Yesenin3

*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ
τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το χώμα·
των αγίων το εικονοστάσι προσκυνώ·
σαν κερί αναμμένο λιώνει μου το σώμα.

Στο ρολόι του φεγγαριού, βραχνοί, βραχνοί,
όταν δώδεκα αυστηροί σημάνουν χτύποι,
τον Μεσσία θαϊδώ που ορθός θ’ αναφανεί
στο γαλάζιο, εκεί στο βάθος, ανθοκήπι.

Και το χέρι του από σίδερο σκληρό
το σανό των τραγουδιών μου θα θερίσει,
και τους σπόρους μου, που μόνο στον αγρό
θα μπορούσαν να βλαστήσουν, θ’ αφανίσει.

Τότε, στάχυα κι άλογά μου, θλιβερά
θα καλούν αυτόν που λείπει πέρα, πέρα
και το κλάμα τους θα χύνεται βουερά
και θα σβήνει μες στα ουρλιάγματα του αγέρα.

——————————-

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα – η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δεν θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σπορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
Ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.

Πηγή:
Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, 1981

Advertisements

παστερνακ

*****************************************************************************************************************************

Δέξου στο στήθος τα φιλήματα βροχή!
Το καλοκαίρι ίσως για λίγο κελαρύσει·
απ’ τη βαθεία νύχτα μ’ αντλία θα ηχεί
το ακορντεόν, ωσότου η δίψα το εξαντλήσει.

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.

Ν’ αφρίσουν όλα. Κέντα τώρα την ψυχή!
Το μεσημέρι αυτό θα καίει για αιώνες.
Εκεί, η σκέψη σαν δροσιά θα εξατμιστεί
σ’ αχνό από σύννεφα, πουλιά, πευκοβελόνες.

Εκεί, τα τραμ της πόλης αίφνης σταματούν.
Πιο πέρα – πεύκα παν. Πιο πέρα – δίχως τραίνα.
Πιο πέρα – είναι Κυριακή. να καλυφθούν
τρέχουν τα ξέφωτα με χόρτα μουσκεμένα.

Να σκορπά βόλτες, μεσημέρια και γιορτές:
Τον κόσμο πάντα έτσι το δάσος τον γνωρίζει.
Έτσι τον θέλησαν οι λόχμες κι οι μυρτιές,
έτσι απ’ τα σύννεφα κυλά – και μας δροσίζει.

Πηγή:
Αισθηματικές Ιστορίες 3. ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ: Ρήξη -θέμα και παραλλαγές-

Άγγελος Σπάρταλης_2012

***

Η φωνή μου στου Πέρση τα μέτρα γυρίζει
και πως ο χρόνος είν’ εκείνα μου θυμίζει
τ’ άπληστα όνειρα που υφαίνεις μέρα νύχτα
κι ο μυστικός Ονειροπόλος σ’ τα σκορπίζει.

Και μου θυμίζει ακόμα πως η φλόγα είναι στάχτη
η σάρκα σκόνη, το ποτάμι οφθαλμαπάτη
που καθρεφτίζει στα νερά του τη ζωή μας
καθώς μας παρασέρνει στ’ ανοιχτά σε άλλα πλάτη.

Και μου θυμίζει πως το αγέρωχο μνημείο
που υψώνει η έπαρση, είναι μόνο ένα σημείο,
μια λάμψη ασήμαντη, ένα μικρό χαλίκι
μέσα σ’ Εκείνου το απύθμενο ορυχείο.

Και μου θυμίζει πως τ’ ολόχρυσο αηδόνι
κελαηδά για μια στιγμή κι ευθύς ψηλώνει
και χάνεται στης νύχτας τους βυθούς, που τ’ άστρα της
σαν το πολύτιμο χρυσαφικό κλειδώνει.

Πέφτει το φως του φεγγαριού σ’ αυτόν τον στίχο
που γράφεις, και η λάμψη του πάνω στον τοίχο
του κήπου γίνεται μαρμαρυγή γλαυκή
ψάχνοντας μάταια της φωνής σου τον ήχο.

Να ’σουν κι εσύ όπως τις στέρνες –που αιώνες
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού αστράφτουν μόνες–
ένας υδάτινος καθρέφτης αντιγράφει
κάποιες παράξενες, αιώνιες εικόνες.

Αν ξανάρθει του Πέρση η σελήνη, κι οι χαμένοι
της άμμου ορίζοντες, στο χρυσάφι βαμμένοι.
Το χτες είναι τώρα. Κι εσύ είσαι οι άλλοι
εκείνοι που έχουν γίνει χώμα πια: οι πεθαμένοι.

Πηγή:
Το εγκώμιο της σκιάς, 1982

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης, 2012

Νίκος Χουλιαράς-Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

88 8

Εσύ που μπήκες μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θλιμμένη,
αγέλη εσύ δαιμονικιά
που αλλόφρονη και στολισμένη

το ταπεινό μου ήρθες μυαλό
να κάνεις κοίτη σου και χτήμα
– Άνανδρη που ’χεις με δετό
καθώς την άλυσο στο κρίμα,

καθώς τον παίκτη στα χαρτιά,
καθώς τον πότη στο μπουκάλι
και το νεκρό στη σκουλικιά,
– Καταραμένη ας είσαι πάλι!

Είπα του γρήγορου σπαθιού
τη λευτεριά να μου χαρίσει,
είπα του δόλιου φαρμακιού
τη δείλια μου να σταματήσει.

Μ’ αλί! Φαρμάκι και σπαθί
μου αντείπανε με καταφρόνια:
«Δεν πρέπει σου νά ’χεις λυθεί
απ’ τη σκλαβιά σου την αιώνια,

γιατί απ’ Εκείνης τη σκλαβιά
–χαμένε– αν σ’ έλυναν, στοχάσου,
Θ’ ανάσταινες με τα φιλιά
Το πτώμα του βρυκόλακά σου!»

Πηγή:
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970

Εικονογράφηση:
Nϊκος Χουλιαράς, Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

Marios Prasinos_1964 (1)

 

***

Τίνος είναι τα δάση αυτά, θαρρώ το ξέρω.
Ωστόσο μένει στο χωριό, κι ενώ το στρώνει
Δεν θα το μάθει πως σταμάτησα εδώ πέρα
Να δω που σκέπασε τα δάση του το χιόνι.

Στ’ αλογατάκι μου θα μοιάζει ξένο πράμα
Που σταματώ καθώς δεν βλέπει γύρω σπίτι
Τούτο το πιο σκοταδερό του χρόνου βράδυ
Δίπλα σε δάση και μια παγωμένη κοίτη.

Δίνει ένα σείσμα στα κουδούνια της σαγής του
Ρωτώντας μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος
Πέρα απ’ αυτό μόνο το θρόισμα των νιφάδων
Κι ο άνεμος θωπευτικός από το βάθος.

Χαριτωμένα, σκοτεινά, πυκνά τα δάση
Μα εγώ χω ακόμα μίλια εμπρός μου για να φτάσω
Κι έχω ένα πλήθος υποσχέσεις να τηρήσω
Πριν πέσω για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1964

    Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

Σωτήρης Σόρογκας 1

***

Χυμένη πίσσα· είναι το αίμα
κάποιας τελετουργίας σκοτεινής·
βαρέλια έσφαξαν τη νύχτα οι εργολάβοι
στα θέμελα της μαύρης εποχής.

Η θάλασσα ουκ έστιν έτι·
πάνω στο πτώμα της φυτρώνουν νάυλον σπυριά.
Με θλίψη αναλογίζομαι που έλειψαν για πάντα
οι άγιοι κ’ οι ληστές απ’ τα βουνά.

Το σιδερένιο γένος είναι τώρα στην ακμή του.
Οι δολοφόνοι είν’ απ’ όλους σεβαστοί.
Κερνά ο διάβολος τη δίψα κι απ’ τ’ ασκί του
πίνουνε προλετάριοι κι αστοί.

Πηγή:
Ποιήματα κεντήματα στο δέρμα του διαβόλου, 1998

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας

Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012***

***
Στα μάτια σου πετούν πουλιά
Και φλόγες στα μαλλιά σου.
Διατρέχουν σύννεφο φιλιά
Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν
Νιογέννητα ζαρκάδια,
Στο στόμα σου λαμποκοπούν
Αστραφτερά πετράδια.

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,
Θα φύγουν τα ζαρκάδια,
Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,
Κάτι θαμπά πετράδια.

Πηγή:
Εμπρός, φύλλο της 6ης Ιανουαρίου 1962

Εικονογράφηση:
Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012

Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

***

Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει.
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

Πηγή:
Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος2*

***

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Πηγή:
Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος*********

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα
διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το «Τετέλεσται» — ανάστα!

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

To portreto tis Didos Elpidas_2012_Technohoros-art-gallery_Manolis-Anastasakos_Art-Athina_2013*

***

λάινον χιτώνα

Στης μαιζονέτας του την πέτρινη θαμμένος κουστουμιά
για όσα κακά στον εαυτό του έχει κάνει
η αντίμαχή του μοίρα τού προκάνει
βάσανο και γλυκειά παρηγοριά

ωραίας γειτόνισσας να βλέπει τον χορό
όταν τα ρούχα στη βεράντα της απλώνει
ή όταν σκύβει να τινάξει το σεντόνι
της ομορφιάς της σπέρνοντας εικόνες στο κενό

Πηγή:
Απόδρομή του αλκοόλ, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Αναστασάκος, Το πορτραίτο της δίδος Ελπίδας, 2012

Νίκος Χουλιαράς, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

***

Παγετός την νύχτα και νωρίς το πρωί κι η στάχτη, ά
η στάχτινη μνήμη, υγρή μόνωση, ξεφτισμένος τοίχος.
Έρχονται καταιγίδες. Αλλά θάνατος δεν είναι η σταχτιά
απόγνωση των χαμένων. Είναι ο φιδίσιος ήχος

που σέρνεται χαράζοντας τα σπλάγχνα και δαγκώνει.
Ότι η ιστορία είναι η μόνη αστροφεγγιά.
Κορμάκια τσακιστήκανε στου τίποτα το αμόνι,
όμως η αγάπη τους δεν ξεψυχά σε τούτη την φυρονεριά.

Του πόνου Δάσκαλε, άπλωσε το χέρι σου το ανδρείο
κι απ’ την σιωπή σου θαλερή, στείλε τους βόμβους του φωτός
γιατί δεν κατοικεί ο θάνατος ούτε στον πόνο ούτε στο κρύο,
αλλά στην ερημιά, έξω απ’ την θύρα του παντός.

Πηγή:
Κρούσμα, 2011

Εικονογράφηση:
Νίκος Χουλιάρας, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

***

Ένα πολύχρωμο πουλί στους λόφους της Τοσκάνης
με ρώσικους κελαηδισμούς και χρώματα του δάσους
γράφει την απουσία μου κι είναι ο κρυμμένος άσσος
που σου κρατούσα, θάνατε, τώρα που ‘χεις  πεθάνει.

Θα βρέχει· γκρίζος ουρανός, μια κόκκινη βροχή
γεμάτη λάσπη από χωριά χαμένα στην αντάρα.
Θα πέφτουνε σταλαγματιές αίμα από την Σαχάρα
μιας ζωής στο ξερίζωμα και στην απαντοχή.

Τις γκρίζες καπαρντίνες σας τις ξέρω απ’ την καλή.
Με το φτερό του αστραφτερό, τις σκέπασε ο άγγελός μου.
Λευχείμων κι ήσυχα παρών και μ’ ένα δάκρυ σαν γυαλί
μέσα να βρίσκω το νερό, να πνίγω τ’ όφελός μου.

Ώ της Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι της ξενιτιάς μου,
ψιχάλα το χορτάρι σας και στην πατρίδα χιόνι.
Ένα πουλί πολύχρωμο, απ’ το μέλλον χελιδόνι
κι από τα ολόχρυσα μαλλιά της αγαπητικιάς μου.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

***

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
–καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα–
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα –
μ’ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης– καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
Στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

***

Ο κόσμος αυτός θα περάσει.
Ψηλά, του Γαλαξία πυρώματα
και μέσα μου αναμμένα δάση.
Βήχω πέτρες και χρώματα –

Χώματα φλογερά. Ζωή μου στο φτερό
Αυτός ο κόσμος έχει ραγίσει.
Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριό
στην άλω του θανάτου σου έχω ζήσει.

Στου Γαλαξία τ’ ασημένια δάση
σκορπίζει, άγνωστη, η ψυχή μου γύρη.
Από τη γέννα, στο βασίλεμα είχα γείρει.
Στον ώμο μου το κόκκινο πουλί θα ξαποστάσει.

Ο Ρήγας με τον Μαύρο του, έμαθα θα περάσει.
Το σφύριξε στον ύπνο μου το ιερό πουλί.
Ο κόσμος ένα ράγισμα και χύθηκα πολύ.
Μα της γενηάς μου οι φωνές ανάβουν, δάση –

Μια αγάπη να με πάρει· δίχως να δικάσει.

Πηγή:
Του νεκρού αδελφού, 2005

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

Δημοσθένης Αβραμίδης, Η Εις Άδου Κάθοδος, 2011

***

* * *

Με ένα ποίημα του Γ.Θ. Βαφόπουλου και μια αγιογραφία του Δημοσθένη Αβραμίδη, το Παμπάλαιο Νερό εύχεται σε όλους και όλες σας Καλές Γιορτές. 

* * *

***

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω . . . »
Κι’ ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Πηγή:
Τα ρόδα της Μυρτάλης, 1931

Εικονογράφηση:
Δημοσθένης Αβραμίδης, Η εις Άδου Κάθοδος, 2011

Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο