*Κυριακή Μαυρογεώργη,Rest,2012

***

Ας θέσω της αγάπης ασήμαντους όρους
σκαλιστά φτερά όστρακα κι ερωτιδείς.
Ας σταθώ, επιτέλους, σε ανήθικους χώρους.

Στη ζωή μου ας χαρίσω μια ελαφρότερη στέγη
καμωμένη από πέτρες και φτηνά υλικά.
Ας στραφώ, παραδόξως, προς ό,τι με θέλγει.

Ας χτίσω ναό για ιέρειες εξώλης
που θα φεύγουν την άνοιξη τρελαμένα πουλιά.
Ας πιαστεί στην ουρά τους το φουστάνι της πόλης.

Ας στηρίξω την αίσθηση με χίλιες νευρώσεις
ν’ απαλύνουν τον όγκο που σηκώνει το βάρος.
Κι ας γκρεμίσω μεμιάς μόλις λίγο ιδρώσεις.

Ας φταίω που κυλιέσαι σ’ ανοιχτό οικοδόμημα
και θηρία σ’ ορέγονται με χαίτη πυκνή.
Αν σου γλείψω τα αίματα, θα μου πλύνεις το ανόμημα;

Ένα βράδυ όλο κι όλο βραδιάζει στη γη.

Πηγή:
Δικαίωμα προσδοκίας, 2008

Εικονογράφηση:
Κυριακή Μαυρογεώργη, Rest, 2012

Advertisements

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

* * *

1
 
Νυχτώνει μέσα στο κελί,
Νοέμβρης, η μέρα γέρνει κρύα.
της πόρτας η χαραματιά στενή.

Ισχνή διέλευση φωτός – πανωλεθρία,
ελπίδα, μνήμη, υποταγή – σκιές αποτυπώνει
στον τοίχο η αχτίδα ή και σε δάπεδο υγρό.

Ημέρες δύσκολες, Νοέμβρης που νυχτώνει
βαρύ το παρελθόν, βαρύ το σκηνικό.
Ποιός θα σταθεί και ποιο το βάρος που σηκώνει;

Με άπνοια τη νύχτα ή τρικυμία
αβέβαιη χαράζοντας γραμμή
στρεβλή δώσαμε ερμηνεία.

Για ό,τι χάσαμε σκληρή η οφειλή.
    
* * *

2
 
Νύκτιες λάμψεις, τότε και τώρα
ήχος τραχύς, ριπές και σχίσμα.
Απόγευμα Παρασκευής, έξι η ώρα

διάθλαση φωτός μέσα από πρίσμα.
Ασπρόμαυρη, ωστόσο, η Πατησίων
τότε και τώρα, ήχος σκληρός, ζέστη ή κρύο.

Ιούλιος πρόσφατος, Νοέμβρης του ’73, ίδιος καπνός
το ενδιάμεσο πιο σκοτεινό· τόσο νωθρό.
Μα εμείς ακίνητοι εν μέσω ερειπίων

απ’ τα συντρίμμια· της Ταναγραίας τον κορμό
συνθέτουμε, μορφή οριακή, για να φανεί·
τι θα φανεί; τι θα χαθεί;

Πρόσωπο ατελές, ασυνεχές. Εύθραυστο ελληνικό.

* * *

3
 
Απ’ το Νοέμβριο χρόνια 38 ερμητικά
–σήμερα σημαντικά, πριν την κραυγή–
να μας κοιτούν χλευαστικά.

Βαδίσαμε με έπαρση μεθυστική
με βήμα αργό, χωρίς σκοπό
με αγωνία κι ένταση μηδαμινή.

Αλίμονο! Ξεχάσαμε της πορείας τον πλάνο ρυθμό,
τις ψευδαισθήσεις που έφερε ο χρόνος.
Με της ευμάρειας την βολή χτίσαμε στο κενό,

στην ευκολία παραφυλούσε ο πόνος.
Πόσο γλυκιά και βολική ήταν η συνήθεια,
σαν έδιωχνε το βάρος από την ψυχή.

Μα είχαμε φτηνά πουλήσει την σκουριασμένη αλήθεια.

* * *

4
 
Έτσι λοιπόν χωρίς ντροπή
ανερυθρίαστοι και πεπεισμένοι
στης πόλης την σαθρή διαδρομή

–με γνώση σύγχρονη κι ωστόσο νοθευμένη–
χαράξαμε καινούργια εκτροπή.
Σαν σε παράσταση, χωρίς ρυθμό, στημένη

με γλώσσα και κείμενο λειψό
ανήμπορο κοινό, σπαρακτικό
κι ένα άψυχο σκηνικό, παρατημένο.

Στην τελευταία, θυμάμαι, πράξη
το τραύλισμα του λόγου επί σκηνής
την συνοδεία της άχρωμης μουσικής.

Την καταρρέουσα της παράστασης δράση.

* * *

5
 
Ακολουθώ της μνήμης το παιχνίδι.
Ό,τι γερνάει, γεννιέται πάλι διαφορετικό
αυθόρμητα με υπομονεύει, με ξεσηκώνει· επιτακτικό.

Ακολουθώ, στηρίζομαι στον ίδιο τοίχο
βλέπω την πόλη μου  –το είδωλό της–  χρόνια μετά
σαν κόκκινο κοράλλι που έζησε στον μύθο

και ανασύρεται σαθρό στα δίχτυα ενός ψαρά.
Ακούω και θυμάμαι τον κάθε ήχο,
της πόλης την ανυπέρβλητη αγωνία.

Κρότοι σποραδικοί, τρομακτικοί. Εικόνες πάλι του ’73.
Δρόμοι παλιοί· περιπλανήσεις μου νυχτερινές,
αδιάβατοι δρόμοι· αναζητήσεις μου σημερινές.

Κι η συντριβή. Μοίρα ή πεπρωμένο· του χρόνου οι σταθερές.

* * *

6
 
Δρόμοι της πόλης μου, ήχοι παλιοί
σκόνη, καπνοί, νέες απόλυτες  ιδέες·
πορεία που δηλώνει ανατροπή

χωρίς αντίκρισμα, με ψεύτικες σημαίες.
Σκληρό το απόγευμα, το βράδυ θα φανεί
πώς κάθε πρόταση θα ενσωματωθεί.

Κάθε ιδέα με σταυρώνει
στα μάτια με κοιτάει,
την κοιτάω και με τυφλώνει

απ’ το μανίκι με τραβάει
κι ύστερα σκουριάζει και παλιώνει.
Μια μαύρη τρύπα είναι η ιδέα.

Τα πάντα απορροφάει και τελειώνει.

* * *

7
 
Μένω βουβός και κάνω την αναδρομή.
Θέρος θερμό, η έξαψη σκιάζει –
στέκομαι μόνος κι η κάθε εκτροπή

αθέατη, αισθάνομαι, με πλησιάζει.
Άστυ κλινόν και όρος ειμί
της αγοράς τα όρια

αναζητώ τις αποκρίσεις
της πόλης που ήτανε πηγή
και τώρα ζει το τραύμα και τις αποκλίσεις.

Ιούλιος· μεγάλη εντύπωση φωτός
που συγχωνεύει της πόλης τις γραμμές
και καθιστά τα πάντα ομογενή.

Αθήνα· η πόλη ζει ακροθιγώς
σπανίως βρίσκοντας σημείο ευσταθές
κι ισορροπεί μεσ’ στη βουή την ύστατη στιγμή.

Ιούλιος· ανατροπή. Η πλήξη και η ασυνείδητη αναμονή.

Πρώτη δημοσίευση

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Οδός Μάρνη, 2012

.

Τηv πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι ο λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ’ τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρωμούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια κι η ανεργία.

Εντευκτήριο, τχ. 61, 2003

.

Δ η μ ώ δ ε ς

Ποιος είδε πλούσιον σεβνταλή, ποι0ς κρεπερί με ουζάκια
ποιος είδε σε δεξίωση τζέπωμα πανακότας
να δει και τον υπάλληλο να κόβγουν τα μιστά του!

Κατηγορούνε τον λουφέ, γκουβέρνα επιτιμούνε
και παραβλέπουν νομικούς, Οργανισμούς που στήνουν
παράλογους, παράταιρους, τίγκα στους νοματαίους.

Τώρα θε νά ρθει ρέμπελο και γεμιτζήδων φάραις
να βάζουν τα πετρέλαια στα μαύρα χαλκοπούλια
και νά χουν τσιγαρόβηχα εννιάχρονα γυφτσέλια.

Αντί να δίνουν φιπϊά, θα δίνουν για λαθραία
ντονακαράν και λάμπερτζακ, τα ντόκστεπς στα καλάθια
πίσω από τους Γκανέζηδες, με τσάντες των Κινέζων.

Κοντραμπατζήδες ήμασθεν ότε οι θρασείς ναπαίοι
κωλετικοί τραμπάκουλες και ο Μαυρογορδάτος
φέρανε δάνειο σαν τσιβί και σαν ξεδοντιασμένο.

Πάλι θε να ορμήσωμεν σε λαθρεμπόρου μοίρα
ευτύς να δυστυχήσωσι τελώναι τμηματάρχαι
και της Αβρούπας μπιστικοί, θα χάφτωσιν τας μύγας.

Στο τέλος θα μπατάρωμεν και θα μπατιρευθώμεν
εύμορφα πάντως κλέπτοντες αντίδωρον γερόντων
καθότι ακμήν του Δουνουτού, ο μπατακτσής προσμένει.

petefris.blogspot.com, 30.4.2010

.

Μικρό το σπίτι και με νοίκι
μα η νύχτα, Θε μου, της ανήκει
μεγάλη σα ναός.

Φορεί λευκά μιας επετείου
πηγαίνει στην Καλλιδρομίου
κι η νύχτα παίρνει φως.

Γυρίζει σαν την Περσεφόνη
στον κάτω κόσμο, με βελόνι
και πρώην εραστές.

Ψάχνει τους φίλους της στον Άδη
τ’ αδέλφια της ζωής, το χάδι
και λόγια μαγικά,

όλα του κόσμου να τ’ αλλάξει
να
ναι το δέρμα της μετάξι,
τα όνειρα γλυκά.

Γυρίζει σαν την Περσεφόνη
στον κάτω κόσμο και πληρώνει
λύτρα και δανειστές.

Πιστοί της αγοραίας κοίτης
προσεύχονται με το κορμί της
και φεύγουν σιωπηλοί.

Σε μια γωνιά κάποιος της νεύει,
μοιάζει σε κάτι να πιστεύει
και τον ακολουθεί.

Γυρίζει σαν την Περσεφόνη
κρατάει σκήπτρο και βελόνι
και ψάχνει αγοραστές.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

.

La mort transforme
La vie en Destin.
A. MALRAUX

Δεν έχω τόσο γερή κράση
να αστράψει ο νους μου σε μια μέρα.
Θα περιμένω να περάσει,

και ίσως εκεί όπου περιμένω,
συμβεί να τιναχτώ στον αέρα
για κάτι πιο συγκεκριμένο.

Στο μεταξύ, θα υπάρχει κάλμα.
θα λέει ο καθένας τα δικά του –
κάτι, έτσι, για «δια-λε-κτι-κό» άλμα,

κάτι για συγγενείς παθήσεις,
κάτι για μάθημα θανάτου
(κι εσύ δεν θέλεις να βοηθήσεις). . .

Κι αυτοί πόχουν καθυστερήσει.
παρότι είναι αποφασισμένοι,
θα θυμηθούνε κάποια ρήση

για  Ε κ ε ί ν ο  που μεταμορφώνει
την οξυδέρκεια σε Ειμαρμένη
και την πρωινή δροσιά σε χιόνι.

Μα εγώ, γνωρίζοντας τη λύση
που σού ’γνεφε και δεν την είδες,
κι έχοντας μάλλον εξαντλήσει,

δις, τ’ αποθέματα του τρόμου,
θα υπολογίσω τις θερμίδες,
θα κάνω το ποδόλουτρό μου

και, σίγουρος ότι θα στείλεις
κάτι που να μου διευκολύνει
το μεταβολισμό της ύλης,

θα σκεπαστώ, και δίχως άλλο
θα βρω την ύστατη γαλήνη
μην προκαλώντας τέτοιο σάλο.

In modo misto genuino, 2005

.

Εσπούδασε πολλά, μα δεν θυμάται
τώρα πια γιατί έγινεν ο ντόρος.
Σε άλλων τα γραπτά αποκοιμάται

και ονειρεύεται δικά του· ο σπόρος
της έμπνευσης εθλίβη, έγινε ζύθος·
ο Βάγκνερ του είν’ ένας σερβιτόρος.

Κυλήσανε τα χρόνια ως συνήθως:
τις Κυριακές ξανάκουγε τη μπάντα·
τις νύχτες, με αμιλλητήριον ήθος,

τρία βιβλία έβαλε στην πάντα
(να τα
χει στη Δευτέρα Παρουσία)·
και έκλεινε απόψε τα τριάντα

(αργύρια για κάποια προδοσία).

Ελλειπτική, 1998

.

Η δόξα Εκείνου που όλα τα κινεί
την Πλάση διαπερνά, κι αντιφεγγίζει
αλλού πολύ, αλλού λίγο. Έχω ανεβεί
στον ουρανό που πια τον πλημμυρίζει
το Φως Του, και είδα όσα δεν μπορεί
όποιος κατέρχεται ούτε γνωρίζει
να ξαναπεί· η σκέψη μας εκεί
έλκεται από τον πόθο της σε τόσο
βάθος που η μνήμη δεν ακολουθεί.
Μέ όσα λίγα μπόρεσα να σώσω
στο νου μου από την άγια βασιλεία,
τώρα το άσμα μου θα ξεδιπλώσω.
Στην έσχατη αυτή δοκιμασία,
σκεύος ας γίνω, Απόλλωνα, εκλογής σου,
ν’ αξιωθώ της δάφνης σου τη λεία.
Τη μια κορφή αρκούσε να πατήσω
του Παρνασσού· μα η πιο δύσκολη πάλη
αρχίζει: και τις δυο θ’ αποζητήσω.
Στο στήθος μου μπες σαν ανεμοζάλη,
σαν να
ταν ν’ ανασύρεις τον Μαρσύα
από τη θήκη των μελών του πάλι.
Για λίγο αν μου δοθείς, Δύναμη θεία,
τον ήσκιο του βασίλειου να δείξω,
που σφράγισε το νου μου, απ’ την αγία
του δέντρου σου τη φυλλωσιά θα πλέξω
στεφάνι, που το θέμα μου κι εσύ
θα μ’ έχουν κάνει άξιο να φορέσω.
Τα φύλλα αυτά, Πατέρα —για ντροπή
του ανθρώπου— τόσο σπάνια πια κοσμούν
τη δόξα καίσαρα ή ποιητή,
που πρέπει η χαρά του χαρωπού
θεού των Δελφών να πληθαίνει, αν δει
του Πηνειού την κόρη να ποθούν
κάποιοι. . . Φλόγα τη σπίθα ακολουθεί:
κατόπι μου, ίσως ύμνους πιο γλυκούς
να πουν και η Κίρρα ν’ ανταποκριθεί.
Του κόσμου ο λύχνος βγαίνει, στους θνητούς
να φέξει, από εστίες πολλές· εκεί
όμως που ενώνονται με τρεις σταυρούς
τέσσερις κύκλοι, βρίσκει ιδανική
τροχιά κι αστερισμό, ν’ αποτυπώσει
το σχήμα του στου κόσμου το κερί.
Κι ανέβαινε εκεί πλάι· κι είχε νυχτώσει
σε τούτο το ημισφαίριο· στα λευκά
ήταν το άλλο, εκεί είχε ξημερώσει·
κι είδα τη Βεατρίκη αριστερά
να στρέφει και τον ήλιο να κοιτάει:
αετός δεν τον κοιτά έτσι σταθερά.
Κι όπως από την πρώτη αναπηδάει
δεύτερη αχτίδα και ψηλά πηγαίνει,
—προσκυνητής που σπίτι του γυρνάει—,
έτσι απ’ τα μάτια η πράξη της σταλμένη
στο νου μου, πλάθει μια όμοια: Κοιτώ,
θνητός, ίσια στον ήλιο που ανεβαίνει.
Προνόμια που δεν ισχύουν εδώ,
εκεί που ορίστηκε να κατοικεί
ο άνθρωπος μπορούσα να χαρώ.
Τη λάμψη αν και δεν άντεξα πολύ,
τον ήλιο είδα με σπίθες στον αέρα
σαν σίδερο που απ’ τη φωτιά έχει βγει.
Κι αίφνης —σαν μέρα δεύτερη στη μέρα
να πρόσθεσε Αυτός που το μπορεί
και δεύτερο ήλιο ν’ άναψε— ώς πέρα,
όπου γυρνούν αιώνια οι τροχοί,
κοίταξε ή Βεατρίκη· κι αποτράβηξα
τo βλέμμα μου απ’ τον ήλιο προς αυτήν.
Και βλέποντάς την, μέσα μου όλος άλλαξα
όπως ο Γλαύκος — που βοτάνι γεύτηκε
κι ενώθηκε με τους θεούς στη θάλασσα.
Πώς ξεπερνάς τ’ ανθρώπινα δεν βρέθηκε
τρόπος να πεις· μια εικόνα ίσως το δείξει
σε όποιον για το θαύμα αυτό διαλέχτηκε.
Το μέρος μου που έσχατο έχεις χτίσει
αν ήμουν μόνο, Αγάπη που τα ουράνια
ποιμαίνεις και το φως Σου μ’ έχει ελκύσει,
Εσύ το ξέρεις. Όταν η εναρμόνια
δίνη, που ο Νους Σου ελέγχει και διακρίνει
κι ο πόθος που γεννάς την κάνει αιώνια,
με απορρόφησε, είδα κι είχε γίνει
φλόγα απ’ τον ήλιο τόσος ουρανός
που μπόρα ή ποταμός δεν φτιάχνουν λίμνη
έτσι μεγάλη. Και το μέγα φως
κι η μουσική η πρωτάκουστη εντός μου
λαχτάρα φλόγισαν, να μάθω πώς
γεννιούνται. Όπως κι εγώ τον εαυτό μου,
με είδε η Βεατρίκη — και μου πράυνε
την ταραχή απαντώντας στο κρυφό μου
ερώτημα: «Σε λάθος δρόμο, ανόητε,
σε σέρνει η φαντασία σου, τυφλή
σ’ ό,τι θα έβλεπες αν τυχόν σ’ άφηνε.
Δεν είσαι πια, όπως νόμιζες, στη γη·
στο λίκνο σου γυρνάς — και τόσο γρήγορα
δεν πέφτει απ’ το δικό της η αστραπή».
Μου μίλησε έτσι, γελαστά, παρήγορα,
κι η αγωνία μου ένιωσα να σβήνεται·
σε άλλην όμως βούλιαξα, βαθύτερα·
κι είπα: «Το ερώτημά μου ξεδιαλύνεται,
κι όμως ξανά απορώ: ν’ αναληφθώ
περνώντας σώματα ελαφρά πώς γίνεται;»
Κι εκείνη, μάνα που είδε το μικρό
παιδί της να παραληρεί, αναστέναξε
και βλέμμα μου έριξε πονετικό·
κι άρχισε: «Κάθετι με όλα ταίριαξε·
και τούτη η μορφή το σύμπαν δείχνει
πως κατ
εικόναν Του ο Θεός το έφτιαξε.
Σ’ αυτήν το έλλογο πλάσμα διακρίνει
την Άφθαρτη Αξία εντυπωμένη,
όπου το παν ρυθμίστηκε να τείνει.
Στην τάξη αυτήν αλλιώς είναι ορισμένη
να κλίνει η κάθε φύση — την αρχή της
να εγγίζει ή απόμακρη να μένει·
στο κοινό πέλαγος της ύπαρξής της
γι’ άλλο λιμάνι καθεμία πλέει·
την πάει το ένστικτο και πάει μαζί της:
Μ’ αυτό προς το φεγγάρι η φλόγα καίει
·
μ’ αυτό δένεται η γη και στρογγυλεύει·
μ’ αυτό σκιρτά το πλάσμα που αναπνέει·
αυτό το τόξο όλα τα εκτοξεύει:
τα δίχως νου, κι εκείνα που σφραγίζει
ο λογισμός κι η αγάπη σημαδεύει.
Στο φως της πρόνοιας, που το παν ρυθμίζει,
για πάντα ο ουρανός ακινητεί
που μέσα του ο πιο γρήγορος γυρίζει·
το βέλος προς τα κει έχει στραφεί,
σε τόπο διορισμένο μάς πηγαίνει,
τον στόχο τον χαρμόσυνο να βρει.
Την πρόθεση της τέχνης παραβαίνει
συχνά ή μορφή, τό ξέρουμε, κι η ύλη
μοιάζει να
ναι κλειστή και κλειδωμένη·
κι όμοια το πλάσμα, που η χορδή θα στείλει
στο στόχο, μα είναι ελεύθερο να στρέφει
αλλού, σε λάθος όχθη θα εξοκείλει·
κι όπως η φλόγα από τα νέφη πέφτει,
έτσι την πρώτη ορμή του ξεγελά
στρεβλή χαρά, κι αυτό στη γη επιστρέφει.
Η άνοδός σου, αν είν’ αυτά σωστά,
ξαφνιάζει όσο ξαφνιάζει όταν πηγαίνει
στους κάμπους το ποτάμι απ’ τα βουνά.
Δίχως το εμπόδιο που εδώ σε δένει,
το θαύμα θα
ταν να μενες στη γη,
σαν φλόγα που ακίνητη απομένει».
Και στράφηκε τον ουρανό να δει.

Δάντη Θεία Κωμωδία, Παραδείσου Άσμα Α´, μτφρ. Γιώργος Κοροπούλης
(= Η Επιστολή στον Cangrande & Το Πρώτο Άσμα του Παραδείσου, 2004)