Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη_Χρήστος Μποκόρος

***

Ανοίγω το στόμα μου * κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν * των ερώτων τα θαύματα.

Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κο * βω να περάσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * τις χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη

Advertisements

Προμετωπίδα του Οδυσσέα Ελύτη για τα Ρω του έρωτα 1972

****

Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα * κι εγώ
* μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
* να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
»Ο που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει
* και στην πέτρα»
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα * με φως
* ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Προμετωπίδα για τα Ρω του Έρωτα, 1972

Γιώργος Δέρπαπας_Προσωπογραφία Οδυσσέα Ελύτη_1984

***

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μες απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * τα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Γιώργος Δέρπαπας, Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ελύτη, 1984

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

***

Ένα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή
Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες * νά ’ναι στους Τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους * το σώμα του Μαγιού
Τό ’χουνε θάψει σ’ ένα * μνήμα του πέλαγου
Σ’ ένα βαθύ πηγάδι * τό ’χουνε κλειστό
Μύρισε το σκοτά * δι κι όλη η Άβυσσο.

Θε μου Πρωτομάστορα * μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα * μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα * σε μήτρα σκοτεινή
Το φοβερό της μνήμης * έντομο μες στη γη
Κι όπως δαγκώνει αράχνη * δάγκωσε το φως
Έλαμψαν οι γιαλοί * κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές
Θε μου Πρωτομάστορα * στα βουνά με θεμέλιωσες!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, κολάζ

Προμετωπίδα φωτογραφία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για δυτικά της λύπης_1995*

***

Στον πηλό το στόμα * μου ακόμη και σε ονόμαζε
Ρόδινο νεογνό * στικτή πρώτη δροσιά
Κι από τότε σου ’πλαθε * βαθιά στα χαράματα
Τη γραμμή των χειλιών * και τον καπνό της κόμης
Την άρθρωση σου ’δινε * Και το λάμδα το έψιλον
Την αέρινη άσφαλτη * περπατηξιά

Κι απ’ την ίδια εκείνη * στιγμή μου μέσα ανοίγοντας
Άγνωστη φυλακή * φαιά και άσπρα πουλιά
Στον αιθέρα ερίζοντας * ανέβηκαν κι ένιωσα
Πως για σένα τα αίματα * για σένα τα δάκρυα
Στους αιώνες το πάλεμα * το φριχτό και το υπέροχο
Η σαγήνη για σένα και * η ομορφιά

Στα πνευστά των δέντρων * και κρούοντας ο πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά * να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα * και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πράσινων * αστέρων λόγια
Και πάνω απ’ την άβυσσο * αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Δυτικά της Λύπης, προμετωπίδα, 1995

.

«Αυτό σας κάνει;» Τόσο νέα, με κοιτάζει
σαν να μην έχει μπροστά της έναν πελάτη
μα τον παλιό καλό της γνώριμο, κεφάτη,
πρόθυμη να μου δείξει τα κομψοτεχνήματα
του χώρου της, άνετη που θα προσελκύσει
αυτή κυρίως τα βλέμματα,
χωρίς να το διαφημίζει,
χωρίς να ντύνει την υπεροχή με νάζι.

Και σαν να με μαγεύει η προθυμία της λάμψης της
φτάνω πιο γρήγορα από το συνηθισμένο
να ξεχωρίσω —αν και πάντα περιμένω
εκρήξεις ανασφάλειας— δυο-τρία ζευγάρια
ανάμεσα στα  οποία μάλλον προτιμάω
το πιο ακριβό. Τα μάτια-
-της το εγκρίνουν και τολμάω,
πλημμυρίζοντας αγαλλίαση απ’ τη στάση της.

Ήδη στο σπίτι, προτού φύγω, ήμουν γεμάτος
ορμή, κουράγιο για ζωή και μέλλον. Φαίνεται
η προσδοκία της κατανάλωσης μαζεύεται
σαν μια χιονοστιβάδα που μεταμορφώνει
ιδανικά στιγμές. Και τώρα αναρωτιέμαι
μήπως για λίγο ακόμη
μπορώ, κάνοντας πως κοιτιέμαι,
να μείνω εδώ, σ’ αυτό το μήκος και το πλάτος.

Στρέφει το βλέμμα στη συνάδελφό της, όπως
αλλού θα στρέφεται στο άναμμα τσιγάρου,
αφήνει τα γυαλιά στις κοπελιές του πάγκου,
γελάει: «Τρίτη και δεκατρείς, μα μέχρι τώρα
μου πάει καλά». Δεν μ’ αποχαιρετά, πληγώνομαι,
κρατάω όμως τα δώρα
απ’ το χαμόγελό της — χαίρομαι
που πρόλαβα να πληγωθώ, μ’ αρέσει ο τρόπος.

Βγαίνω ξετυλίγοντας το καινούριο απόκτημα
στη συννεφιά. Ξέρω, καταλαβαίνω ότι
ήταν ψέμα, παρά την τραβηγμένη νιότη
του ενθουσιασμού μου (κι όσο κι αν πιστεύω
πως, δεν μπορεί, θ’ ανταποκρίθηκε για λίγο).
Τα γυαλιά μου χαϊδεύω
και στη χρήση τα παραδίδω,
μόλο που δεν επιτρέπει να γίνουν έμβλημα.

Στο λεωφορείο προσπαθώ να μην κοιτάζω
τις κοπέλες, για ν’ ανιχνεύσει το μυαλό μου
πάλι (σαν να ζητούσα απ’ το ραδιόφωνό μου
μια μουσική δοσμένη μοναχά σε όνειρο)
το πρόσωπό της. Κάθε λεπτό που περνάει
προστίθεται στο άπειρο
της απομάκρυνσης. «Μου πάει…»:
συχνότητα παράδεισου που δεν θα πιάσω.

Προτού χαθεί τελείως, η ζήλια σαν προστάτης
μου την προσφέρει: συζητάει με τον επόμενο,
τον βλέπει να διαλέγει ένα αντικείμενο
πανάκριβο, η σιγουριά και η κίνησή του
δείχνουν τη δύναμη με την οποία θα παίρνει
το χρήμα για ζωή του —
μια απόδοση βελτιωμένη
στη σειρά των δειγμάτων που κυλούν μπροστά της.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Καπνίζοντας πάλι μιλάς για τον εαυτό σου
……..με ένα χαμόγελο που ξέρει
να περιμένει,  σίγουρη ότι ο αντίπαλός σου
θα κάνει την λάθος κίνηση, θα προφέρει
τη λάθος ατάκα. Μιλάς για τους δικούς σου,
για το παρατεινόμενο της εφηβείας
στα χέρια των άλλων, για τη σπατάλη εκείνη
πειραματισμού, αιτία για τους φιλικούς σου
κι ερωτικούς δεσμούς, για πράξεις αμαρτίας
(χαμένη πια ενοχή), τίποτα ν’ απαλύνει

την αίσθηση κινδύνου. Με μαύρο τονίζεις
……..κάθε κηλίδα κραυγαλέα —
μια τάφρος ειλικρίνειας για να μαγνητίζεις
σε απόσταση και ν’ αναβάλλεις την αυλαία.
Απ’ τα χείλη μου, μια αμφιβολία και μόνο
φτάνει να σε μονώσει. Πίνουμε όμως, κάτι
θετικό. Το αλκοόλ άραγε θα προφθάσει,
παραγωγός γενναιότητας, να βρει στο χρόνο
την ευάλωτή σου στιγμή, ένα κομμάτι
αφύλαχτο, κρυφά να το διαπεράσει;

Το μπαρ είναι σχεδόν γεμάτο. Σαν ελπίδα
……..ζεύγη τσιγάρα αναβοσβήνουν.
Τα ηχεία τρίζουν λέξεις μες στην καταιγίδα
της μουσικής. Τα χέρια της μπαργούμαν δίνουν
συνέχεια. Ο σερβιτόρος ψύχραιμος μαζεύει
ακροβατώντας τα ποτήρια, ενώ τα φώτα
από την κάπνα χαμηλώνουν κορεσμένα.
Το βλέμμα μου γυρνώντας ξανασημαδεύει,
χωρίς απόλαυση, λες και φυλάει τα νώτα,
υπολογιστικό, τα νεύρα τεντωμένα,

το σώμα σου πεδίο και λάφυρο μάχης.
……..Μπορεί να μην καταλαβαίνεις
το αυτονόητο της σιωπής μου. Μπορεί να ’χεις
έρθει με την αφέλεια προετοιμασμένης
για φιλική performance, χωρίς υποψία
για τις προθέσεις μου. Μια σκέψη που με φέρνει
κατηγορούμενο, ανοίγοντας σαν αλάτι
το χρόνιο μίσος μου γι’ αυτή την ανοησία,
το καμπουριασμένο σουλούπι που δεν σέρνει
πίσω του κανέναν, ούτε την αυταπάτη.

Το σώμα σου σιγά-σιγά με πλησιάζει.
……..Ώστε έτσι. Τα λόγια μου βρίσκω
τώρα, να δείξουν ότι μ’ εντυπωσιάζει
το μακιγιάζ πόνου, και να γείρω στο ρίσκο.
Πολιτικός που είναι κύριος του σκοπού του
γλυκά απαντάς το σώμα αποτραβώντας ήδη.
Γρήγορα, δειλός και θρασύς, μπροστά κοιτάζω,
σαν παιδί που, στην άρνηση του παιχνιδιού του
να το ευχαριστήσει, μουτρώνει, παιχνίδι
του παιχνιδιού του, και τα μάτια κατεβάζω.

Πας στην τουαλέτα. Τίποτα δεν μ’ εμποδίζει
……..να σε φαντάζομαι κοντά μου.
Όμως, αν και για μια στιγμή ό,τι  σ’ απαρτίζει,
λόγια, σιωπές, κινήσεις, νιώθονται δικά μου
και νομίζω πως ξέρω τον τρόπο να γίνεις
μια  χορεία γυμνών μελών που σπαρταράνε
παραδομένα στο εκδικητικό σκοτάδι
της δυνατότητας,  δεν θέλω εκεί να μείνεις.
Κάτι στο πλευρό μου — θαμώνες με σκουντάνε,
νυγμός ήττας, αποχαιρετισμός, σημάδι

ότι επιστρέφει η άσβηστη κομψότητά σου.
……..Και ξαφνικά καταλαβαίνω:
συγχωρεί τις αδυναμίες η ομορφιά σου,
αποζητά τις πιέσεις. Το τεντωμένο
σχοινί παρατώντας, όλο μη τυχόν πέσει,
ντύνεται καμικάζι η σκέψη μου, όχι άλλη
αυτοσυγκράτηση. Τώρα μιλάω για μένα,
για τη θλίψη που από νωρίς μ’ έχει καλέσει
σαν προορισμός, για τη μεθοδική κραιπάλη,
άσκηση με στυφή γεύση, χρόνια χαμένα.

Τα μάτια σου με προκαλούν να σταματήσω
……..την κατάδυση κοινού τόπου
στον εαυτό μου και βέβηλα να τολμήσω
να πέσει η πικρή μάσκα του άτρωτου προσώπου,
όπως αρμύρα που κυλάει και πίσω αφήνει
μονάχα ένα λαχάνιασμα, φόβος συνάμα
κι αγαλλίαση κάποιου που το φως κερδίζει.
Μιλώντας δεν θα μοιραστώ ούτε τη σαγήνη
απ’ το θυμό σου. Κάθε λέξη μοιάζει κλάμα
αυτοπεποίθησης, τραύλισμα που τονίζει

τη δύναμη της μουσικής καθώς εισδύει
……..ανάμεσά μας και το σώμα
σαν αγωγός ηλεκτρίζοντας αποκλείει
την υποχώρηση. Νιώθω πως κι άλλοι ακόμα,
μεθυσμένοι, χορεύοντας, αγκαλιασμένοι,
εκστατικό αντηχείο, στο τέρμα του δρόμου
μας σπρώχνουν, λες και το φιλί μας τους αγγίζει.
Απότομα σβήνουν όλα, το μπαρ σωπαίνει,
κόσμος, μουσική, φώτα σβήνουν στο μυαλό μου,
το τζάμι του καθρέφτη μόνο λίγο τρίζει

σαν μηχανή μετά την ανελέητη χρήση.
……..Κάθομαι τώρα στην πλατεία
ενώ εσύ έχεις φύγει (έχεις ήδη αργήσει).
Η δροσιά απλώνει την αχλύ  σαν απορία.
Κουρέλια πλάι μου καπνού στριφογυρνώντας
ανεβοκατεβαίνουν. Η σιωπή κυλάει
συνέχεια. Είσαι πάλι σ’ επαφή μαζί μου.
Πότε-πότε κάποιο αυτοκίνητο γλιστρώντας
στο πρωί, φωτίζει, χωρίς να διαπερνάει,
την άγρυπνή μου σκέψη, την επίθεσή μου.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ Ι

Χάραξε τη μνήμη σκληρά η μορφή της:
τα μαλλιά που ο αγέρας τα τυραννούσε,
ο λαιμός που σφίγγαν —επίχρυσοι όφεις—
τα περιδέραια,

ο ίσκιος των βλεφάρων που σαν μαγνήτης
τον τραβούσε ολέθρια κι η κρύα λάμψη
των γλαυκών κορών της, που ως Μέδουσα άλλη
πάγωνε το αίμα.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙ

Βρέθηκε κατόπιν στ’ απόκοσμο άλσος,
όπου μύριες λεύκες αργά θροΐζαν:
ανοιχτήκαν ξάφνου μπροστά του οι άδειοι
κήποι της Όρφνης.

Κι από το στερέωμα των άστρων πάνω,
από της Σελήνης τον άυλο κύκλο
έπεφτε συνέχεια στους κήπους κάτω
φέγγος και δνόφος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙΙ

Έπειτα μονάχος μες το σκοτάδι
χάθηκε στης πόλης τους λαβυρίνθους,
σ’ άδειες στενωπούς και σε νεκρωμένους
μύριους μαιάνδρους.

Πιο μακριά μετά στο ποτάμι δίπλα
βάδισε κοιτώντας στην άλλην όχθη
μαυσωλεία κι ηρώα που κυπαρίσσια
δορυφορούσαν.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV

Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.

Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν  με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ V

Φεύγοντας για πάντα τη νέα Κολχίδα,
τους λευκούς χειμώνες, τις άγριες νύχτες
είδε τον λιμένα μια μέρα πάλι
της μεσημβρίας.

Στρόβιλοι φωτός κατεβαίναν ξάφνου
από τους γλαυκούς ουρανούς του θέρους
κι ως και τους δαιδάλους βαθιά του νου του
φώτιζε η λάμψη.

Μεσομήδης, 2008

.

Α σ μ ά τ ι ο ν

Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου
δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή
…. μυρωδία

Μεθαύριο θά ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα
ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου
…. καρδία.

Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984

.

μνήμη Αλέξη Ζακυθηνού

Να βλέπεις άξαφνα τον Ξένο
σαν απ’ το μέλλον να ζυγώνει
να σε σκεπάζει —γκρίζο χιόνι—
το πεπρωμένο

Κάποιος τη θύρα να καρφώνει
Κάποιος ν’ ανάβει το κερί σου
Στον ουρανό του παραδείσου
να ξημερώνει

Να μη θυμάσαι τη μορφή σου
Φωνή να μη σ’ ακολουθήσει
Να
χεις εντέλει κατακτήσει
βάθος αβύσσου

Αγαθά παιγνίδια, 1994

.

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του
30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

Νέα Εστία, τχ. 1741, Ιανουάριος 2002

30

.

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν.
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά

ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά

o ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
Ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.

Βάρβαρες ωδές, 1992