ρεμπέτικο της Κούβας, 1968

Σαν αληθινό κρασί
σαν τραγούδι ψέμα
ρεματιά στον ουρανό
στο σκοτάδι αηδόνια

σαν αληθινό κρασί
σαν ζωγραφισμένο δάκρυ
τα μάτια σου τα χείλη σου
τώρα του κόσμου η άκρη

όνειρο στο λευκό χαρτί
έρχεσαι κι όμως φεύγεις
ρίμα γυμνή στην αγορά
αγάπη αγάπη αγάπη

σαν αληθινό χαρτί
σάν τραγούδι ψέμα
— χαμηλώνει η ζωγραφιά
χιόνισε στό αίμα.

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβώνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
–ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ’ αγρύπνια–
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα ειν’ ένα τίποτα. Το βράδυ είν’ «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ’ το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ’ τη ζωή».

Γλυκά θ’ ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσσόα θ’ αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.

Θ. Παπακωνσταντίνου, Αγρύπνια, 2002

.

Μάγκες ό,τι προλάβαμε
ό,τι ήπιαμε ό,τι φάγαμε
το μήνυμα το λάβαμε
γραπτά προφορικά

Το τόνισε η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

Είναι πικρό σαν κώνειο
ρε μάγκα το μνημόνιο
και σαν τρελό δαιμόνιο
μας τρώει τα σωθικά

Κι όπως είπε κι η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

karabouzouklides.blogspot.com, 10.11.2010

.

Να ’βρεχε μακαρονάδες
Και να χιόνιζε σαρμάδες
Και να φύσαγε ροκφόρ
Ίσαμε εννιά μποφόρ

Να ’σταζαν τα κεραμίδια
Φασολάδες με κρεμμύδια
Και να έμπαζε ο αέρας
Απ’ την πόρτα λίγο κρέας

Μια πατάτα μια ντομάτα
Μια χωριάτικη σαλάτα
Να ’στελνε ο Θεός ντολμάδες
Πίττα φίσκα στους κιμάδες

Κι όπως έστειλε το μάννα
Να ’στελνε μια κουραμάνα
Μάνα μάνα μάνα μου
Χίλιες προσευχές θα πω
Και για λίγο καπαμά
Όλα τα πατερημά

Πώς το λεν το Άγιο Πνεύμα
Λίγο μουσακά για γεύμα
Και ο Άγιος Νικόλας
Ένα τέταρτο μπριζόλας

Κά’να στήθος κά’να μπούτι
Κά’να ζωντανό γιαούρτι
Να ’στελνε η Αγιά Τριάδα
Τις γυναίκες δωδεκάδα

Μια ντουζίνα στη κουζίνα
Κι άλλη μια για κρεβατάδα
Κι οι αγγέλοι αγιασμένο
Τον πατσά ψιλοκομμένο

Στ. Κραουνάκης/Γ. Κακουλίδης, Τα τραγούδια του Καραγκιόζη, 1996

.

Δίπλα στη θάλασσα θα μείνω για ν’ ανοίξω
έναν ορίζοντα στο βάθος της ψυχής
και μια φωτιά μέσα στο στήθος μου θα κλείσω
για να χω ένα σημάδι επιστροφής
σε μιαν Ιθάκη που θα πρέπει να γυρίσω
μ’ ένα ταξίδι μιας ολόκληρης ζωής.

Τρομάζω την οργή του Ποσειδώνα
φοβάμαι των ανέμων το θυμό
κρυώνω μοναχός μες στο χειμώνα
μα σ’ αγαπώ κι έχω από κάπου να πιαστώ.

Ένα σεντόνι να κεντήσεις να το στρώσεις
όταν γυρίσω να ξαπλώσουμε μαζί
μ’ ένα σου βλέμμα ό,τι πέρασα να νιώσεις
να ημερέψει η αγριάδα στην ψυχή
κι αν κοιμηθώ την αγκαλιά σου να μου δώσεις —
μη με ρωτάς δεν έχουν τέλος ούτε αρχή.

Μ. Θεοδωράκης-Κ. Καρτελιάς, Οδύσσεια, 2007

.

Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ’ όσους διψάν για χίμαιρες γέρνεις
την κούπα σου που ναι πάντα αδειανή.

Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί, στ’ αυτί που σπαράζει,
χιμάς και γλείφεις σαν το σκυλί.

Δεν αγαπάς! Αφήνεις τους ψύλλους σου,
τους ήχους που φτάνουν από μακριά,
αγρύπνια, κακόφωνο όργανο,
που αλέθεις των εκλεκτών το «ωσαννά».

Αγρύπνια, της κόλασης κήτος,
είναι το φιλί σου φωτιά.
Αφήνει μια γεύση από σίδερο,
που χουν ξηλώσει από καράβια παλιά.

δίσκος: Αγρύπνια, 2002

.

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
τα χρόνια μου είχαν ρίζες, ήταν δέντρα
που τα ’ντυσε με φύλλα η καρδιά
και τ’ άφησε ν’ ανθίζουν μες στην πέτρα

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση
οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν, νησιά
που δίψασε η καρδιά μου να τα ψάξει

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ
η νύχτα εσύ, το όνειρο της μέρας
μικρή πατρίδα, σώμα μου κι αρχή
η γη μου εσύ, ανάσα μου κι αέρας

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει
σε όνειρα, σ’ αισθήματα υγρά
το μυστικό τον κόσμο ν’ ανασάνει

Γιώργος Ανδρέου – Παρασκευάς Καρασούλος, Μικρή πατρίδα, 1996

.

Στον Λαυρέντη

Ζούμε σε μια τρέλα      και το ξέρω
Κι ό,τι δε μπορούσα να υποφέρω
Έγινε η φυγή μου τώρα η μόνη
Άρπα λαιμητόμος και τιμόνι

Κι είναι κείνη που άνοιξε τη θέα
Μια γυναίκα επίπλαστη      μια ιδέα
Κάποτε υποκρίτρια και στο χάδι
Μέσα στο νερό και στο σκοτάδι

Στο γαλάζιο θήραμά σου χύμα
Κι άσε τα βυζάκια σου στο κύμα
Στο εφηβαίο χρυσάφι στάλα-στάλα
Φλοίσβο στων μηρών σου τη διχάλα

Βγες στους φωταγωγημένους δρόμους
Έπειτα και σάρωσε τους νόμους
Με τις σκανταλιές του φραγκοράφτη
Παίξε βάνοντας φωτιά όπου ανάφτει

Τ’ αλκοόλ σε λούζει ανταύγειες      πάρ’ τες
Στο σεντόνι σου με τρεις αντάρτες
Λύσου να σε οργώσουν πέρα ώς πέρα
Τρυφερή φευγάτη περιστέρα!

Μέτρα γενναιόδωρη ερωμένη
Από κάθε σου νυχτιά τι μένει
Φτάνει για να σώσεις την ψυχή σου
Και τρακόσιους-δώδεκα μαζί σου.

Τετράμηνα, τχ. 50, Άνοιξη 1993

.

Στον Νίκο Ξυδάκη

Ας πούμε αυτοί      γεράσαν μόνοι τόσο βιαστικά
Κι αντάμα τους γεράσαν κι οι αναμνήσεις
Σε μαύρα μπάρκαραν μεγάλα μεταγωγικά
Και παν      και σ’ ανταρσία πώς να τους κινήσεις
Όταν προσμένουν με γαλήνη κι αίσια θλίψη
Να ’ρθεί βαρύ πειρατικό να τους συνθλίψει;

Ripresa ….. Φεγγάρι που ’βρεχες φωτιά
Δεν τους αντάμωσες ποτέ καθώς ερχόσουν;
Πες μου      μ’ αλήθεια ή με ψευτιά
Τι περιμένουν πια για να θυμώσουν;

Των αλλουνών έχει η ζωή μεβίας ανατραπεί
Απρόσμενα      μες στο βαθύτερο σκοτάδι
Έχει ο καθένας τους πολλά να κάμει και να πει
Γι’  αυτό κι η λάμπα του αναιρεί το εξαίσιο βράδι
Με τόση σκόνη στης ψυχής τους το στημόνι
Ό,τι κι αν βγει ενοχή καμιά δε ρυτιδώνει

Ετούτοι πάλι που  ’σβησαν το μάτι του φιδιού
Γκρεμίζονται κοπαδιαστά και καταμόνας
Συνεπαρμένους απ’ την αύρα του εύκολου καιρού
Τους διαφεντεύει ο κάθε ανίσχυρος τυφώνας
Σχίζουν τα πέλαγα του μήκους και του πλάτους
Μουρλά πουλιά που καψαλίσαν τα φτερά τους

Μα υπάρχουνε και τα πολλά καλόβολα παιδιά
Του Λεβϊάθαν που μπορούν και ξεχωρίζουν
Ποιο το καλό ποιο το κακό και ποια η αναποδιά
Που συνηθίσαν να επιζούν χωρίς να ελπίζουν
Όλους τους πόνους έχει ο χρόνος απαλύνει
Αυτός ο αϊτός που τώρα κρύβει τη σελήνη.

Η Μυκονιάτικη, αρ. φ. 6, Ιούλιος-Αυγουστος 1993

.

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.

Στο τρίτο πάτωμα οι λεσβίες
ακούν του δρόμου τις ρομβίες
και προσπαθούν με σάπια φίλτρα
να νιώσουν σκίρτημα στη μήτρα.

Κι εσύ που ήσουνα για μένα
σαν αποβάθρα για τα τραίνα
σε ποιο σταυρώθηκες φανάρι
μια τέτοια νύχτα του Γενάρη;

φύσα αεράκι φύσε με, 1992

.

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα

σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια

τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα

σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

Aδειάζει απ’ τους φανατικούς η αρένα.
Λειψό φεγγάρι γλύφει τις σκληρές
πέτρες. Παγώνει το νερό στη στέρνα,
χτυπάει την πόρτα ο χάρος τρεις φορές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάχτυλα από το φόβο κυρτωμένα.
Σκιές που ανοιγοκλείνουν τις φυρές
πόρτες. Αράχνιασε η παλιά ταβέρνα.
Σκυλεύει η μαύρη γάτα τις νεκρές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάκρυα που πενθούν μικροχαρές.
Καράβια που κουράστηκαν δεμένα.
Κι αυτή η ελπίδα: ο θάνατος-εξπρές . . .

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Παυσίλυπα, 1987

.

Μνήμη Γιώργου Χειμωνά

Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια –μαύρη φλόγα–
πως η ζωή χαρίζεται χωρίς ν’ ανατραπεί.
Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια
τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή.

Πενθούσες με τους Έρωτες σα να ’σουν μεθυσμένος
γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς.
Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος
μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς.

Τί ζήλεψες τί τα ’θελες τα ένδοξα Παρίσια.
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές.
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές.

Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής.
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής.


δίσκος: Ο Άμλετ της σελήνης, 2002

.

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ’να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες στα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του αιρ κοντίσιον μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

Το κούρεμα, 1989

.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,
κάτι γιορτάζει βαθιά στο κορμί,
και ξαναβλέπεις το φως,
σαν να
σουν χρόνια τυφλός.
Κι ένας αέρας ζεστός
γιασεμιά φορτωμένος,
φυσάει βουρκωμένος.

Είναι φορές που δεν ξέρω γιατί
κάτι νυχτώνει βαθιά και πενθεί
και δε σου κάνει κανείς
κι όπως γυρεύεις να βρεις
λίγο λευκό να πιαστείς
γιασεμί στο σκοτάδι
σαν άστρο ανάβει.
Λευκό μου γιασεμί
μη νυχτώσεις.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,
μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,
που μου θυμίζει στιγμές
από παλιές μου ζωές
και ένας αέρας ζεστός
γιασεμιά φορτωμένος,
φυσάει βουρκωμένος.
Λευκό μου γιασεμί,
μη νυχτώσεις.

Για τη συνήθεια του έρωτα, 1997

.

Θυμάσαι, φίλε, φοιτητές στη Σαλονίκη,
τότε που κρύβαμε τον ήλιο στις ματιές
εσύ την Άννα αγκαλιά κι εγώ τη Νίκη
στο ταβερνάκι στις Σαράντα Εκκλησιές
εκεί που πίναμε κρασί απ’ τις καρδιές.

Τα μεσημέρια σαν ερχόταν Κυριακή
στο Καυτανζόγλειο να δούμε Ηρακλή
κι ύστερα πρέφα δυο δεκάρες το καπίκι
χόρευαν τ’ άστρα λες και γιόρταζαν τη νίκη
γελούσε η Άννα, γελούσε η Νίκη.

Θυμάσαι, φίλε, μια βραδιά στη Σαλονίκη
με το πτυχίο ξεκινήσαμε γι’ αλλού
πώς ’ξαργυρώσαμε την Άννα και τη Νίκη
σ’ ένα ταμείο κάποιου μέλλοντος θολού
μη με ρωτάς το ’χω ξεχάσει προ πολλού.

Τώρα στρωμένοι στο ψητό της Κυριακής
ούτε ρωτάμε πόσο ήρθε ο Ηρακλής
για τουρισμό μονάχα στη Θεσσαλονίκη
για μια επείγουσα δουλειά – για κάποια δίκη
καημένη Άννα, καημένη Νίκη.

Η νύχτα στο πιάνο, 1995

Μια Λιλή και μια Μαρία
Ζούσαν σε μια ιστορία
Άχρωμη και βαρετή
Ούτε κρύα ούτε ζεστή…

Η Μαρία κι η Λιλή
Βρίσκαν τη ζωή σαχλή
Κι είπανε να κάνουν κάτι
Να την κάνουν πιο κεφάτη:

Χρώματα είπαν να μαζέψουν
Και να φτιάξουν, αν μπορέσουν
Η Λιλή και η Μαρία
Μια πολύχρωμη ιστορία!

Πήραν κόκκινο από μήλο
Σκουροπράσινο από φύλλο
Βιολετί από βιολέτα
Χρυσαφί απ’ ομελέτα!

Πήραν γκρι από φουγάρο
Και χακί από φαντάρο
Φυστικί από φυστίκια
Γκριζογάλανο από φύκια.

Λουλακί, βερυκοκί
Κοραλένιο, φουντουκί
Μπεζ και μοβ μελιτζανί
Κρεμεζί, δαμασκηνί
Μουσμουλί από μουσμουλιά
Ροζ από τριανταφυλλιά.

Κίτρινο, μανταρινί
Λεμονί, καναρινί
Λαμπερό πορτοκαλί
Πράσινο παπαγαλί

Λαχανί από σαλάτα
Καφετί από σοκολάτα
Φούξια και ροδακινί
Μπλε βαθύ και βυσσινί

Από δάκρυ θαλασσί
Γαλανό από νησί
Τυρκουάζ από ματάκι
Και μελί από φιλάκι!

Ρουμπινί από κρασί
Πορφυρό και κερασί
Ζαφειρένιο, σμαραγδένιο
Άσπρο, μαργαριταρένιο.

Χρώματα που μαζευτήκαν!
Γύρω γύρω απλωθήκαν
Ουρανό και γη φωτίσαν
Και τα πάντα χρωματίσαν:

Μπλε τη γάτα, ροζ την κότα
Χρυσοπράσινα τα χόρτα
Το σκυλί μενεξελί
Και το βόδι φραουλί!

Έγινε καρό η Λιλή
Μαύρο-άσπρο- κανελί
Έγινε ριγέ η Μαρία
Κι εμπριμέ η ιστορία!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1999

Στην οδό Αναγνωστοπούλου,
η Κική Καφετζοπούλου
με το γέρο της τον θείο
άνοιξαν καφεκοπτείο.

Είχαν άφθονους πελάτες
(είχαν και πεντέξι γάτες)
κι ένα σκύλο καφετί,
που τον είχαν πώς και τι.

Κάποια μέρα, η Κική
ήταν λίγο νευρική.
κι είπε να τα παρατήσει
και να πάει να περπατήσει.

Έκλεισε το μαγαζί,
πήρε το κλειδί μαζί
και το σκύλο τον καφέ
(που τον έλεγαν Φραπέ).

Η Κικίτσα προχωρούσε
κι ο Φραπέ χοροπηδούσε
η Κικη έκανε ‘ουφ!’
κι ο Φραπέ έκανε ‘μουφ!’

Κάπου στο Πολυτεχνείο,
μπήκαν σ’ ένα καφενείο.
Η Κική ήπιε καφέ
και νεράκι ο Φραπέ.

Ο ωραίος καφετζής
ήτανε χωρατατζής
ήταν συμπαθητικός
και λεγότανε Κοκός.

Είχε μία θειά καλή
είχε, επίσης, και σκυλί.
Καφέ ήτανε κι εκείνο
και το λέγαν Καπουτσίνο.

Οι δυο σκύλοι μυριστήκαν
παίξανε και δαγκωθήκαν
κι η Κική και ο Κοκός
γνωριστήκαν τελικώς.

Γνωριστήκανε, χαρήκαν
και πολύ αγαπηθήκαν!
Και παντρεύτηκε η Κική
τον Κοκό μια Κυριακή…

Κι είχαν πια θεία και θείο,
είχαν και καφεκοπτείο
καφενείο είχαν φίνο
με Φραπέ και Καπουτσίνο!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Ένας Νίκος και μια Λίζα
Ζούσαν σε μια πόλη γκρίζα
Όλο γκρίζες συνοικίες
Γκρίζες πολυκατοικίες
Γκρίζους δρόμους, τροχονόμους
Ταχυδρόμους, αστυνόμους.

Κάποιο γκρίζο πρωινό
Κρύο, φθινοπωρινό
Φόρεσε ο Νίκος μια
Σκούρα γκρίζα κουστουμιά.

Φόρεσε και το Λιζάκι
Ένα γκρίζο ταγιεράκι
Κι από πάνω ένα γκρι
Φοβερό παλτό, μακρύ!

Ήτανε πολύ εντάξει
Με το γκρίζο τους αμάξι
Θα πηγαίναν σε μια θεία
Που τη λέγαν Ευανθία.

Μα συνάντησαν στη σκάλα
Μια κυρία γκριζομάλλα
Που’ σερνε απ’ το λουράκι
Ένα γκρίζο κανισάκι.
Ήταν η κυρία Ντίνα
Με τη γκρι της καμπαρντίνα
Και η σκύλα η Ζουζούνα
Με τη γκρίζα της τη γούνα.

«Καλημέρα!», «Καλημέρα!»
«Γκρίζα κι άσχημη η μέρα!»
«Γκρίζα και συννεφιασμένη
Βροχερή και παγωμένη!»

Και εκεί που τέτοια λέγαν
Και μιλούσαν και χαζεύαν
Ωχ! Περνάει ένας γάτος
Γκρίζος γάτος και τρεχάτος
Κυνηγώντας στα σκαλάκια
Κάτι γκρίζα ποντικάκια!

Ωχ, ο γάτος ο τιγρέ
Που’ μενε στο ρετιρέ
Ένας γάτος, άλλο φρούτο
που τον λέγαν Σταχτοπούτο!

Και τον βλέπει η Ζουζούνα
Με τη γκρίζα της τη γούνα
Και αρχίζει να γαβγίζει
Να γρυλλίζει, να μουγκρίζει.

Σκούζει, κάνει φασαρία
Να ξεφύγει απ’ την κυρία!

Την τραβά, τη ρίχνει κάτω
Και ορμά στον γκρίζο γάτο!

Τα ποντίκια τα καημένα
Τρέχουν μπρος, ξετρελαμένα
Πίσω τρέχει ο γκρίζος γάτος
Πεινασμένος, ορεξάτος
Κι από πίσω το κανίς
Κι από πίσω τους, κανείς!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Μια φορά στο Μαραθώνα
Σ’ ένα πορτοκαλεώνα
Ζούσε η Πορτοκαλίνα
Μια νεράιδα τσαχπίνα.

Είχε μάτια και μαλλιά
Λαμπερά πορτοκαλιά
Και της άρεσε πολύ
Κάθε τι πορτοκαλί.

Με πορτοκαλί μπλουζάκι
Και πορτοκαλί σορτσάκι
Με πορτοκαλιά μποτάκια
Και πορτοκαλιά φτεράκια
Στις πορτοκαλιές πετούσε
Χόρευε, στριφογυρνούσε

Έκανε όμως και δουλειές
Μέσα στις πορτοκαλιές:
Έδινε γλυκά φιλάκια
Στα μικρά πορτοκαλάκια
Να γλυκάνουν, να μελώσουν
Και καλά να μεγαλώσουν.

Κάθε μέρα τα μετρούσε
Και λογαριασμό κρατούσε:
Ένα, δύο, πέντε, έξι
Δεκαοχτώ, τριανταέξι
Εκατό, διακόσια δύο
Χίλια ένα, χίλια δύο…

Όταν πάθαινε ζαλάδα
Έπινε πορτοκαλάδα
Κι όταν αισθανόταν χάλια
Έτρωγε δυο πορτοκάλια

Είχε κι ένα φίλο μπούλη
Νεραϊδούλη, τοσοδούλη
Στα πορτοκαλιά ντυμένο
Και πολύ χαριτωμένο.

Κουμ κουάτ τον είχε βγάλει
Ήταν από χώρα άλλη
(Έλεγε η Πορτοκαλίνα
Πως ερχόταν απ’ την Κίνα!)

Ένα δέντρο είχε μόνο
Να φροντίζει όλο το χρόνο
Φυτρωμένο κατά λάθος
Μοναχό, κάπου στο βάθος
Και δεν του’βγαινε η γλώσσα
Να φροντίζει δέντρα τόσα!

Ήταν κι ένα δέντρο άλλο
Στο περβόλι το μεγάλο:
Μια μανταρινιά κοντούλα
Με δική της νεραϊδούλα
Με πορτοκαλί μπικίνι
Που τη λέγαν Κλημεντίνη.

Ήτανε και μια γατούλα
Φιγουράτη και χοντρούλα
Μία όμορφη ψιψίνα
Που τη λέγαν Νοβαλίνα
Είχε φουντωτή ουρίτσα
Και πορτοκαλιά γουνίτσα

Κουμ κουάτ, Πορτοκαλίνα
Κλημεντίνη, Νοβαλίνα
Στο περβόλι, μια παρέα
Διασκέδαζαν ωραία:
Όταν ήλιο είχε πολύ
Δυνατό, πορτοκαλί
Και τον βλέπαν να προβάλλει
Σαν πελώριο πορτοκάλι!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα, 1999