Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Advertisements

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος*********

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα
διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το «Τετέλεσται» — ανάστα!

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

Απόστολος Γεωργίου_Άτιτλο_2013 Ακρυλικό σε καμβά 130x110εκ.Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου

***

Μες στα διαμερίσματα αχολογάν τραγούδια.
Νέοι και νέες τραγουδάν, νέα τραγούδια λένε:
Από του κόσμου τα καλά θα προτιμήσουν τρία.
Φιλία, ψυχανάλυση κι εργασιοθεραπεία.

Πηγή:
Κέρματα, 1980

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Άτιτλο, 2013

Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012

 

Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη_Χρήστος Μποκόρος

***

Ανοίγω το στόμα μου * κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν * των ερώτων τα θαύματα.

Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κο * βω να περάσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * τις χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη

Προμετωπίδα του Οδυσσέα Ελύτη για τα Ρω του έρωτα 1972

****

Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα * κι εγώ
* μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
* να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
»Ο που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει
* και στην πέτρα»
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα * με φως
* ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Προμετωπίδα για τα Ρω του Έρωτα, 1972

Γιώργος Δέρπαπας_Προσωπογραφία Οδυσσέα Ελύτη_1984

***

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μες απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * τα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Γιώργος Δέρπαπας, Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ελύτη, 1984

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

***

Ένα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή
Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες * νά ’ναι στους Τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους * το σώμα του Μαγιού
Τό ’χουνε θάψει σ’ ένα * μνήμα του πέλαγου
Σ’ ένα βαθύ πηγάδι * τό ’χουνε κλειστό
Μύρισε το σκοτά * δι κι όλη η Άβυσσο.

Θε μου Πρωτομάστορα * μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα * μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα * σε μήτρα σκοτεινή
Το φοβερό της μνήμης * έντομο μες στη γη
Κι όπως δαγκώνει αράχνη * δάγκωσε το φως
Έλαμψαν οι γιαλοί * κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές
Θε μου Πρωτομάστορα * στα βουνά με θεμέλιωσες!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, κολάζ

Προμετωπίδα φωτογραφία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για δυτικά της λύπης_1995*

***

Στον πηλό το στόμα * μου ακόμη και σε ονόμαζε
Ρόδινο νεογνό * στικτή πρώτη δροσιά
Κι από τότε σου ’πλαθε * βαθιά στα χαράματα
Τη γραμμή των χειλιών * και τον καπνό της κόμης
Την άρθρωση σου ’δινε * Και το λάμδα το έψιλον
Την αέρινη άσφαλτη * περπατηξιά

Κι απ’ την ίδια εκείνη * στιγμή μου μέσα ανοίγοντας
Άγνωστη φυλακή * φαιά και άσπρα πουλιά
Στον αιθέρα ερίζοντας * ανέβηκαν κι ένιωσα
Πως για σένα τα αίματα * για σένα τα δάκρυα
Στους αιώνες το πάλεμα * το φριχτό και το υπέροχο
Η σαγήνη για σένα και * η ομορφιά

Στα πνευστά των δέντρων * και κρούοντας ο πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά * να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα * και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πράσινων * αστέρων λόγια
Και πάνω απ’ την άβυσσο * αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Δυτικά της Λύπης, προμετωπίδα, 1995

***

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τά ’κανες  έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι πού πήγες Ελένη
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια σα βδέλλες
για ένα τριάρι για λίγη βενζίνη για μια φασολάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα
περάσαν οι μέρες περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πηγή:******************************************************************  Δ. Μούτση-Ν. Γκάτσου, Το δρομολόγιο, 1979

Εικονογράφηση: ***********************************************     Σωτήρης Σόρογκας

* * *

1
 
Νυχτώνει μέσα στο κελί,
Νοέμβρης, η μέρα γέρνει κρύα.
της πόρτας η χαραματιά στενή.

Ισχνή διέλευση φωτός – πανωλεθρία,
ελπίδα, μνήμη, υποταγή – σκιές αποτυπώνει
στον τοίχο η αχτίδα ή και σε δάπεδο υγρό.

Ημέρες δύσκολες, Νοέμβρης που νυχτώνει
βαρύ το παρελθόν, βαρύ το σκηνικό.
Ποιός θα σταθεί και ποιο το βάρος που σηκώνει;

Με άπνοια τη νύχτα ή τρικυμία
αβέβαιη χαράζοντας γραμμή
στρεβλή δώσαμε ερμηνεία.

Για ό,τι χάσαμε σκληρή η οφειλή.
    
* * *

2
 
Νύκτιες λάμψεις, τότε και τώρα
ήχος τραχύς, ριπές και σχίσμα.
Απόγευμα Παρασκευής, έξι η ώρα

διάθλαση φωτός μέσα από πρίσμα.
Ασπρόμαυρη, ωστόσο, η Πατησίων
τότε και τώρα, ήχος σκληρός, ζέστη ή κρύο.

Ιούλιος πρόσφατος, Νοέμβρης του ’73, ίδιος καπνός
το ενδιάμεσο πιο σκοτεινό· τόσο νωθρό.
Μα εμείς ακίνητοι εν μέσω ερειπίων

απ’ τα συντρίμμια· της Ταναγραίας τον κορμό
συνθέτουμε, μορφή οριακή, για να φανεί·
τι θα φανεί; τι θα χαθεί;

Πρόσωπο ατελές, ασυνεχές. Εύθραυστο ελληνικό.

* * *

3
 
Απ’ το Νοέμβριο χρόνια 38 ερμητικά
–σήμερα σημαντικά, πριν την κραυγή–
να μας κοιτούν χλευαστικά.

Βαδίσαμε με έπαρση μεθυστική
με βήμα αργό, χωρίς σκοπό
με αγωνία κι ένταση μηδαμινή.

Αλίμονο! Ξεχάσαμε της πορείας τον πλάνο ρυθμό,
τις ψευδαισθήσεις που έφερε ο χρόνος.
Με της ευμάρειας την βολή χτίσαμε στο κενό,

στην ευκολία παραφυλούσε ο πόνος.
Πόσο γλυκιά και βολική ήταν η συνήθεια,
σαν έδιωχνε το βάρος από την ψυχή.

Μα είχαμε φτηνά πουλήσει την σκουριασμένη αλήθεια.

* * *

4
 
Έτσι λοιπόν χωρίς ντροπή
ανερυθρίαστοι και πεπεισμένοι
στης πόλης την σαθρή διαδρομή

–με γνώση σύγχρονη κι ωστόσο νοθευμένη–
χαράξαμε καινούργια εκτροπή.
Σαν σε παράσταση, χωρίς ρυθμό, στημένη

με γλώσσα και κείμενο λειψό
ανήμπορο κοινό, σπαρακτικό
κι ένα άψυχο σκηνικό, παρατημένο.

Στην τελευταία, θυμάμαι, πράξη
το τραύλισμα του λόγου επί σκηνής
την συνοδεία της άχρωμης μουσικής.

Την καταρρέουσα της παράστασης δράση.

* * *

5
 
Ακολουθώ της μνήμης το παιχνίδι.
Ό,τι γερνάει, γεννιέται πάλι διαφορετικό
αυθόρμητα με υπομονεύει, με ξεσηκώνει· επιτακτικό.

Ακολουθώ, στηρίζομαι στον ίδιο τοίχο
βλέπω την πόλη μου  –το είδωλό της–  χρόνια μετά
σαν κόκκινο κοράλλι που έζησε στον μύθο

και ανασύρεται σαθρό στα δίχτυα ενός ψαρά.
Ακούω και θυμάμαι τον κάθε ήχο,
της πόλης την ανυπέρβλητη αγωνία.

Κρότοι σποραδικοί, τρομακτικοί. Εικόνες πάλι του ’73.
Δρόμοι παλιοί· περιπλανήσεις μου νυχτερινές,
αδιάβατοι δρόμοι· αναζητήσεις μου σημερινές.

Κι η συντριβή. Μοίρα ή πεπρωμένο· του χρόνου οι σταθερές.

* * *

6
 
Δρόμοι της πόλης μου, ήχοι παλιοί
σκόνη, καπνοί, νέες απόλυτες  ιδέες·
πορεία που δηλώνει ανατροπή

χωρίς αντίκρισμα, με ψεύτικες σημαίες.
Σκληρό το απόγευμα, το βράδυ θα φανεί
πώς κάθε πρόταση θα ενσωματωθεί.

Κάθε ιδέα με σταυρώνει
στα μάτια με κοιτάει,
την κοιτάω και με τυφλώνει

απ’ το μανίκι με τραβάει
κι ύστερα σκουριάζει και παλιώνει.
Μια μαύρη τρύπα είναι η ιδέα.

Τα πάντα απορροφάει και τελειώνει.

* * *

7
 
Μένω βουβός και κάνω την αναδρομή.
Θέρος θερμό, η έξαψη σκιάζει –
στέκομαι μόνος κι η κάθε εκτροπή

αθέατη, αισθάνομαι, με πλησιάζει.
Άστυ κλινόν και όρος ειμί
της αγοράς τα όρια

αναζητώ τις αποκρίσεις
της πόλης που ήτανε πηγή
και τώρα ζει το τραύμα και τις αποκλίσεις.

Ιούλιος· μεγάλη εντύπωση φωτός
που συγχωνεύει της πόλης τις γραμμές
και καθιστά τα πάντα ομογενή.

Αθήνα· η πόλη ζει ακροθιγώς
σπανίως βρίσκοντας σημείο ευσταθές
κι ισορροπεί μεσ’ στη βουή την ύστατη στιγμή.

Ιούλιος· ανατροπή. Η πλήξη και η ασυνείδητη αναμονή.

Πρώτη δημοσίευση

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Οδός Μάρνη, 2012

***

10

Η Ελλάδα ολόκληρη μια κολυμβήθρα.
Απ’ άκρια σ’ άκρια γίνονται βαφτίσια.
Φτάνει και μια μονάχα δαχτυλήθρα,
τα «στραβά» μας να βαπτισθούνε σε «ίσια».

Τα ρούβλια βαπτισθήκαν σε δολλάρια.
Ο Βάρναλης με τ’ όνομα προδότης.
Ο Καζαντζάκης άξιος για λιθάρια
κι ο Σικελιανός ανάξιος πατριώτης.

Ω «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», τί μένει
αβάπτιστο στη γη τη δοξασμένη;

* * *

11

Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολλάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.
 
Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.
 
Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.

* * *

33

Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
πού χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

* * *

34

Εμείς, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι,
τί τη θέλαμε τη Δημοκρατία;
Τί μας έμελλε αν γίναν αρουραίοι
όσοι μάχονταν την Επταετία;

Λιαζόμασταν στην ήλιο του Απριλίου
και καμαρώναμε τις παρελάσεις.
«Εξ αποστάσεως τώρα ενός μιλίου»
πρέπει να περπατάς, για να περάσεις,

όταν οι μακρυμάλληδες ουρλιάζουν
και τη Δημοκρατία τους γιορτάζουν.

* * *

35

Ιδεολόγοι και καταφερτζήδες,
τα βολέψαμε στην Επταετία.
Τώρα όλες του Έθνους οι παλιές ατσίδες
ορκίζονται στη Νέα Δημοκρατία.

Ο Παττακός; Τον άνθρωπον ουκ οίδα.
Κι ο Γεωργαλάς; Ποιος νά ναι τούτος πάλι;
Άγνωστοι κι ο Λαδάς με τον Καρύδα,
πού καταντήσανε σε τέτοιο χάλι.

Η μονέδα πάντα σκορπά ευωδία,
το ίδιο μες σ’ εκκλησιές και καφωδεία.

* * *

52

Πόλεμοι, διχασμοί κι εμφύλια πάθη,
παλιές «Οκταετίες» κι «Επταετίες»,
έπρεπεν ίσως να μας είχαν μάθει
των παθών μας ποιες ήσανε οι αιτίες.

Πατρίδα, σε προδώσαν τα παιδιά σου,
για τα ρούβλια, τις λίρες, τα δολλάρια.
Βάλανε ακόμα στόχο την καρδιά σου,
ρίχνοντάς σου των ξένων τα λιθάρια.

Ένα πόδι προμένουμε, Πατρίδα,
που θα λειώσει την ξένη αυτή ακρίδα.

Πηγή:
Λουκίλιος Γιουβενάλης (= Γιώργος Βαφόπουλος),
Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα, 1975

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Ygeia Transmission, 2009

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

***

 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της  οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά ναι δικά  μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Πηγή:
Eπιτάφιος, 1936

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Ξάφνιασμα Νο 2, 1990-1

***

Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
− για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες στο βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
− στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα – πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα

Πηγή:
Kρύπτη, 1968

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζώρτζης, Χωρίς τίτλο, 2007

.
Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.

Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
πού να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;

Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας.
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
τα στυγερά λεπίδια της οργής.

Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
που όσο πάει γίνεται θηλιά.

Περιοδικό «Ο αιώνας μας», τχ. 5, 1949 ( Ποίηση, 1977)

.
15

Την κρίση εκκολάπτοντας, Κράτους περιουσία
λεηλατούσαν άπληστα πολιτικοί που τώρα
απ’ τον ανεύθυνο λαό, «για να σωθεί η χώρα!»,
ζητούν θυσίες θέλοντας να θάψουν την αιτία.

Θνησιγενής προσπάθεια θα βυθιστεί στον λάκκο,
δεν θ’ αθωώσουν εαυτούς οι λαοπλάνοι θύτες.
Ανέβλεψαν οι αδαείς και άσχετοι πολίτες,
συνήθους πλέον αψηφούν παραμυθιού τον δράκο.

Σπαταλημέν’ ατάσθαλα στα δανεικά του Κράτους
όσοι δεν ωφελήθηκαν πρόσθεσαν τα δικά τους
οι δικαιούχοι πενιχρών μισθών του Δημοσίου.

Μ’ αυτά πληροφορήθηκαν, κατέκτησαν την γνώση,
διεύρυναν ορίζοντες, έχοντας κατορθώσει
να δούνε πολυάριθμες χώρες της υφηλίου.
.

16

Απ’ το κεφάλι ως γνωστόν πάντα βρωμάει το ψάρι·
πάλιν επαληθεύεται η λαϊκή σοφία
αν και να ρίξουν ενοχής αλλού μ’ αναισχυντία
επιχειρούν δυσβάστακτα πρωταίτιοι τα βάρη.

Στο μόχθο δεν αρκέσθηκαν απλών εργαζομένων,
τα δανεικά που έλαβαν οι εκμεταλλευτές
ανάγκες δεν εκάλυψαν ποτέ κοινωνικές,
σε κέρδη μετετράπησαν εγχώριων και ξένων.

Άργησ’ η αγανάκτηση αλλ’ ήταν φυσικό
να έρθει όταν έλειψαν και τα ισχνά ψιχία.
Εγκαίρως να εξεγερθούν δεν είχαν τα στοιχεία,

λογιστικά τεχνάσματα κρύβανε μυστικό.
Swap και spread δεν ήξεραν υπάλληλοι του Κράτους
που σαν το μάννα εξ ουρανού παίρναν τα χρήματά τους.

Πρώτη δημοσίευση

.
13

Στην αιχμηρή της αγκαλιά λιτότητα σαν βάτος,
σε μια ειρκτή περικοπών κρατά οικονομία.
Άκρατη χειραγώγηση και η τρομοκρατία
της τρόικας κυρίαρχο καταρρακώνουν κράτος.

Άφθονες επιδέχεται το μένος ερμηνείες·
ένας ο άμεσος σκοπός παρά τις ταξικές,
θρησκευτικές ή εθνικές κι άλλες αναγωγές
σε όσες κι αν συντρέχουνε πρωταρχικές αιτίες.

Να καταπνίξουνε μοχθούν σαφώς καινοτομία,
την δημιουργικότητα και την φιλοπονία,
παντοειδούς θεμέλια γερά παραγωγής.

Πως θα ξηράνουν προσδοκούν τις δυο πηγές ισχύος,
μαζί με το εμπορικό, μέγιστο παγκοσμίως,
πως θα στραγγίσουν σύστοιχο πλεόνασμα ψυχής.

.
14

Ταχεί’ ανακατανομή της διεθνούς ισχύος,
άναρχες χρηματιστικών κινήσεις κεφαλαίων.
Βραχείς κρατούν στα χέρια τους τύχες των Ευρωπαίων,
τα μέγιστ’ αν και κρίνονται δεν κυβερνούν κυρίως.

Του ξένου τύπου όψιμες φώτισαν αναλύσεις
αυτά που ο μέσος Έλληνας εγνώριζε καλώς.
Οξύνους ο ηγέτης όσο και ο λαός,
έστεκε ως εξαίρεση αντίπαλος της κρίσης.

Στους φυσικούς συμμάχους του προσέφυγε πολίτες,
πρόσφορο βρήκε πρόσχημα η φθονερή χορεία
που μετατρέπει βαθμηδόν λαούς σε τρωγλοδύτες.

Την πτώση μεθοδεύοντας ηγήτορος εξόχου
πιο μισητή ανέδειξαν όλων την αριστεία·
ίση εκείνων, ευπειθούς, ολκή του διαδόχου.

Πρώτη δημοσίευση