***

Ταπεινός οπαδός της Αγίας Καικιλίας
μα και δούλος ευρώστου σαρκός και κοιλίας
από ποικίλας επιλέγει μουσικάς
μα προηγείται πάντα ο μουσακάς
ή μουσικό pasticcio του Ροσσίνι
μέσα σε μελωδίας ευφροσύνη
κι όταν του φωνογράφου τελειώνει η άρια
στο πιάτο λάμπουνε σεμνά απομεινάρια
κι όταν φινάλε σε αρπαγή απ’ τον οντά
μένει υπόλειμμα και στον κυνόδοντα
ρέκτης των πιο ακραίων συμβολισμών
από ουρανίων ηδυπότων πίνει τον εσμόν
με κάθε νέα γέυση κάθε ουσία
τον συνοδεύει η τρέλα απ’ τη Λουτσία.

Πάντοτε λέει «εν παραδείσω άδω»
μ’ ένα ρετσιτατίβο και στιφάδο
και πιπεράτη σος για το φιλέτο
το κλάμα το βουβό του Ριγκολέτο
κι αν τον ρωτήσεις για νησιώτικο μαστέλο
θα σου απαντήσει αβίαστα: Οθέλλο!

Θέλει την Κλέφτρα κίσσα και ψητή
και προτιμά την Πέστροφα ή τη
μαύρη αντίστιξη που πίκρα τού αφήνει
γι’αυτό
τον Ρήνο τον μετράει σε χρυσό
μα τη λιγούρα του σ’ ασήμι.

Ό,τι καλό ακούγεται στο ηχείο
βρίσκει το ανάλογό του στο ψυγείο
όταν στη σάλα τραγουδά ένας καστράτος
εξίσου μελωδεί ο κόκορας κρασάτος
και υπό τους ήχους μιας εύθυμης bourrée
με το ρυθμό της ετοιμάζει τον πουρέ

Και εν συνόψει
πάντοτε μ’ ερυθρά την όψη
τρελό γκαλόπ
για εσκαλόπ
ολίγον αλς
μαζί με βαλς
με impromptu
πατάτα οφτή
τενόρου άρια
τηγάνι ψάρια
πίτσα στο πιάτο
με pizzicato
και μ’ ένα presto
κάνει το πέστο.

Συχνά τον κάπελα καλεί a capella
πότε δεινόσαυρος πότε κοπέλα
μέσα του εμπλέκονται αίνος και οίνος
πότε πεντάμορφη και πότε κτήνος.

Σε νύχτα πολυφωνική, σε υπογάστριο άστρων
μονήρης και καρδιαλγής μένει πάντα προγάστωρ·
ακρόασης και γεύματος το τέλος
με μήλο που ο Γουλιέλμος φέρνει Τέλλος.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Νικόλας Κληρονόμος, Θεοφαγία, 2010

Advertisements

Παναγιώτης Τέτσης, 2009

* * *

Ο ήλιος ανατέλλει εδώ και δύει στην Αλαμπάμα,
τονώνοντας ξελιγωμένα μάτια :
Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα,
στενάζει ο βετεράνος μετανάστης, Στα κομμάτια !
Οι σκέψεις του κατσιάζουν στο υποτιθέμενο χθες,
πτώμα εαυτού τού πλακώνει τη μνήμη —
ο κορμοράνος βολτάρει πάνω απ’ τη λίμνη
και ας το σήκωνε το ειδεχθές.

Πηγή:
Ήλιος στην Σκοτία, 2001

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2009

Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

* * *

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκιούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ’ αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείψανο αχνό στ’ αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

Πηγή:
Παλιές ηλικίες, 2002

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

***

***

Σε καιρούς περασμένους, σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη, με βία βουβή. Βαρειές, ζοφερές αλυσίδες περισφίγγαν τις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη – κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η μυστική της κτίση. Πέρα απ’ τα ρόδινα βουνά της αυγής, στον ιερό κόρφο της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, φως ζωντανό που κατέκαιε τα πάντα. Ένας γίγας πανάρχαιος βάσταζε τον μακάριο κόσμο. Δέσμιοι κάτω απ’ τα βουνά κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Ανήμπορα και με μένος ανήλεο για των νέων θεών τη μεγάλη γενιά κι όσους μαζί της συγγένευαν, τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα σκοτεινά, μαυροπράσινα βύθη ήτανε μιας θεάς η αγκάλη. Στα κρυστάλλινα άνδρα ξεφάντωνε λαός τρυφηλός. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό κερνούσε το κρασί η αφθονία της νιότης – ένας θεός μέσα στ’ αμπέλια – μια στοργική μάνα θεά μες στων σπαρτών τον άπεφθο χρυσό – η ιερή μέθη του έρωτα, λατρεία γλυκύτατη στην πιο ωραία θεά. – Αέναη, πολύχρωμη γιορτή των τέκνων τ’ ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. – Με αφέλεια παιδική προσκυνούσε κάθε φυλή την αβρή, χιλιόγλωσση φλόγα, σαν νά ’ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδέα μονάχα, μια σκαιά οπτασία,

Που στη γιορτή χύμηξε βίαια την τερπνή
Και τις ψυχές τις έζωσε με άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Κανείς δεν βρήκε για να στηριχτεί έναν ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Και το θηρίο από κρυφό προσήλθε δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες κι αγωνία.

Παντοτινά τώρα απ’ τα πάντα χωρισμένοι
Όσα η ψυχή γλυκά ποθεί κι αποζητά,
Μακριά από κείνους που τους ήταν λατρεμένοι,
Τους μάταιους θρήνους τους και τ’ αναφιλητά,
Είδαν σαν σ’ όνειρο μονάχα οι πεθαμένοι
Την ανημπόρια μας που δέσμιους μάς κρατά.
Σκόρπισε κι έσβησε πια της χαράς το κύμα
Πάνω στων βράχων των αιώνιων το μνήμα.

Με τόλμη οι άνθρωποι, λαχτάρα αληθινή,
Εξωραΐζαν τη φρικτή τη μάσκα του Άδη.
Πώς σβήνει πράο παιδί το φως πριν κοιμηθεί –
Θά ’ρθει το τέλος, λέγανε, σαν άρπας χάδι.
Λειώνουν κι οι θύμησες στων ίσκιων την ροή –
Έτσι τραγούδαγαν το θλιβερό σκοτάδι.
Μα η Νύχτα έμενε αίνιγμα βαρύ η αιώνια,
Σκληρό σημάδι από μια βία καταχθόνια.

Πηγή:
Νοβάλις, Ύμνοι στη Νύχτα, μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Περισπωμένη 2011
(Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης «Άρης Αλεξάνδρου» 2012)

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σελαβής, Άτιτλο, 2011
(από την έκδοση της Περισπωμένης)

.

και η θάλασσα ουκ έστιν έτι

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα·  «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν την μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη».

Τα δάχτυλα μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αυτή τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα·
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·
ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό,
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο ……………κόσμο
αυτόν που με βλέπει πέρ’ απ’ τη νύχτα μέσ απ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο ……………χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το ……………πάρει.

Έτσι προχώρησα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
και πάλι ψιθύρισα· «θα γίνει ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η ……………μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει».
Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.

Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’, 1955

.

Είπα κι εγώ ένα βράδυ να βυζάξω τα τοπία.
Ξερίζωσα λοιπόν τα δυο μου μάτια
κι έκαψα βούτυρο σ’ ένα φαρδύ τηγάνι
να πιω βουνά και λίμνες στέρεα τώρα.
Ο κόσμος είναι δυο μαστοί το δίχως άλλο
με μια και δυο κουτάλες της κουζίνας
πήρα να τους γευτώ μέσα στο πιάτο∙
ψαύοντας με τη γλώσσα τις θηλές τους
τα δάκρυα σαν παιδάκια είχαν κλοτσήσει
σαν τόπια τα τοπία είχαν κυλήσει
στο νέο τους χάρτη μιας πεδιάδας ομελέτας.

Αυγά και μάτια ένα μπαστούνι παίρνω τώρα
κι όπου σας βρίσκω θα τρυπάω και θα βαδίζω.

Ο θάνατος το στρώνει, 1986


.

Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.

Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα

αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.

Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι

δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Σκοτεινιασμένες βυσσινιές
πνίγουν το περιβόλι·
τούτες οι μαύρες φυλλωσιές
δεν κρύβουν τριαντάφυλλα
γερμένα από τον κάματο
πάνω σ’ ένα πηγάδι.
Μέσα σ’ εβένινα κλαριά
στάζουν κρυμμένα χείλη
γυναίκας που έβρεξε τα δάχτυλα
στο ματωμένο κάνιστρο
το στόμα της να βάψει
μπρος σε θαμπό καθρέφτη·
και το φεγγάρι βγήκε αργά,
στόλισμα της Σαλώμης.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Στο φλυτζανάκι βιε παρί τα κατακάθια του καφέ.
Τα νεκρά πλατανόφυλλα στην αποξηραμένη κρήνη.
Το περιστέρι, που σε αυτή νερό ζητά να πιει αλλά δεν πίνει —
κάποια απ’ όσα, φεύγοντας, δημιούργησες εφέ.

Υπάρχουν κι άλλα, όμως. Όπως:

Η σιωπή.
Η επερχομένη κρίση,
που δεν μπορεί κανείς να τη διαλύσει:
Στον ήλιο μαύρη οπή.

Ή, ακόμη:

Ο επερχόμενος χειμών.
Ένας άνευ ουσίας ή ετέρου αποχρώντος λόγου νύκτιος λειμών:

Ο θάνατος.

Πρώτη δημοσίευση

.

Διαβήματα γρύλων, διαλόγους περιστεριών
τα σχόλια της ντάλιας καθώς την προσπερνάς αργά
την ώρα που δύει ο ήλιος μέσα στους ψιθύρους
της άνοιξης, στις ομιλίες ενός θολού θέρους

ασφαλώς τ’ ακούς όλα αυτά τώρα πιο καθαρά,
ίδια πάντα, η συντεταγμένη στην υπερβολή –
σού μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, απόψε
για την δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών

των ανθρώπων, αλλά για εκείνη της πανσέληνου,
ιδίως του Σεπτέμβρη στα κλαδιά της καμφοράς
μπλεγμένη κι απελεύθερη, ακίνητη, άφαντη

ξαφνικά μέσα στην κόμη του χρόνου, ένα παιχνίδι
ομορφιάς, είδωλο κι αλήθεια μαζί, καλειδοσκό
πιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα βλέμμα μου.

Ν, όπως Νοσταλγία, 2008

.

Όσα δεν φτάνουν τα ποιήματά μας, αναλαμβάνουν να τα καθαρί-
­………………..σουνε τα χέρια μας.
Αφού δεν ονειρεύεσαι, άνοιξε το φως στο κομοδίνο.
Νοέμβρης, Νοέμβρης και Νοέμβριος
κι ύστερα δώστου πάλι καλοκαίρι.
Μη σταματάς. Κάνε κουπί
η θάλασσα αντιπαθεί τη νωχέλεια

Μικρή Πρέσπα τώρα :
Ανάμεσα στις αιώνιες καλαμιές
συνεδριάζουν περί του πρακτέου τα βατράχια.
Δεν είναι μια η Λάμια Φίλε. Είναι πολλές οι Λάμιες
Κατέφυγα πανικόβλητος στ’ απέναντι βράχια

Η νύχτα έπεσε στη θάλασσα
θα γίνει αύριο άκουα μαρίνα.
Η Πηνελόπη Δέλτα κράτησε την αναπνοή της και πέθανε
Εμείς θα ξαναϊδωθούμε στην Αθήνα

Τά ποιήματά μας καταφεύγουν στο χαρτί
αφού έχασαν την πτήση.
Το παρακάνουν τώρα με τα διότι και τα διατί :
Δεν θα βρεθεί μια γομολάστιχα να τα  σβήσει ;

(Εγώ θα της πω : Δεν ήσουν ο έρωτας που ζητάω
Δυστυχώς, Ωραία Ελένη μου, δεν σε πάω).

Σημειώσεις, τχ. 42, 1993

.

Τηv πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι ο λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ’ τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρωμούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια κι η ανεργία.

Εντευκτήριο, τχ. 61, 2003

.

Από ποτάμι άνυδρο έφτασαν δυο σταγόνες
νιότης. Πού θα ’βρουν τις πηγές αυτοί που ’ναι να ’ρθούν;
Θα τους ζητήσουν τα κλειδιά αδάκρυτοι τελώνες
Στημόνι πίσω χάραξα,
να μη χαθούν.

Ρόδι μεστό ξεχύθηκε στο χώμα
Και πότισε
από άρραγο γυαλί
Λόγος που κυοφόρησε πολλών ανθρώπων στόμα
Κεραυνός μήτρας ήρθε η εντολή.

Ποιος ποταμός μάς γύμνωσε
Φέρνοντας στάχτες πύρινες ακόμα ζωντανές!
Έστρεψε αλλού τη μοίρα για
Να μετρήσει ανάστημα μπροστά στο αχανές.

Στίγμα, 2004

.

Ποια είν’ η νύχτα που γελά γιατί δεν σκοτεινιάζει
Ποια είν’ η πέτρα που κελαηδεί μαύρη σαν το φεγγάρι

Ποιο είν’ το ψάρι που πονά και δεν αναστενάζει
Ποιος είν’ ο Άραρος της Κελτικής κι ο ποταμός Αδάσπης

Είσαι η κόρη του καιρού, η μάννα του πατέρα
Το φιλητό του Χάροντα στην κεφαλή της τρέλλας.

Ποια μάννα γέννησε ποτέ χωρίς να ξεκορμίσει
Ποια σκέψη έγνεψε το φως χωρίς να κριματίσει

Είσαι το ρόδι του ροδιού, μήλο από μηλώνα
Είσαι ο κάμπος του Βορριά, καύτρα του λουτρικού μου

Είσαι το ρόδο που αηδόνισε μ’ ανθρώπινη φωνίτσα
Είσαι το όνομα και η φυλή, βαθυκυματοδρόμα ρίζα.

Τα Άκτα, 1996

.

Ι.

Και νά ’ναι ώρα θεριεμένης μοναξιάς, ν’ αντιπαλεύεις
………μόνιμο σκοτάδι.
Στα δάση· με τις αρκούδες συντροφιά· βράδυ βροχής

………που ακούς φωνές απ’ το πηγάδι.
Κι αν είχες πίστη άλλοτε που έσερνε βουνά,
τώρα κανείς και τίποτα κοντά σου. Απ’ τη φωλιά σου

………αγναντεύεις χαμηλά

τα αναμμένα φώτα. Ότι σε κύκλωσαν
ωσεί κύνες πολλοί.

Κι η επαρχία σου τρυφερό κορμί
με νόημα φονικού.


ΙΙ.

Τη μέρα που σ’ αρνήθηκαν τον γυρισμό στην πόλη
και βρέθηκες το δειλινό σ’ απόγκρεμο γιαλό
αγρίμι, σύσκοτο θεριό στων Ελαιών το δάσος
να λές δικές σου προσευχές κοιτώντας τα βουνά

νοσταλγώντας με πάθος τα βουνά, τα δύσβατα ρουμάνια

εσύ ο ληστής, ο τετρωμένος αγάπης.

.

Επέτειος, 2008

.

στον Δημήτρη Ραυτόπουλο

Πολλοί χειρίζονται με χάρη τη γραφίδα
άλλος στυλό μολύβι μαρκαδόρο
πέννα χρυσή μελάνι μπλε κι ύστερα κόκκινο:
……..   ….οι πλέον άγριοι κι ενίοτε αιμοδιψείς
(γιατί υπάρχουνε και τέτοιοι στο χώρο της ποιήσεως)

Πάνω σε κόλες καντριγιέ οι ολιγότεροι
χαρτιά γραφής θαμπά ή υποκίτριν’
………………………………………………………  ………απ’ το χρόνο
(όσο τον ζουν ή διαισθάνονται τον πόνο).

Λευκά ολόλαμπρα δίχως ψεγάδι
οι ευτυχείς που ξέρουν τις αλήθειες και το ψέμα
μιλούν αργά –με σταθερό το βλέμμα–
(στις κάμερες μπροστά του Άδη)

Και κάποιοι λίγοι που σκορπίζουν τ’ όνειρό τους
στα macintosh πασχίζουνε ταξίδια
έτη φωτός ακολουθεί το βάσανό τους
(ραντίζοντας με στίχους τα σκουπίδια)

Υπέρ ηρώων, 1998

.

Ω, να πεθαίναμε σαν τα πουλιά
που δεν αφήνουν πτώμα.
Μόνο ένα πούπουλο στην αντηλιά
να κατεβαίνει αργά, χωρίς
ποτέ να φτάνει στο χώμα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Ένα αγόρι στο σκοτάδι
κάθεται και κλαίει.
Μαύρο χάδι στα μαλλιά του
ήσυχα του λέει:

μην το αίμα βιάζεσαι
να φύγεις απ’ τη γλώσσα·
στόμα κοινό: κόκαλο,
δύο σειρές δόντι
α·

κι’ αργός
επίμονος συλλαβισμός
όταν μαθαίνεις λέξεις, όπως
«έρεβος», «νεκρός».

Συμεών Βάλας. Ένα σχεδίασμα, 2010

.

Θα μπορούσα να ζω
μόνο με γάτες.
Θέλω να πω
ότι δεν πολυέχω ανάγκη
να συναναστρέφομαι τους ανθρώπους,
με τα τόσα τους άγχη,
τις ανόητες αυταπάτες,
τους απαράδεκτους τρόπους.

Οι φοβερές τους συζητήσεις :
κάποιος διηγείται
σημαντικές για τον ίδιο αναμνήσεις·
κι ένας άλλος στο λεπτό
παίρνει τη σκυτάλη για να εκθέσει
το δικό του σχετικό αναμνηστικό.
Έτσι που κανείς δεν ωφελείται
από αυτή τη διαδοχική συναίνεση

στο πανηγύρι της ματαιοδοξίας
( ό,τι συνήθως εγκρίνεται
ως ανθρώπινη επικοινωνία ).
Όχι, όχι, προτιμώ
τα σιωπηλά εγωιστικά ζωάκια
απ’ τον χωρίς ίχνος σκέψης ορυμαγδό
που κατά ριπάς ξεχύνεται
πάνω από μια ντουζίνα παϊδάκια.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ώς εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
………………………….στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
………………………….πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
………………………….να παρηγορηθούνε.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989