασφαλώς,
…………………γλυκόλογα απαλά να ψιθυρίσεις,
νάζια και βογγητά ηδονικά –
…………………και άσεμνα αισχρόλογα, επίσης.
Ακόμη κι αν δεν είσαι οργασμική
…………………( καθότι ούτω θέλησε η φύση ),
προσπάθησε να βγάζεις στεναγμούς,
…………………ωσάν αλήθεια να ’χες τερματίσει.
( Εν παρενθέσει, είναι τραγικό –
…………………είναι, θα έλεγα, υψίστη αδικία
όταν το όργανο αυτό δε λειτουργεί
…………………και έχει τοπική αναισθησία. )
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή·
…………………δεν πρέπει να φανεί πως είναι ψέμα·
πρέπει γι’ αυτό να είσαι πειστική –
…………………με τις κινήσεις, πάντα, και το βλέμμα.
Κραύγαζε και ανάσαινε βαριά,
…………………κάνε πως νιώθεις ηδονή και πάθος –
υπάρχουν κι άλλα κόλπα μυστικά. . .
…………………αλλά εγώ δεν είμαι πορνογράφος.
Αλλά γυναίκα που μετά το σεξ
…………………ζητάει πριμ από τον σύντροφό της
τον εαυτό της σίγουρα αδικεί. . .
…………………της λείπει γενικώς η σοβαρότης.
Εν κατακλείδι : τράβα τον μπερντέ·
…………………προς τί το φωτισμένο το κρεβάτι ;
Δεν είσαι μανεκέν ούτε θεά –
…………………ενδείκνυται να ’χεις κρυμμένο κάτι.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Τρίτο, στ. 769-808,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Και τώρα ιδού η τελική σκηνή :
…………………οι παρτεναίρ ξαπλώνουν στο κρεβάτι.
Η πόρτα κλείνει· φεύγουμε εμείς·
…………………δε θέλουν θυρωρό και επιστάτη.
Αρχίσαν ερωτόλογα γλυκά·
…………………δεν περιμένουν οδηγίες από μένα·
ξέρουν αυτοί τον ρόλο τους καλά,
…………………δε μένουν με τα χέρια σταυρωμένα.
Μονάχη βρίσκει δρόμο η αφή
…………………–περί αυτού καμιά αμφιβολία–
τα δάχτυλα θ’ αγγίξουνε κρυφά
…………………αυτά που λέμε «ευαίσθητα σημεία».
Ο Έκτωρ, πολεμάρχος περιωπής,
…………………έκανε τέτοια ακριβώς στην Ανδρομάχη·
και στο κρεβάτι υπήρξε μαχητής
…………………με επιδόσεις, όπως και στη μάχη.
Ομοίως και ο μέγας Αχιλλεύς·
…………………εγύριζε από τη μάχη πτώμα,
πλην ήτο ευτυχής η Βρισηίς –
…………………της έκανε πολλά πάνω στο στρώμα.
Αλλά κι εσύ, κορίτσι μου, ρωτώ,
…………………το ανεχόσουν που σε ακουμπούσαν
τα χέρια που στο αίμα των παιδιών
…………………της ένδοξης Τρωάδας κολυμπούσαν ;
Εκτός και αν σε άναβε ειδικώς
…………………( αυτό μονάχα ο Όμηρος το ξέρει )
που νικηφόρα χέρια στρατηγού
…………………πασπάτευαν τ’ απόκρυφά σου μέρη.
Σημειωτέον, η απόλαυση του σεξ
…………………δεν επιτρέπεται να είναι εσπευσμένη·
πρέπει, αντιθέτως, να ’ναι ενδελεχής,
…………………μακρόσυρτη και παρατεταμένη.
Θα ανιχνεύσεις αρχικώς περιοχές
…………………όπου το άγγιγμά σου της αρέσει
και θα εγκύψεις σε αυτές επιμελώς –
…………………εδώ αναστολές δεν έχουν θέση.
Κάν’ το αυτό κι αυτόματα θα δεις
…………………τη φλόγα που στο βλέμμα της θ’ ανάψει
σα γάργαρο νερό που αντανακλά
…………………του ήλιου τις αχτίνες και τη λάμψη.
Θά ’ρθει μετά ψιθύρισμα απαλό,
…………………παράπονο ανάμεικτο με νάζι
και θα σου πει λογάκια πονηρά,
…………………ενώ ηδονικά θ’ αναστενάζει.
Προσέχουμε και τον συντονισμό·
…………………πρέπει κι αυτή να σου κρατά το ίσο
και αντιστοίχως φρόντισε κι εσύ
…………………την κοπελιά να μην αφήσεις πίσω.
Το νήμα να το κόψετε μαζί·
…………………η ηδονή ποτέ δεν είναι πλήρης
εκτός και αν οι δύο παρτεναίρ
…………………τελειώσουν ταυτοχρόνως και κλινήρεις.
Επέμεινα στο θέμα του ρυθμού :
…………………τέμπο αργό θα συνιστούσα μόνο
αν είναι ασφαλές το ραντεβού
…………………και διαθέτεις άνεση και χρόνο.
Εάν ο χρόνος, πάλι, δεν αρκεί,
…………………τότε το πράγμα προφανώς αλλάζει :
τότε το παίζεις πρόσω ολοταχώς
…………………και σανιδώνεις πάραυτα το γκάζι.

 

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Δεύτερο, στ. 703-732,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

12189775_448776558643923_8256396098512878517_n

.

M’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.
Αυτή
ναι η τελευταία μου παρτίδα.
Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.
Τσιπ.
Κι εκατό. Κι άλλα εκατό. Τα είδα.
Διαβάσατε τί γράφει η εφημερίδα ;
Σκοτώσαν τη Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.
Έφυγε για να βρει κι αυτή πατρίδα.
Να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Την πήδηξα. . . λοιπόν, το εξηνταδύο.
Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι
τότε.
Θα μπω. Σκαστός από τ’ Ωδείο
( η μάνα επέμενε να πάω )∙ λιγάκι
δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι
κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της. . .
Θεέ μου, τώρα το λιώνει το σαράκι.
Μα ας πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.
Πάσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι
το
κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο
τον Πέτρο.
Ρέστα μου. Την έχεις στήσει.
Πάσο ταχέως.
Τα βλέπω. Κάποια δύση
την πήρα, του πενήντα. Νά, η μορφή της !
και ντάμες τρεις. Καρέ. Σ’ έχω κερδίσει.
Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.

Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,
σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα∙
κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων
ν’ αριθμηθεί. Ως λαλεί μικρός προφήτης
και καταπαύει την επίγεια τρέλα,
να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ τη βάφτισαν μα τη φωνάζουν Εύη
Μια χωρισμένη που
χε πριν κάποιο μυστήριο Τσέχο.
Δυο χρόνια που τη χαίρομαι· με πάθος και με δόλο
Θέλει δεν θέλει την κρατώ, πουτάνα μου την έχω.

Της χωρισμένης το φιλί, που λέει και το τραγούδι,
Εγώ το γεύτηκα, εγώ και θα τ’ ομολογήσω.
Κι όχι μονάχα το φιλί της χωρισμένης όλα
Θα ομολογήσω και θα πω τα μπρος και τ’ από πίσω.

.

ΣΑΝ ΜΙΑ ρεκλάμα είν’ όμορφη, με πρόσωπο π’ αλλάζει
Κατά το φως, το μακιγιάζ, κατά το εφφέ που θέλει·
Θαρρείς πως έχει συλλογή μελετημένων ρόλων
Που από το πρόσωπο περνούν στο σώμα και τα μέλη.

Και τη λατρεύω έτσι ψηλή με το γεμάτο στήθος
Με τους γοφούς τους στρογγυλούς πάνω σε μπούτια στέρια,
Με τη λεκάνη τη φαρδιά και τη φυρή τη μέση·
Μα όσο σε μέρη τη διαιρώ, τόσο τη θέλω ακέρια.

Έπειτα, πάνω στου έρωτα την πιο εναγώνια φάση
Τόσο είν’ ασπόνδυλη φορές η θηλυκότητά της,
Ώστε εξισώνω τους γλουτούς ας πούμε με τα στήθια
Ή τις εκτάσεις της κοιλιάς συγχύζω με της πλάτης. . .

.

ΑΡΧΕΣ ΟΤΑΝ βρισκόμασταν σε σπίτι ή παρέα
Που φλυαρούσε κι έπαιζε την έπαιρνα ιδιαιτέρως
Και της μιλούσα ερωτικά κι αυτή να κοκκινίζει
Να τρέμει μη μας δουν, να λέει πως «δεν είν’ αυτό μέρος».

Συγχρόνως κάθε μου φιλί κάθε επιμέρους χάδι,
Στη μέσα μου επαφή τ’ αστού και του λυμένου κτήνους
Ήταν για μένα μια ένοχη κι αβυσσαλέα πράξη
Μ’ απρόβλεπτες συνέπειες κι αδιόρατους κινδύνους.

.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ τα μπούτια της σαν είπα να μου δείξει
Η στύση κόντρα στο βρακί μου
κανε τέτοια ζόρια,
Ώστε όταν τέλος τ’ άνοιξα κουμπί-κουμπί μ’ ελπίδα
Απ’ τη λαγνεία μού
φυγε μεμιάς η στενοχώρια.

Όμως σαν θέλησα να της σηκώσω το φουστάνι
Στάθηκε τόσο ανένδοτη που μ’ έκανε να κλαίω·
Και μόλις μπόρεσα να ιδώ με δυνατή προσπάθεια
Από τα πόδια τ’ άσπρα της κάτι το φευγαλέο. . .

.

ΓΙΝΟΤΑΝ βέβαια πιο εύκολη βδομάδα τη βδομάδα·
Αλλ’ άργησε να μου δοθεί κι είναι φορές ακόμα
Που ξαφνικά εμποδίζεται κι η συστολή την κόβει,
Ώσπου να γίνει σταδιακά και πάλι γνήσια βρώμα. . .

.

ΣΥΝΗΘΩΣ με μια κίνηση μπροστά από τον καθρέφτη
Σηκώνω το φουστάνι της ψηλά μέχρι τη μέση·
Κι ενώ της ρίχνω από μπροστά στα μπούτια έχω τα μάτια
Στους δυο γλουτούς της που κρατώ και πλάθω όπως μ’ αρέσει.

Κάποιου παράδοξου χορού σαν να μαστε ζευγάρι
Κρατιόμαστ’ έτσι αγκαλιαστοί· μα η μουσική κι αν λείπει
Γι’ αυτόν που απ’ έξω στέκεται και βλέπει τις κινήσεις
Μέσα μας παίζει με ρυθμό χορού το καρδιοχτύπι.

Σαν έμβολο το πέος μου στη σμίξη των ποδιών της
Με χαμηλά αγκομαχητά το μπήγω, το ξεμπήγω·
Αλλά καθώς αισθάνομαι να πλησιάζει η ρεύση
Με σύνεση την απωθώ κοφτά στο παραλίγο.

Γδύνεται τότε μ’ ένα στυλ θαρρείς για να επιδείξει
Σ’ όλους κυλότα και σουτιέν, από καθάριο ατλάζι.
Με στύση και με χαύνωση μισόγυμνη τη βλέπω
Κι ο πόθος μου απαιτητικός με σπρώχνει και με βιάζει.

Το χέρι προχωρώ συρτά, προειδοποίηση σάμπως,
Πάνω στη σμίξη των μπουτιών· κάνω πως περιμένω·
Ξέρει πως δεν ξεφεύγει πια κι ανέχεται να λύσω
Με τ’ άλλο χέρι το σουτιέν το δυσκολοδεμένο.

Το πρώτο στο αναμεταξύ φιλήσυχο απομένει
Σαν κόσμημα αποκρουστικό στη μέση από βελούδα
Ή μετά μάταιο πιάσιμο χρημάτων και βιβλίων
Σαν να
βρε τέλος λούλουδο κι έγινε πεταλούδα.

Τα δάχτυλα άνεργα κρατώ για λίγο κι επιπόλαια
Στην ίδια θέση κι ύστερα ποθώ να τα κινήσω·
Αν και ψευταντιστέκεται και μου ψευτοδιπλώνει
Ξέρει καλά πως είναι αργά για να γυρίσω πίσω.

Απ’ το σουτιέν υδράργυρος ξεχύνονται τα στήθη
Και τον ρουφώ, τον σπαταλώ με χέρια και με χείλια·
Ζει σε μεγάλο πυρετό, σε μια παράνοια ο νους μου
Κι όσο ποτέ μου ζωντανός αισθάνομαι απ’ τη ζήλεια.

Και τη δαγκώνω, τη χτυπώ, τη βρίζω δίχως λόγο
Καθώς τη βλέπω έτσι γυμνή με μόνο την κυλότα·
Το φως να σβήσω εκλιπαρεί, μ’ ασθμαίνω από κακία
Και την κυλότα τής τραβώ κι ανάβω κι άλλα φώτα.

Αυτόματα το χέρι μου με δάχτυλα που καίνε
Αλλού γίνεται υποδοχή κι αλλού γίνεται σφήνα·
Αν κι όπως κείται ανάσκελα, γεμάτη σαν λεκάνη,
Σαν επιφάνεια είναι νερού τα κάλλη της εκείνα.

Από σημείο απόμερο πίνω κρυφά σαν σκύλος
Μ’ αισθαντικούς πλαταγισμούς κι ύστερα επιταχύνω·
Πιο λαίμαργα, πιο λαίμαργα
μου πιάνεται ώς κι η γλώσσα·
Μα δεν μπορώ ν’ αποσπαστώ απ’ το σημείο εκείνο.

Στο μεταξύ το χέρι μου τα στήθη της μαλάζει·
Φτάνει μέχρι το πρόσωπο· το ψηλαφώ, το πιάνω·
Κι ενώ επιμένει η γλώσσα μου, στα χείλη της στα μάτια
Το χέρι μου ένα τρυφερό παίζει συγχρόνως πιάνο.

Χυμώ ψηλότερα μετά μέσ’ στο βραχνά πώς βγαίνει
Στη γη πίσω απ’ τ’ ανθρώπινο ο καρχαρίας κυνήγι !
Και με τον αυτοματισμό του τίγρη του πελάγου
Το στόμα μου την κυνηγά, το σώμα μου τη σμίγει.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια
Πώς μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα !
Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες
Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα !

Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τί ναι η λίμα
Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε
Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί
· μ’ ακόμα γεια χαρά σας
Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε ! . . .

Τι κωμική που ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια !
Πού το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος !
Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,
Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος !

Με τα δυο πόδια της ψηλά στους ώμους μου βαλμένα
Πώς φαίνεται αξιοθρήνητη, παραιτημένη πλέρια

Σαν κάποιον που όσο μπόρεσε κράτησε μα στο τέλος
Με καταισχύνη σήκωσε ψηλά κι αυτός τα χέρια ! . . .

Μα νά που αργά το σώμα της αρχίζει να σαλεύει,
Να ζωντανεύει, ν’ αντιδρά, να σφίγγει νευρωμένο.
Σαν ψάρι απ’ έξω απ’ το νερό πηδά κάτω από μένα·
Στο πιο ψηλό το πήδημα κι εγώ το περιμένω.

Στο πιο ψηλό το πήδημα βγάζει κραυγή αγωνίας
Καθώς με πέος αντίδρομο ζητώ να την ξεκάμω·
Κι ύστερα πάλι αποχωρεί σαν ψάρι στον αέρα
Που στην επόμενη στιγμή ψοφά και πέφτει χάμω.

Απάνω της πέφτω κι εγώ σαν το δρομέα στο νήμα
Που απ’ την εξάντληση ξεχνά την ίδια του τη νίκη.
Τώρα σαν δυο πολεμιστές βαριά τραυματισμένοι
Μένουμε σωριασμένοι εκεί σε πρόσκαιρη συνθήκη. . .

Ωσότου νά τη απ’ την αρχή με το κορμί δραστήριο
Π’ αναγυρνά με νόημα στα τέσσερα και νά
τη
Που περιμένει ακίνητη σαν γυμνασμένη σκύλα
Νά
ρθω από πάνω της αισχρά, να της ριχτώ απ’ την πλάτη.

Μια τόση αλήθεια αδιαντροπιά, τόσο απροκάλυπτο αίσχος
Δεν είδα ούτε στα πλάσματα, δεν είδα ούτε στ’ αγρίμια·
Γιατί τουλάχιστον αυτά στα τέσσερα που πάνε
Με την ουρά σκεπάζουνε της τρύπας τους τη γύμνια.

Στη στάση αυτή που συνεχώς τη δείχνει κι άλλο πράμα
Καθώς μ’ αγκώνες καταγής τινάζει τους γλουτούς της
Και με κρυμμένο πρόσωπο καταμεσίς στα χέρια
Είναι ό,τι θες, ό,τι ποθείς: χίμαιρα, σφίγγα, πούστης.

Τί δεν θα δίναν να τη δουν οι θλιβεροί, οι καημένοι
Ανώτεροί της και λοιποί στη χαζοϋπηρεσία

Στάση που απ’ το πρωτόκολλο διαφέρει του υπουργείου
Τόσο που μόνο ποιητική το πιάνει φαντασία !

Χαιρέκακα στο πείσμα τους λοιπόν την ανεβαίνω
Κι αισθάνομαι από κάτω μου τ’ ωραίο της πηγαινέλα
Και σκύβοντας στον τράχηλο την πιάνω από τα στήθη
Κι ακάθεκτος την οδηγώ στην ποίηση και στην τρέλλα. . .

Σε λίγο σαν δυο ναυαγοί μετά από το ναυάγιο
Δυο σκόρπια είμαστε σώματα, δυο ανθρώπινα σκουπίδια
Στην αμμουδιά του κρεβατιού, ξένα αναμεταξύ τους
Ώσπου ν’ αρχίσουν εξαρχής σύντομα πάλι τα ίδια. . .

Γιατί όσο κι αν τη χαίρομαι, όσο αν περνάει ο χρόνος,
Όσο αν την έχω κατοχή και κτήμα μου την Εύη,
Το σώμα μου απ’ το σώμα της
στήθη, μασχάλες, πόδια

Όλο και πιο παράλογα και πιο πολλά γυρεύει.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)

.

— Ιουλία με βάφτισαν, μα με φωνάζουν Τζούλια,
— Όνομα εξαίσιο και ποίηση γεμάτο !
Παίζουν τ’ αρχίδια του γκρανκάσα ήδη στακάτο
Κι ο δόλιος πούλος του σφηνώνεται στην Πούλια.

Τη ραίνει στίχους με παγέτες και ζουμπούλια,
Ουρανομήκους λυρισμού, περίσσιου πάθους.
Αχ, να γαμήσει εσπευσμένως, άνευ λάθους,
Μην μπλέξει άκων με κουφέτα και με τούλια.

Γλυκογκαβίζοντας εκείνη γουργουρίζει,
Με μυροστάλαχτη φωνή του ψιθυρίζει,
Ενόσω σκέφτεται αφροδίσια και λοιμώξεις

(Ψυχή και πνεύματι σαφώς του ναι δοσμένη) :
Καμιά καπότα, αγαπούλα μου, σου μένει ;
Αλλιώς, την κάνω και σ’ αφήνω μ’ ονειρώξεις.

Δέκατα, τχ. 18, 2009


.

Το χέρι σου κατέβασε απαλά την πόσθη·
στο σκότος λάμπανε τα κόκκινά σου νύχια :
βαθιά pois electriques, σαν μάτια, που ώς τα μύχια
βουτάγαν μέσα της ψυχής να δούνε. Και εξώσθη,

έτσι, όποιο λάμπος άλλο από πιο μπρος εγνώσθη.
( Κρυστάλλωση ο Σταντάλ το ’πε, όταν είχε δει χια-
στί να διαγράφονται οι εγωτισμοί, και λάμψη αντήχει α-
περίφραστη στην κάμαρά του – τότε. ) Εντόσθι-

α αναδευθήκαν απ’ του χεριού το χάδι : η
Τοσκάνη πράσινη άνθει μες στο καφέ Λάτιο,
κι ας γίνονταν οι πράξεις τούτες εν Ελλάδι.

Δασάκι εφλέγετο πυκνό του γλυκανίσου
να θάψει τις φωτιές μου κάτω από το ιμάτιο
’κεί που συμβάλλονται με χάρη οι δύο μηροί σου.

Μα σαν επάψαν να ’ν’, μετά, όλα εκεί εν ποιήσει,
ανάψανε τα φώτα που ’χε η Κύπρις κλείσει·
και, εξίτηλα όλα, σβήσαν, που ’χε η φύση εμποιήσει,
βαθιά στης μελανής χολής την ύπνια κλήση.

Εκατόν δύο ματς, 2008

 

.

Στη Μούσα

Η καύλα το χυδαίο εξευγενίζει
υψώνει το μουνί ώς το αιδοίο
κι η πούτσα μου ένα κάνει το δύο
κάθε υποδοχή σου όταν ξεσκίζει.

Από το θα σε χύσω ώς το χύνω
μεσολαβεί διάστημα με μέλι
κι ας έρθει να το γλείψει όποιος θέλει
εγώ μ’ όλους τους τρόπους θα σ
το δίνω.

Είσαι γαμιόλα κι είμαι ο γαμιάς σου
και να το λες σε όποια γλώσσα θέλεις
μα όταν μες στην καύλα σου ανατέλλεις
ή πίσω σου θα μ’ έχεις ή μπροστά σου. . .

Και να μη σ’ είχα γκόμενα και μούσα
έτσι όπως σε γαμώ θα σε γαμούσα.

Η Μνηστή της Κορίνθου, 2008