Apostolos Yayannos_Paphiopedilum Royale_2012 

***

3

Μαργαροφέγγει
το ξύπνημα της μέρας
πριν να το φτάσει
στα μάτια σου ζωγράφε
χρυσόπλουμη σαΐτα.

5

Με ανοιξιάτικη
σε είδα βροχή να περνάς
και τα χρώματα
του κόσμου χορεύοντας
μαζί μου σε πήρανε . . .

8

Πέρασε ο κόσμος
της μέρας και της νύχτας·
στη σιωπή έμεινα
και στα κλειστά μάτια σου
για να ξαναγεννηθώ.

10

Δεν γιατρεύτηκε
στα σκίνα, μες στα έλατα·
τα συνήθισε,
δολερή η μοναξιά τους,
εκεί σε αποζήτησε.

14

Σε ουρανό θολό
βουρκωμένες θάλασσες
τον περίμενα
που είπε φτάνοντας: εδώ
θα ξαναβρώ τον ήλιο . . .

18

Τις πέντε αισθήσεις,
δεν φτάνουν, στις χαρίζει·
θέλει αμέτρητες
τον κόσμο αυτό να μάθει,
του ξύπνιου με το όνειρο.

24

Δίψα του κόσμου
στο καρποφόρο δέντρο·
χαρά κι ελπίδα
δεν μπορεί να χορτάσουν
το ένα με δίχως το άλλο.

26

Άχρηστα φύλλα
που κόπηκαν οι καρποί·
τι περιμένεις;
Ίδια τον άλλο χρόνο :
χαρά, μαζί σου λύπη . . .

30

Θα πάθεις πάλι
με ποίηση παίζοντας·
είν’ σαν φάρμακο :
πρέπει δόση να ξέρεις,
στη γιατρειά από φαρμάκι.

31

Πού πήγαν αυτά
που πόθησες ; Άλλαξαν
δίχως εσένα·
με τον καιρό στο χρόνο,
ή γίναν μόνο στάχτη ;

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Paphiopedilum royale, 2012

Apostolos Yayannos_Anthos_2012

* * *

1
Ύπνος του νερού
στα μάτια σου κοιμάται
το χρυσό βράδυ.

12
Δυο πεταλούδες,
της πολύχρωμης γιορτής
είταν άγγελοι.

13
Δυο πεταλούδες
σε κάθε που εκοίταζες
αναπαυόνταν . . .

14
L’ impair
Τρεις πεταλούδες
ω, κάθε που χάριζες
τα δυο σου μάτια!

24
Φυσά ο αγέρας
μα τα σπαρτά δεν γέρνουν,
ζωγραφισμένα . . .

30
Γαλάζιος κάμπος
σ’ ύπνο βοσκού κοιμάται·
μην τον ξυπνήσεις!

35
Η πιο μεγάλη
σιωπή μας ξεκουφαίνει·
είν’ η δική μου;

36
Ποιου να μιλήσεις;
θά ’ταν τα λόγια πικρά
της μοναξιάς μου..

56
Λόγια πουλιά ’ναι·
τον κόσμο γυροφέρνουν,
ξένα από σένα.

61
Όταν μιλούσες
στ’ αγριολούλουδα ο Θεός
σ’ άκουγε μόνο.

62
Όταν φώναξες
τ’ αγριολούλουδα ο Θεός
στεκόταν δίπλα.

75
Είν’ από σένα
στη σιωπή τα λόγια μου,
λίγα, πολλά ’ναι;

76
Στο κλουβί το άδειο
κι άλλο πουλί κλείστηκε,
πουλί θλιμμένο . . .

81
Μίση κι έρωτες
του κόσμου τούτου στάχτες,
κληρονομιά σας.

82
Κόκκινο, μαύρο,
τ’ αταίριαστα θα σμίξουν,
σ’ αρχή με τέλος.

91
Αυτός με γλάρους
και σιωπή, μονάχος
έφερε ξένους.

103
Έμεινε ο κήπος
δέντρο δίχως τα φύλλα
στη μοναξιά του.

105
Ακόμα χιόνι!
Πώς μεθυσμένα πουλιά
μαζεύουν άνθη;

116
Το ξαφνικό είταν
αδιάφορο μ’ εσένα,
τριμμένο ρούχο.

117
Τριμμένο ρούχο
που δεν φορούσα καιρό,
σαν άλλη γύμνια.

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Άνθος, 2012

.

Ο Μήτρος είδε
Δαιμόνια στο ρέμα.
Αχ! Παναΐα μ’!

Τσορβάς δεν είναι
Ο έρωτας στα χιόνια.
Σεβτάς, Γιαννιέ μου!


Αχ! η Ματούλα!
Αγρίμης θέρος – έρως
Πάει να την πνίξει


Βοσκόπουλό μου,
Σχοινιάστηκ’ η Μοσχούλα
Και δε βελάζει…


Ήπιε η Χαδούλα
Του αλμυρού θανάτου
Το πικρόν ύδωρ.

 
Μες στην ψυχή μας
Το σκοτεινό τρυγόνι
Έχει απαγγιάσει.

.

Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών, 2011

.

Εντός ορίων.
Πέντε, επτά και πέντε.
Ελευθερία!

Χρώματα πέφτουν.
Φεύγουν τα αστέρια.
Χαράζει ξανά.

Μινιατούρα.
Της ίριδας η κόρη.
Η πεταλούδα.

Μετά τη βροχή.
Στο νερόλακκο δίπλα.
Ένα σπουργίτι.

Λόγια ψυχής.
Ακατέργαστα βγαίνουν.
Άκρατος οίνος.

. . .τακ τικ τακ τικ τακ. . .
Ακόμα και η σιωπή
στόλισμα θέλει.

Έρμο παγκάκι.
Στην άκρη της προβλήτας.
Η νύχτα αργεί.

Στην Ιωνία.
Τον καλύτερο σπόρο
Έριξαν τότε.

Σε λευκό χαρτί.
Δάκρια και λέξεις.
Αποχαιρετισμός.

Νίκο Σκαλκώτα
όλο σου το Έργο
του Είναι ο αχός.

Χελιδόνια.
Θα μας λείψουνε φέτος.
Αντιπαροχή!

Καμένα δάση.
Γκρίζα βουνά και πόλεις.
Δολοφονία!

Ελευθερωτής.
Νέα τάξη πραγμάτων.
Θρήνος ολούθε.

5+7+5 ακριβώς ή περίπου χάικου, 2009

.

1

Ήρθες μονάχος.
Θα φτιάξεις τον κήπο σου.
Μόνος θα φύγεις.

2

Στέκω μπροστά σου.
Τρεμάμενος γίγαντας!
Μαργαρίτα μου.

3

Πέφτουν σαν λόγια
στην πράσινη Έδεσσα.
Οι καταρράκτες.

4

Ο Αλιάκμονας.
Τα δάκρυα των βουνών.
Ευλογία μας.

5

Η Πανσέληνος;
Στο ποτήρι μου λιώνει,
Σαν ασπιρίνη.

6

Μπροστά στο φακό.
Το λουλούδι και τ’ άστρο,
Δε θα πεθάνουν.

7

Σπασμένο κλαδί
αλλά η άνοιξη δες —
το κυρίεψε.

8

Κρυφοί στεναγμοί.
Των αστεριών η λύρα
στ’ άδειο πηγάδι.

9
Το τρένο περνά.
Οι παλιές μου αγάπες-
Σφυρίζουνε αχ!

10

Οι παπαρούνες —
τι άκουσαν άραγε
και κοκκίνισαν.

11

Αχ! χορταράκι
το μπόι σου κάποτε
θα με περάσει

12

Όλος ο κόσμος
δεκαεφτά συλλαβές.
Τραγούδα, μπορείς!

Κεριά θυέλλης, 2005

.

1

Ξέρω πως κρύβεις
ένα κομμάτι νύχτας
μέσα στην τσέπη.

2

Όταν νυχτώνει
τα μολύβια δε γράφουν,
γίνονται σφαίρες.

3

Πώς την κρέμασες
ανάποδα τη νύχτα
σαν νυχτερίδα.

4

Δράκοι της νύχτας
καταπίνουν αστέρια
και σκόρπιους στίχους.

5

Ξύπνα τον ήλιο,
μαλώσανε τ’ αστέρια
με το φεγγάρι.

6

Αίμα στ’ αγκάθια·
ο πόνος ξεγεννάει
τριαντάφυλλα.

7

Δεν είσαι δάσος,
πευκοβελόνα είσαι
στο μανίκι μου.

8

Τίναξες κλαδιά
έβγαλες και λουλούδια
μπηγμένο ξίφος.

9

Τα ξένα πουλιά
στο ξένο δέντρο τρέμουν
την καταφρόνια.

10

Σκίσε τα ρούχα.
Γυμνοί, με τα φτερά μας
ν’ αναληφθούμε.

Πυγολαμπίδες, 2011

.

α

Χέρι που τρέμει
και λίγη χρυσόσκονη:
έκανες φτερά.

β

Χέρι που τρέμει
και λίγη χρυσόσκονη:
σε βαλσαμώνω.

γ

Εκκρεμότητες:
σάρκες απ’ τη σάρκα σου
πως τις ξηλώνεις.

δ

Πιθανότητες:
λάμψεις του καλοκαιριού
Δεκέμβρη μήνα.

ε

Δροσερό σταμνί:
η δίψα μου στον πηλό
και στο φιλί σου.

στ

Αφθονος ήλιος —
κι η φθονερή σκιά σου
παγερή τροφός.

ζ

Προφυλαγμένος:
σβήνω την εικόνα σου
και δεν κρυώνω.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

α

Ψυχή δεν έχεις
Άλλο καταφύγιο
Στον κόσμο τούτο

Μονάχ’ αυτούς τους τοίχους
Αυτούς τους πέντε στίχους

β

Πέφτει το βράδι
Λουφάζουν στη μονιά τους
Όλα τ’ αγρίμια

Πάψε κι εσύ ψυχή μου
Τη σελήνη ν’ αλυχτάς

γ

Όσο κι αν τρέχει
Ο λαγός το βόλι τρέχει
Γρηγορότερα

Κανείς λαγός ωστόσο
Δεν το πίστεψε ακόμα

δ

Βόλι που φεύγει
Απ’ το όπλο δίχως στόχο
Τη βολή του χάνει

Αστόχαστα τελειώνει
Στην καρδιά του μηδενός

ε

Ίσια στα μάτια
Το θάνατο κοιτώντας
Τον ημέρεψα

Άτρομα το κεφάλι
Χώνω στα σαγόνια του

στ

Βολίδα ρίχνει
Ο βουτηχτής μετρώντας
Το κουράγιο του

Μαργαριτάρι λάμπει
Στον πυθμένα ο θάνατος

ζ

Θαμπέ καθρέφτη
Στο γυαλί σου φυλακίζεις
Τα είδωλά μας

Μες στα θολά νερά σου
Αμέτρητοι πνιγμένοι

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

για την Καίτη

1

Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου.

2

Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

3

Το φθινόπωρο
βαθαίνει — κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.

4

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

5

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει τον βράχο.

6

Η τρικυμία
μέχρι πέρα στο Sado
— ο γαλαξίας.

7

Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μέσ’ στη συστάδα.

8

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

9

Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει άνοιξη.

10

Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.

11

Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.

12

Ούτε φεγγάρι,
λουλούδια, ούτε φίλους·
και πίνει σάκε.

13

Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.

14

Μέρες βροχής:
oι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.

15

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

16

Τελειώνει ο χρόνος —
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.

17

Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

α΄

Γιαπωνεζούλα
Γιούκο, ο ήλιος δύει
Πριν ανατείλει.

β΄

Ροδάνθη είναι
Το τίμημα άνομων
Ταπεινών πόθων.

γ΄

Πίστεψες πολύ
Στις γυναίκες· άψητος
Είσαι ακόμα.

δ΄

Το όνειρο που
Έχασες θα βρεις μέσω
Της φαντασίας.

ε΄

Μπρος στη σελήνη
Κίτρινα σύννεφα καιν
Τις αγάπες μας.

στ΄

Θαμπά κρύσταλλα
Μικραίνουν τα πράγματα.
Με κάνουν θεό.

ζ΄

Χαρακίρι λες
Την τέχνη καταστροφής
Του τρελού φόβου;

η΄

Στη λάβα μέσα
Του Φουτζιγιάμα δες την
Αθανασία!

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

α΄

Ελάτε λέξεις
Και κουρνιάστε σαν πουλιά
Σ’ αυτούς τους στίχους


β΄

Αυτοί οι στίχοι
Τείχη ενάντια στις ορδές
Βάρβαρων ήχων


γ΄

Ύπτιος ποιητής
Ιπτάμενο τραγούδι
Ονειρεύεται


δ΄

Άπτερες λέξεις
Σα μαδημένα πουλιά
Σέρνονται χάμω


ε΄

Άγουρο ακόμα
Κόπηκε το ποίημα
Τώρα σαπίζει


στ΄

Αυτός ο έρωτας
Στο ποίημα δε χωράει
Το περιέχει


ζ΄

Μη με λυπάσαι
Ποίηση πάρε το φως μου
Φτάνει να λάμψεις

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

1.

Στον κάμπο πέρα
τα απλωμένα φέγγουν
ρούχα των παιδιών.

2.

Οι πεποιθήσεις
οι πιο ισχυρές γίναν
τερματοφύλακες.

3.

Οι ελαιώνες
όσο περνούν οι καιροί
ασημίζουνε.

4.

Κι αν ήταν νοτιάς
που θα μας έσωζε τι
το βοριαδάκι;

5.

Δεν ξέρω ποτέ
αν ξεκινώ ή μήπως
πίσω γυρίζω.

6.

Τυλίγομαι σε
μια από τις εκδοχές
να προσχωρήσω.

7.

Όπου κοιτάζω
βρέχει ξαφνικά όπου
ανασαίνω φυσά.

8.

Πόσες ορφάνιες
παθαίνουμε για ένα
γλυκό του βλέμμα.

9.

Περιμένοντας
το φως της χαραμάδας
ασάλευτη.

10.

Το τελευταίο
βλέμμα πριν την έκσταση
να προλάβαινα.

11.

Η οδύνη του
να μην είσαι ενώ θες
ποτέ πια παρών.

12.

Κρύβεται πάντα
το πιο βαθύ μαύρο στο
ήσυχο λευκό.

13.

Το σώμα μου δες
εξατμίζεται πάλι
νιφάδες χιονιού.

14.

Θ’ ανασύρω τα
βελούδα του έρωτα
πληγή της αγάπης.

15.

Βραδιάζει, τσέρκι
παίζουν στις γειτονιές με
φωτοστέφανα.

16.

Το κοιμισμένο
σώμα της σωσίβιο
νύχτας έγινε.

17.

Χρόνου μυστικά
περάσματα ποτέ δεν
ξαναμαρτυρώ.

.

Εμβόλιμον, τχ. 51-52, Άνοιξη 2005

.

«Αν πράγματι με θες, θα μ’ έχεις.»

1

Κρυφό μου σώμα
τα μυστικά σου μόνος
εγώ τα ξέρω.

2

Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.

3

Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.

4

Κάπου στ’ όνειρο
σ’ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.

5

Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.

6

Πάνω στ’ αμόνι
μενεξές το σίδερο
του μπαλκονιού της.

7

Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.

8

Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.

9

Κούμαρο μέλι
κι ο κότσυφας άπληστος
ο κερομύτης.

10

Όταν κοιτάζει
στου πηγαδιού το βάθος
βλέπει τον τράγο.

11

Δες! Δυο κουνούπια
στο καψούλι της βόμπας
κάνουν έρωτα.

12

Πέθαινα λέει
και πάνω στο σώμα μου
έφεγγε η αυλή.

13

Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.

14

Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.

15

Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.

16

Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.

17

Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.

18

Θάλασσα χλωμή.
Με την ψόφια ουρά της
παίζουν τα παιδιά.

19

Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.

20

Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.

21

Στον Ν.Δ.Τ.

Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.

22

Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;

23

Νεκρός κι ο Έκτωρ.
Τρομάζει τον Όμηρο
η αναίρεσή του.

24

Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.

25

Ώχου κι απόψε
δε γλιτώνεις το ξύλο
Καραγκιόζη μου.

26

Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;

27

Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ’ναι αλήθεια;

28

Γελάει ο λύκος.
Κάτι τού ψιθύρισε
στ’ αυτί το αρνάκι.

29

Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;

30

Φτωχό κόκαλο
στην άμμο της ερήμου
με τόσο ύφος.

31

Το ένα σου μάτι
στο ποίημα· και τ’ άλλο
να σε δικάζει.

32

Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.

33

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

Τριαντατρία χαϊκού, 1990

.

Ω, να πεθαίναμε σαν τα πουλιά
που δεν αφήνουν πτώμα.
Μόνο ένα πούπουλο στην αντηλιά
να κατεβαίνει αργά, χωρίς
ποτέ να φτάνει στο χώμα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ

.

α΄

Κρίνο βαστάω
Κι έχω ντύσει με χώμα
Τον άγγελό μου

β΄

Πήγαν τα μάτια
Εκδρομή στο κορμί σου
Κοίτα βραδιάζει

γ΄

Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου

δ΄

Γιορτές των ώμων
Στις μασχάλες σας θάλλουν
Τρυφερά πένθη

ε΄

Μικρό βυζάκι
Χόρτασε το φιλί μου
Να μεγαλώσεις

στ΄

Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου

ζ΄

Σ’ ένα ντιβάνι
Τρυφερός γαλαξίας
Με μαύρες τρύπες

η΄

Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια

θ΄

Άσπρο φεγγάρι
Στην κοιλιά σου φωλιάζει
Πάρε με μέσα

ι΄

Τόσο υπάρχεις
Που ’ναι πλάσμα δικό σου
Κι η φαντασία

ια΄

Μπροστά σου πρέπει
Ενός λεπτού σιγή σε
Όλες τις λέξεις

ιβ΄

Σαν καμικάζι
Πάνω στ’ άσπρο κορμί σου
Θέλω να πέσω

ιγ΄

Εικόνες σκορπάς
Που τις μαζεύουν κρυφά
Τα δυό μου μάτια

ιδ΄

Μόνο ο καθρέφτης
Να σε βλέπει αντέχει
Δίχως να σπάει

ιε΄

Κι ο Γιάννης Ρίτσος
Να σε θωρούσε γυμνή
Θα σταματούσε

ιστ΄

Ώς κι ο αέρας
Το κορμί σου φυσώντας
Σπούδασε γλύπτης

ιζ΄

Καθώς η φλόγα
Όλα στάχτη τα κάνεις
Κι ας τρεμοσβήνεις

ιη΄

Είσαι το άλφα
Το βήτα το όμικρον
Είσαι το ωμέγα

ιθ΄

Στη χούφτα βυζί
Καιρό θα κάνεις να πιεις
Από ποτήρι

κ΄

Κάθε σου λέξη
Ένα ακόμα σου χέρι
Που με χαϊδεύει

κα΄

Κορμί που σκύβεις
Τη μικρή μου κάμαρη
Κάνεις μουσείο

κβ΄

Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις

κγ΄

Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού να
μπω;

κδ΄

Τρυφερά χείλη
Στο στόμα στη γλώσσα μου
Να ’ναι τα πάνω;

κε΄

Τρελλό μου στόμα
Άντε μίλησε τώρα
Με δύο γλώσσες

κστ΄

Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυό σου στήθη

κζ΄

Δύο ληστεύαν
Ο ένας τον άλλονα
τα ’δωσαν όλα

κη΄

Τα δυό σου πόδια
Τρυφερές συμπληγάδες
Καλά περνάω

κθ΄

Σαν πέντε σκυλιά
Πάνω σου έχουν χιμήξει
Κι οι πέντε αισθήσεις

λ΄

Σπέρνω καθρέφτες
Τα δυό τρελλά μου μάτια
Μήπως χορτάσω

λα΄

Τρυφερά πόσο
Το ταβάνι κοιτάνε
Οι δυό σου φτέρνες

λβ΄

Τι θέλουν αυτοί
Δυό τρελλοί που παλεύουν
Μες στον καθρέφτη

λγ΄

Τρελλά μου πουλιά
Μ’ άσπρο ούζο κερνάτε
Μαύρες μασχάλες

λδ΄

Το σπέρμα μου δες
Στο τρυφερό σου πόδι
Πώς λάμπει λευκό

λε΄

ΕΙΣΑΙΟΑΡΤΟΣ
ΕΙΣΑΙΟΟΙΝΟΣΔΕΝΕ
ΧΕΙΑΛΛΗΖΩΗ

λστ΄

Τρεις μαύρες φλόγες
Στο κορμί σου φωλιάζουν
Όταν κοιμάσαι

λζ΄

Το καλοκαίρι
Έρχεται για να φοράς
Μικρά σανδάλια

λη΄

Μεσημεράκι
Σ’ ένα μικρό σύννεφο
Έχεις σκαλώσει

λθ΄

Πέφτει βροχούλα
Τι σίγουροι που ’μαστε
Στ’ άσπρα σεντόνια

μ΄

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

μα΄

Γεμάτη φωλιές
Κι εγώ γυρνώ ξέσκεπο
Πουλί μονάχο

μβ΄

Έλα αέρα
Φέρε μου τις φωνές της
Από τα ξένα

μγ΄

Απ’ του έρωτά σου
Τις στάσεις μου ’κρυβες μια

Την απουσία

.

Γραφέως κάτοπτρον, 1989

234


Όλη τη νύχτα
περνούσες μοναχή σου
παλιό γεφύρι

Κι εγώ χτισμένος στ’ όνειρο
έτρεμα μην ξυπνήσω.

.

Ψηλή γυναίκα
μου ρίχνεις τον ίσκιο σου
και σουρουπώνω.

Πηγάδι γίνομαι βαθύ
και με πονάνε τ’ άστρα.

.

Κλείσε τα μάτια
να ξαναδώ τον κόσμο
με τα δικά μου.

Βλέπω κλεισμένα βλέφαρα
και τσίνορα που τρέμουν.

Παραλογή, 1993