alkis-alkaios

* * *

Ο Άλκης Αλκαίος (Βαγγέλης Λιάρος) γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Πάργα, πόλη με την οποία συνέδεσε όσο λίγοι το όνομά του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα όπου συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Με αφορμή ένα δημοσιευμένο ποίημα του που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος το 1978 στα »Τραγούδια της Λευτεριάς», ξεκινά η συμμετοχή του στη δισκογραφία. Υπήρξε δημιουργικός για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες και συνεργάστηκε και με άλλους κορυφαίους συνθέτες πέραν του Θάνου Μικρούτσικου, όπως οι Νότης Μαυρουδής, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά. και με σημαντικές φωνές του πενταγράμμου ( Μαρία Δημητριάδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νταλάρα, Κώστα Καράλη, Μανώλη Μητσιά, Χρήστο Θηβαίο κ.ά.).

Ο στιχουργικός του λόγος υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός και αναστοχαστικός, διαποτισμένος με πολιτικές και κοινωνικές αναφορές. Τα τραγούδια του ελέγχουν τις ιδεολογίες στο πέρασμα των χρόνων, εξετάζουν την προοπτική της παραίτησης, εξιστορούν τους έρωτες που δεν ευοδώθηκαν. Ο ίδιος προτίμησε ώς το τέλος να ζήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

* * *

 

Ω Ρ Ο Σ Κ Ο Π Ι Ο

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες – αύριο θα ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα – είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

Πηγή:
Υπέροχα μονάχοι, 2006

Advertisements

***

Είμαι μια στάμνα ραγισμένη
έν’ ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.

Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια
είδα κι αλλόκοτους προφήτες
με κούφια φουσκωμένα λόγια.

Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
ανάσταση έχω κάνει τ’ όνειρό μου
και μέσ’ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.

Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.

Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα Ψαρά και Γαλαξίδι.

Από τα »Κατά Μάρκον»
Δίσκος: Αγάπη είν η ζωή, 1994

Εικονογράφηση:
Γιάννης Γαΐτης (1923-1984)

***

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τά ’κανες  έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι πού πήγες Ελένη
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια σα βδέλλες
για ένα τριάρι για λίγη βενζίνη για μια φασολάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα
περάσαν οι μέρες περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πηγή:******************************************************************  Δ. Μούτση-Ν. Γκάτσου, Το δρομολόγιο, 1979

Εικονογράφηση: ***********************************************     Σωτήρης Σόρογκας

***

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά
έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά
ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
πριν αποσπερώσει να τα βρω.

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά
τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
και τις αλυσίδες αρμαθιά.

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό !
πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
μού ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά
με τους πεθαμένους αγκαλιά.

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
πού ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

Πάρε, λέει, τα φίδια, βάλ’ τα στην καρδιά
και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
τό ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
άξιο τους αδέρφι να γενείς.

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
βιός μου και ρεγάλο και κληρονομιά
μού ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
μού ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ
μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ :
αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

Πηγή:
Δροσουλίτες, 1975

Εικονογράφηση:
Ηλίας Παρχαρίδης, Δρομέας του χρόνου, 2009

***

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά το αμείλικτό τους δέρμα.

Απρόσιτες στον πύργο τους κι έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή με κάποιον εραστή τους
στης θάλασσας των ηδονών βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες μες στην κοιλιά του κήτους.

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά, νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού να τους χαϊδεύουν γάντια.
Λικνίζονται στα δάπεδα λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά βγαίνουν υγρά διαμάντια.

Κυνηγημένες μάγισσες χωρίς την πυρκαγιά τους,
μιλώντας με ακατάληπτες περίπλοκες διαλέκτους,
ωραίες, αλλοπρόσαλλες και απομακρυσμένες,
ίδιες με αυτά τα μανεκέν που βλέπω στα προσπέκτους.

Το υπόκωφο τραγούδι τους κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά η σάρκινη μεμβράνη.
Αυτή που τις παγίδεψε σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο κορίτσι δεν την πιάνει.

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό, μ’ ένα στο χέρι κέρμα,
να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ, να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα.

Πηγή:
Συγνώμη για την Άμυνα, 1991

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Art War 2, 2010

 

Γενέθλια κι αγόρασα σκοινί,
τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα
παραληρώντας πάνω στο σκαμνί,
στον τελευταίο ρόλο του αυτόχειρα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον,
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.

Γενέθλια και φτύνω τις ευχές,
σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα.
Ελπίζω με τις πρώτες τις βροχές
να ξεχαστώ και γω και το σημείωμα.

Πηγή:
Όλα από χέρι καμένα, 1988

Εικονογράφηση:
Εδουάρδος Σακαγιάν, 1993

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

***
Σου το ’πα για τα σύννεφα
σου το ’πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το ’πα για τα σύννεφα
Για σένα και για μένα

Σου το ’πα με τα κύματα
σου το ’πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με την χαρτορίχτρα
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το ’πα με τα κύματα
Σου το ’πα μες στη νύχτα

Σου το ’πα τα μεσάνυχτα
σου το ’πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου μόνο λίγο σ’ άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
Από κοντά κι από μακριά
σου το ’πα τα μεσάνυχτα
Με τ’ άστρα που κοιτούσες

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Εύη Σιδέρη, Γυμνό, 2008

***……

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων

Πρωί πρωί χαράματα
κόβω απ’ τον ήλιο γράμματα
Στη γλώσσα που διαβάζουνε
οι αγράμματοι και αγιάζουνε

Κατά τις έντεκα παρά
το στήνω μες στην Αγορά
Πουλάω φως ουράνιο
στίχους απ’ το Κοράνιο

Πουλάω τ’ όχι και το ναι
κι όσα ποτέ δεν είδανε
Στη Λεϊλά στη Λεϊλέ
πουλάω το ροζ και το βιολέ

Στο τζαμί την ώρα που ’ναι
οι πιστοί και προσκυνούνε
Κάνω κι έρχονται από πέρα
τα ουρί μες στον αέρα

Μια στιγμή στο δειλινό
ρίχνω χρώμα γαλανό
‘Υστερα πάνω απ’ τα κάστρα
πάω να καρφώσω τ’ άστρα

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
Σ’ όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Βασιλική Κοσκινιώτου, Παιχνίδι στο νερό, 2012

*
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
………το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
………την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………με τα μισόλογα τα σβησμένα
………τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
………όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
………τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Σουλιώτης, Ζευγάρι σε βάρκα, 2005

.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.

.

Aς είμαστε  πιο σοβαροί, γλυκιά μου, μες              
στην τόση αυτάρεσκη και χαρωπή εφηβεία.             
Τώρα που ο έρωτας δεν έχει αντοχές,             
μι’ αδιανόητη ας είμαστε εικασία.             
Όπως εκείνο το δεντράκι ελιάς,  αν θες,            
στης πόλης την παρατεινόμενη  αγωνία.

peopleandideas.gr, 2010

.

Μελαψές φυλές
κοντοπόδαρες
Σειληνοί του κράτους
που ξερνάει και νά τους
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο Ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο άλφα τής αξίας
της αρχής τής μίας
λουτροκαμπινές
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε Μικρά Ασία
Κύπρο Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα
τη θάλασσα την πόλη το ιερό
πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο
αχ οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ’ τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες
Στους Πανέλληνες

Το κούρεμα,1989

.

Φθινόπωρο στον έρωτα απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά.

Φιλί γυρεύω του ουρανού κι αυτός μου δίνει στάχτη
μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι σαν θέλω να κοπείς
σαλεύουν τα πορτόφυλλα κι η κλειδωνιά γυρίζει
αέρας μου σφυρίζει, αν έρθεις μην αργείς.

Γδύσου κι από τα μάτια μου πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου είναι χειμωνανθός
την λύπη την κατοίκησα σε νύχτα και σε μέρα
σ’ αφήνω στον αέρα για να σε βρω στο φως.

Η αγάπη φόβους κι όνειρα δειπνά προτού ραγίσει
στου πόνου το ξωκλήσι αγιάζει η ερημιά
κι εγώ μια θλίψη που ζητώ για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει θα σ’ αρνηθώ ξανά.

δίσκος : Γιάννης Χαρούλης, Χειμωνανθός, 2006

.

Οι ναυαγοί στεριά γυρεύουν
κι οι νυχτωμένοι την αυγή
ποιες φαντασίες σε μαγεύουν
και άλλο δεν πατάς στη γη

Στου ονείρου σου το παραπέτο
μ’ άφησες να παραπατώ
από τα σύννεφα να πέφτω
και τα φιλιά σου να ζητώ

Είναι σκληρό να προσπαθείς
απ’ τη σκιά σου να ξεφύγεις
ήσουνα εδώ προτού να ’ρθεις
θα είσ’ εδώ κι αφού θα φύγεις

Τώρα στου δρόμου το σχολείο
δίνω διαρκώς κόλλα λευκή
ήταν φανταστικό το πλοίο
μα οι ναυαγοί πραγματικοί

Μια μελωδία μεθυσμένη
παίζουν στο δρόμο οι μουσικοί
σαν έχεις πόρτα κλειδωμένη
πώς θες η άνοιξη να μπει

δίσκος : Σ. Μάλαμας, Πέρασμα, 2010

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982

.

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με Σένα, κι όπου σταθώ
μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.

Κύριε, δως μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να ’μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ’ το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν’ αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.

Μ. Χατζιδάκις, Αντικατοπτρισμοί, 1993

.

Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα μ’ έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη
Τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα

Μα εμένα μού ’δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού ’λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
«Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα»

Απ’ αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς που ’χα μαζί του μπλέξει
Έπαιζε με ένα ακκορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ’ έβαλε να γίνω τραγουδίστρα

Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού ’λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου
«εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου»

Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα
Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα κάποιον συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο

Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια
«εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια».

Μ. Χατζιδάκις, Πορνογραφία, 1982

.

Πάντα κάτι μένει για να πεις
Κάτι που είναι μόνο για τους άλλους
Να φιλήσεις πόδια ώς τους αστραγάλους
Στους αλήτες να ’σαι συνεπής

Τότε θα ’σαι μες στην αγορά
Ένας σεβαστός αρχιερέας
Σε βιτρίνα θα ’σαι σπάνιος αμφορέας
Δίπλα σ’ αντικείμενα ιερά

Θα γραφτείς για πάντα στα χαρτιά
Με τ’ αποτυπώματα χεριών σου
Στην ασπρόμαυρη φωτό το πρόσωπό σου
Θα ’ναι σαν τοπίο στη φωτιά

Χρόνια όσα έχεις σιχαθεί
Θα τους δίνεις το αίμα της καρδιάς σου
Για να πάρεις τίτλους τα παράσημά σου
Κι η ζωή σου να εξιλεωθεί

Πάντα κάτι μένει για να βρεις
Κάτι ο καθείς θα συμπληρώνει
Θ’ αγοράζει άλλος κι άλλος θα πληρώνει
Τη διαφορά θα εκλιπαρείς

Θα συρθείς. Θα θέλεις να σωθείς.
Το όνομά σου θα ’ναι πια για γέλια
Και θα βλέπεις την καρδιά σου στα τσιγκέλια
Θα παρακαλάς μην τρελαθείς

δίσκος: Πάντα κάτι μένει, 2008

.

Ποια μέλισσα το μέλι σού ’χει φέρει
Ποιο ρόδο άνοιξε και φάνηκες εσύ
Ποιο δένδρο έσκυψε και σου ’βαλε στο χέρι
Καρπό που τρώγαν μόνο οι Θεοί

Ποιοι ποταμοί ανοίξαν τα νερά τους
Και κάνανε Παράδεισο τη γη
Ποιες σκάλες δώσανε σ’ εσένα τα σκαλιά τους
Κι ήρθανε δίπλα μου απόψε οι ουρανοί

Ποιος άγγελος σου έδειξε το δρόμο
Ποιο κυπαρίσσι έγινε ραβδί
Ποιος γαλαξίας σου έδωσε το γάλα
Και λευκοφόρεσε μαζί σου όλη η γη

Ν. Ξυδάκης-Θ. Γκόνης, Τένεδος, 1991