img

***

Κοιτάξτε! Μια χοροεσπερίδα
στα έρημα κι έσχατα τα χρόνια!
Πλήθος αγγέλων πεπλοφόρο
και φτερωτό, κλαίοντας αιώνια,
στο θέατρο κάθονται να δούνε
φόβων κι ελπίδων κάποιο δράμα,
ενώ μια ουράνια μελωδία
η ορχήστρα παίζει κάτω αντάμα.

Σαν τον Θεό ντυμένοι μίμοι
σιγομιλούν και ψιθυρίζουν,
απλά νευρόσπαστα που τώρα
δώθε κι εκείθε φτερουγίζουν.
Όντα χωρίς μορφή τεράστια
αυτά τ’ ανδρείκελα προστάζουν
κι όταν χτυπούνε τα φτερά τους
απρόοπτες συμφορές τ’αρπάζουν.

Το ποικιλόχρωμο αυτό δράμα
κανένας δεν θα το ξεχάσει −
το φάντασμα που το διώκουν
(μα ο κυνηγός δεν θα το πιάσει)
γύρω στον κύκλο που επιστρέφει
ξανά στο ίδιο το σημείο.
Τρέλα και τρόμος κι αγωνία
του έργου αυτού είναι το στοιχείο.

Μα μες στη χλαλοή των μίμων
κάποιον παρείσακτο θα δεις:
ένα ματοβαμμένο πράγμα
από τα βάθη της σκηνής.
Και με θανάσιμες οδύνες
οι μίμοι γίνονται βορά του −
οι αγγέλοι κλαιν που ανθρώπου αίμα
στάζουν τα δόντια τα δικά του.

Μεμιάς τα φώτα σβήνουν όλα.
Πάνω από κάθε μια μορφή,
που τρέμει, λες καθώς σουδάρι
η αυλαία πέφτει ορμητική.
Σηκώνονται και λεν πως είδαν
κάτωχροι οι αγγέλοι δυστυχείς
την τραγωδία «Άνθρωπος», που είναι
ο σκώληξ πρωταγωνιστής.

Πηγή:
Ποιήματα, Τα Ανάλεκτα, 2015

Marios Prasinos_1982

* * *

Ήταν δυο δρόμοι που αποκλίναν μες στο δάσος.
Μα δεν μπορούσα να τους πάρω και τους δύο
Χωρίς να γίνω ο ίδιος δύο∙ λυπημένα
Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τον ένα
Για να τον χάσω μες στη χλόη σ’ ένα σημείο.

Πήρα τον άλλον κι έμοιαζε καλά να κάνω∙
Ίσως και να χε ένα δικαίωμα παραπάνω
Όντας πιο θαλερός, λιγότερο φθαρμένος,
Μ’ όλο που ως προς αυτό σχεδόν δεν διαφέραν∙
Ήταν κι αυτός περίπου εξίσου πατημένος.

Κι οι δυο ξετυλιγόνταν σκεπασμένοι ακόμη
Φύλλα πρωινά, ίδιοι απαράλλαχτοι, όμως
Κράτησα εγώ τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα∙
Αν κι οδηγώντας σ’ άλλους δρόμους κάθε δρόμος
Επιστροφή δεν έχουν όσο ξέρω οι δρόμοι.

Θα λέω με στεναγμό σαν θα μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1982

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

+Υ+¦+υ+_+_+__Γ +ε+¦_Θ+-+_+¬+ψ+++__Γ_+ε+_+¬+υ+_+¦_2012

***
Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μαυρίλα πόπεφτε απ’ τα ύψη
άπλωσε γύρω γύρω θλίψη.
Χαρούμενον, με κύκλωνε όμως
ο μεταφυσικός ο τρόμος,
και λίγο λίγο, λίγο λίγο,
ευρύτατο ένα χάος ξανοίγω,
που ούτε να βλέπω ή να θυμούμαι
ή να ονειρεύομαι ως κοιμούμαι
δεν θέλω πλέον, τόσο μου δίδει
φαρμάκι το ανοιχτίρμον φίδι
του Μέλλοντος, που μαρτυριέται
στο σκότος, που ως αστράφτει σβηέται.

«Μάταια χαράς ζητάς πηγάδι,
όαση μικρή σε άπειρον Άδη
που περιφέρνεσαι, Άδη αμμώδη,
που κάθε βήμα και το πόδι
βουλιάζει πιότερο ώς το γόνα
φέρνοντας κούρασες γι’ αρρεβώνα
του Μέλλοντος που σ’ απαντέχει,
όταν το σώμα δεν αντέχει.
Λίγης βροχής η οπτασία,
δυο τρεις σταγόνες ευλογία,
καινούργιο Βάφτισμα θα σου ήτο,
ελπίδες χίλιες θα σου διηγείτο.
Αλλ’ ενού Ήλιου η περιφορά,
διαρκής, ξεραίνει τη χαρά».

Τί κι’ αν το Βρέφος εγεννήθη
απόψε, ο Θεός μέσα στα πλήθη,
κι’ ο ουρανός αναγαλλιάζει
με μελωδίες αγγελικές·
της Βηθλεέμ τί κι’ αν γιορτάζει
μιαν ερημιά με τ’ άλογά της,
τις στάνες, τα βόδια, τ’ αρνιά της
και τις ποιμενικές χαρές;
Για μένα στήθηκε προχείρως
«Τόπος Κρανίου». Ένας γύρος
σταυροί με ζώσανε, να εκλέξω
τον πιο αλαφρό και νάβγω έξω,
να με κρεμάσουν Ιουδαίες
άνομες, οι Έγνοιες φρικαλέες.

Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μου προείπε πώς θα με δροσίσει
μονάχα των δακρύων η βρύση:
στη μοναξιά θαρθούν, θα τρέχουν,
το πρόσωπο να περιβρέχουν
με την παθητικιά λαχτάρα
της Αγάπης. Με τη λαχτάρα
τη μητρική που φλέγει τη όλη
η συγκλόνιση, η πολλή συμπόνια
και δείχνει ολόανθο το περβόλι
της παρηγόριας, με πλεγμένα κλώνια
ελπίδας, πίστης και λατρείας,
τους τρεις κισσούς μονώσεως αιωνίας.

Μου είπεν η Σίβυλλα, «Συλλογίσου
το ποτάμι που ρέει του Παραδείσου
με φλοίσβο εωθινό. Σκέψου το αηδόνι,
να κελαηδά παθητικά τη μόνη
γοητεία, πρωί πρωί, που δίνει
η Αυγή με τη σιγή και τη γαλήνη.
Το Φεγγάρι, που χλωμαίνει, που χλωμαίνει,
αλλά, με όλον τον Ήλιο, παραμένει
και φαίνεται σαν νέφος. Το αεράκι,
που σκορπίζει της αχλύος τα ράκη.
Το ποταμόπλοιο τέλος με τριπλοανοιχτά
τα ολόλευκα λαμπρά πανιά,
που, σιγανό αλλ’ ασφαλές, δεν παύει
να πλέει προς σένα, να σε παραλάβει».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μιχαηλίδης, Μελάνι, 2012

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

***

***

Σε καιρούς περασμένους, σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη, με βία βουβή. Βαρειές, ζοφερές αλυσίδες περισφίγγαν τις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη – κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η μυστική της κτίση. Πέρα απ’ τα ρόδινα βουνά της αυγής, στον ιερό κόρφο της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, φως ζωντανό που κατέκαιε τα πάντα. Ένας γίγας πανάρχαιος βάσταζε τον μακάριο κόσμο. Δέσμιοι κάτω απ’ τα βουνά κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Ανήμπορα και με μένος ανήλεο για των νέων θεών τη μεγάλη γενιά κι όσους μαζί της συγγένευαν, τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα σκοτεινά, μαυροπράσινα βύθη ήτανε μιας θεάς η αγκάλη. Στα κρυστάλλινα άνδρα ξεφάντωνε λαός τρυφηλός. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό κερνούσε το κρασί η αφθονία της νιότης – ένας θεός μέσα στ’ αμπέλια – μια στοργική μάνα θεά μες στων σπαρτών τον άπεφθο χρυσό – η ιερή μέθη του έρωτα, λατρεία γλυκύτατη στην πιο ωραία θεά. – Αέναη, πολύχρωμη γιορτή των τέκνων τ’ ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. – Με αφέλεια παιδική προσκυνούσε κάθε φυλή την αβρή, χιλιόγλωσση φλόγα, σαν νά ’ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδέα μονάχα, μια σκαιά οπτασία,

Που στη γιορτή χύμηξε βίαια την τερπνή
Και τις ψυχές τις έζωσε με άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Κανείς δεν βρήκε για να στηριχτεί έναν ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Και το θηρίο από κρυφό προσήλθε δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες κι αγωνία.

Παντοτινά τώρα απ’ τα πάντα χωρισμένοι
Όσα η ψυχή γλυκά ποθεί κι αποζητά,
Μακριά από κείνους που τους ήταν λατρεμένοι,
Τους μάταιους θρήνους τους και τ’ αναφιλητά,
Είδαν σαν σ’ όνειρο μονάχα οι πεθαμένοι
Την ανημπόρια μας που δέσμιους μάς κρατά.
Σκόρπισε κι έσβησε πια της χαράς το κύμα
Πάνω στων βράχων των αιώνιων το μνήμα.

Με τόλμη οι άνθρωποι, λαχτάρα αληθινή,
Εξωραΐζαν τη φρικτή τη μάσκα του Άδη.
Πώς σβήνει πράο παιδί το φως πριν κοιμηθεί –
Θά ’ρθει το τέλος, λέγανε, σαν άρπας χάδι.
Λειώνουν κι οι θύμησες στων ίσκιων την ροή –
Έτσι τραγούδαγαν το θλιβερό σκοτάδι.
Μα η Νύχτα έμενε αίνιγμα βαρύ η αιώνια,
Σκληρό σημάδι από μια βία καταχθόνια.

Πηγή:
Νοβάλις, Ύμνοι στη Νύχτα, μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Περισπωμένη 2011
(Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης «Άρης Αλεξάνδρου» 2012)

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σελαβής, Άτιτλο, 2011
(από την έκδοση της Περισπωμένης)

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Σπύρος Μελάτος, Χωρίς τίτλο, 2012

.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.

.

και η θάλασσα ουκ έστιν έτι

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα·  «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν την μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη».

Τα δάχτυλα μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αυτή τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα·
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·
ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό,
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο ……………κόσμο
αυτόν που με βλέπει πέρ’ απ’ τη νύχτα μέσ απ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο ……………χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το ……………πάρει.

Έτσι προχώρησα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
και πάλι ψιθύρισα· «θα γίνει ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η ……………μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει».
Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.

Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’, 1955

.

Απ’ όλους τους καθρέφτες πίσω
η μνήμη σέρνεται του χρόνου·
μετρά στα γυάλινα ποτάμια
θαμμένες φώτων αλυκές.
    Στων αλμασέν το μαύρο γείσο
    σταλιάζουν οι φυλές του πόνου·
    κι ο Ομέρο Μάνσι στα καλάμια
    του ονείρου τέμνει κάλυκες.

Νερά λιμνάζουν και μελάνια
μες στων ματιών τις ψυχοκόρες·
ζευγάρια αρπάζονται οι φολίδες
στου τζαμωτού τη φυλακή.
….Στο τάνγκο πέφτουνε τ’ αλάνια
….θλιμμένες να ψαρέψουν ώρες –
….Πομπέγια, Σαν Χουάν, Βοέδο (είδες)
….σαν σκύλου εγίναν υλακή.

Πλατύγυρα καπέλλα πάνε
κοπέλλες ν’ ανταμώσουν, όπου
κλασματικές στροφές προβάρουν
με γόβες από κρύσταλλο.
….Μα θραύονται μεμιάς και σπάνε
….γυαλιά και μνήμες επί τόπου,
….σαν βγουν σελήνες να σε πάρουν
….στο μαγαζί το νύσταλο.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

Η Ραπουνζέλ κουρεύτηκε, κι ας είχε συνηθίσει
Να ρίχνει τις πλεξούδες της δίχτυα και να ψαρεύει
Ποτέ της πια δεν σκέφτηκε Ανατολή και Δύση
Και πήγε για διακοπές. Μόνη στρατοπεδεύει
Στην άμμο πάνω την ψιλή, στη φάτνη των αλόγων
Εκεί, χωρίς ν’ αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη
Την τρύγησε ο Μέγας Παν και ο Κυανοπώγων

Ακτή-ακτή, διαδρομή που έμοιαζε φιδίσια
Θα βάλει για τα Κύθηρα και για την Κρήτη ρότα
Το τελευταίο της το ΚΤΕΛ γραμμή που αν ήταν ίσια
Θα φτανε στην Αμερική και τα σβηστά του φώτα
Της Σφακτηρίας οι νεκροί, νεκροί στο Ναβαρίνο
Για τα μεγάλα αλάδωτες κλειδώσεις γεγονότα
Το πτώμα του καλοκαιριού ποντάρει στο καζίνο

Και το φθινόπωρο πικ νικ στο Σύνταγμα, στον Κήπο
Θα κρεμαστεί στον πλάτανο κι εκεί θα ξεψυχήσει
Βουκουρεστίου, στον βουβό του ρολογιού τον χτύπο
Και μια ζωή αλλιώτικη κι αλλοτινή θα ζήσει
Μες στο ψυγείο να βουτά, βαθιά, των Δαναΐδων
Με τις μπουκιές της να μετρά τον χρόνο και την κρίση
Στην τελική διάβαση των χρυσοφόρων Μήδων

Χοροί, μονάρχες έκπτωτοι και λυσσασμένοι σκύλοι
Διασπορά, ίδια σπορά και ξεχασμένοι τρόποι
Σαν ένα λάξεμα βαθύ από αρχαία σμίλη
Το βλέμμα της απόμεινε στραμμένο στην Ευρώπη
Σιέστα να ναι; Έκσταση; Για πάντα βυθισμένη
Με το προφίλ της πάγωσε πάνω σε μια μετώπη
Και νά τη! Απ’ τα κόκαλα το βράδυ αργά να βγαίνει

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Πρόλογος

Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.

Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.

Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.

Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.

Οι γέροι φωτογράφοι, σα γυρίζουν
στο σκοτεινό τους σπίτι σιωπηλοί
τα είδωλα της μιας στιγμής αγγίζουν
με το μυαλό, μ’ αισθήσεις που ραγίζουν.
Δεν έχουν αυταπάτες και φυλή.
Συνήθισαν παντού να γονατίζουν.

Χιονίζει στα χρυσά ινδάλματά τους
σε χέρια, πόδια, στόματα, φωνή,
και πώς να φτιάξουν, πώς, το άγαλμά τους
πριν προδοθεί το σώμα από θανάτους.
Παγίδεψαν το χρόνο στο χαρτί
γι’ αυτό χιονίζει πάντα στην καρδιά τους.

Και μοιάζουν μ’ όσους ζουν σα μεταπράτες
μα πιο πολύ θυμίζουνε κουρείς
με τσέπες από ενθύμια γεμάτες.
Μαλλιά που κόψαν από κωπηλάτες,
εργάτες, καλλιτέχνες, ιερείς
και στη φωτιά τα ρίξαν και τις στάχτες

να βρουν αγάπες, τρόπους και υποσχέσεις
και συνταγές του έρωτα παλιές.
Τους τόκους που έχουν κάποιες καταθέσεις:
και τι αναλογεί στις αφαιρέσεις
και λένε ευχές και ξόρκια σε θηλιές.
Τι επιτέλους κάνεις για ν’ αρέσεις.

Έτσι χιονίζει χρόνια και για μένα
στα ξένα σπίτια μέσα που ξυπνώ
κι ανακαλώ φαντάσματα αγιασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ για λάθη ξεχασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ κι εδώ καθώς γερνώ
για πράγματα που σφάλασι για μένα.

Ο νοητός λύκος,  2010

.

Πες μου ποιος
από γιος παραγιός
καταντάει;
Είν’ αυτός
που φεγγάρι-τροφός
ξενυχτάει;

Πες γιατί
βρήκες τέτοια κραυγή
να φωνάξεις!
Μουσική
ήταν όλα στη γη
πριν τ’ αλλάξεις.

Πες μου ποιος
σιδερένιος αετός
βομβαρδίζει·
και το φως,
της ψυχούλας εχθρός,
το μαυρίζει!

Κι αν δε βρεις
μια γωνιά να κρυφτείς
κι ένα χάδι,
πες μου πού
θα σε πάει, παππού,
το σκοτάδι;

many-books.blogspot.com, 2008

.

.

Και εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου
και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησεν τόπω
και εκοιμήθη εκεί· έδυ γαρ ο ήλιος· και έλαβεν
από των λίθων του τόπου και έθηκεν προς κεφαλής
αυτού και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω. και ενυπνι-
άσθη, και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η
κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν, και οι άγγελοι
του θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτής.

ΓΕΝΕΣΙΣ, 28 10-12

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το γράψω·
είναι νωρίς ν’ ανέβω στους αιθέρες,
ν’ αναπαυθώ στα μέρη σας, να κλάψω·
και είν’ αργά, ξεκλήρισαν τις μέρες,
κι οι νύχτες μου ηχούν σαν ιστορίες
που απόστρατοι ψελλίζουν σε κυρίες.

Πλαγιάσαμε μαζί για ν’ αναρρώσει
η γη της πληγωμένης Αρκαδίας·
κοιμήθηκα του ύπνου σας τη γνώση
να ονειρευτώ μιας ένδον Ιαπωνίας
τις ανθισμένες κερασιές, την πτώση
αγγέλων που εξαγόρασαν τα ψεύδη,
τα τρόπαια του κόσμου που καθεύδει.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μας
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μας
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μας·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία.

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
πόσο βαθιά στη φλέβα σας να σκάψω·
μα θα ναι αργά, σαν έρθω στους αιθέρες
να καρπωθώ τη λύπη σας, να κλάψω
τους ήρωες που δόξασαν τις μέρες·
κι οι νύχτες μου θα ζουν σαν παρωδίες,
με ιππότες, ξωτικά και βαλκυρίες.

Μυστήριο η έναστρη λατρεία
μιας θερινής μας νύχτας μυρωμένης·
μυστήριο οι σιωπές στα καφενεία,
όταν σκυφτοί σε σκότος ειμαρμένης
φωτίζουμε μια μακρινή σοφία,
και  πνέει αργά σαν ύπνος στην οδύνη
μια προσεχής τού κόσμου καλοσύνη.

Μυστήριο οι κάμαρες του βίου
μ’ ό,τι αμυδρό θα ’ρθεί να τις φωτίσει,
οι αναμονές σε σπλάχνα αεροδρομίου
κι η Ελένη που μοιραία θα δακρύσει
βουβή σαν συνοδός επιταφίου·
οι μαίες πού χαρμόσυνα κομίζουν
το μέλλον μας με κόρες που δακρύζουν.

Γνωρίζω τι θα ψέλνατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το ψάλω·
είναι αργά να σβήσω τους αστέρες
που ευδοκιμούν στο βλέμμα σας, την άλω
που σας φορούν κοσμήτορες αιθέρες·
δική σας η σιωπή που βασιλεύει
κι η δόξα που αναπέμπουμε στα ερέβη.

Ήρθαν στον ύπνο κάλλιστα γραμμένα
ερώτων απογεύματα, τα χείλη,
τα μέλη που μυρώθηκαν, και ξένα
πολύ μου φάνηκαν· ήρθαν και φίλοι
αμίλητοι στην άπλετην αρένα·
ήρθε στον ύπνο μέριμνα και στήνει
μιαν άρρωστη, λεμφατική σελήνη.

Ήρθαν στον ύπνο μαύροι εντολοδόχοι,
αγγέλματα που δεν γυρίζουν πίσω,
οι μάταιες αποστολές, τα όχι
που δεν κατάφερα να εξανθρωπίσω,
τεράτων μορφασμοί σε κάθε κόχη·
ήρθε στον ύπνο απόκοσμο σινάφι
σαν πλήρωμα χρησμού που δεν εγράφη.

Φοβάμαι τις ελπίδες σας, πατέρες,
το σκάφος που κατάφωτο πηγαίνει
και χάνεται σε σύμβολα κι αστέρες,
τον ύπνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
μεμιάς σ’ ανυπολόγιστους αιθέρες·
δικό σας κι ό,τι εντός συγκατανεύει
στον τρόμο που τον κόσμο λιτανεύει.

Σε τόπο θερισμένο περιφέρει
τα πάθη της η Ρουθ η Μωαβίτις·
βραδιάζει, κι απ’ τ’ ολόδροσο το χέρι
του αρχάγγελου κυλά ο αποσπερίτης
πιο πένθιμος στο πλήρες καλοκαίρι·
στα πόδια της, αθώοι παρωρίτες,
συνάζονται κοτσύφια και σπουργίτες.

Λαμπρύνεται η Ρουθ η Μωαβίτις
αθέριστη σε χώρα θεριζόντων·
στο στήθος της κατέλυσε ό θύτης
νυχτερινός Θεός της και των όντων
θλιμμένος λογιστής κι ονειροκρίτης·
κι υψώνεται σαν προσφορά στ’ αστέρια
με στάχυα που της πέφτουν απ’ τα χέρια.

Κρυώνουμε, πατέρες, μας σαρώνουν
διατάγματα θανάτου· τις αργίες
τα σώματα πονούν και ζευγαρώνουν·
σε γάμους, σε βαφτίσια, σε κηδείες,
φοβόμαστε και μας κατευοδώνουν
στις παγερές του σύμπαντος βεγγέρες
κυρίες των δυνάμεων, μητέρες.

Κι ήρθαν βαθιά στον ύπνο μιλημένα
(σαν λόγια τραγουδιών που ξεχαστήκαν,
σαν από χάδι μητρικό λυμένα
τα μάγια που τα φύλαγαν) και βρήκαν,
τ’ αδάκρυτα κι ανώνυμα, για μένα,
βαθύτερα κι απ’ του παιδιού το κλάμα,
μια πίκρα και μια δύναμη συνάμα.

Προσήλθαν κι οι τιμώμενοι του Άδη
με λάμψεις παιδικού ρεπερτορίου,
βασίλισσες χιονιού που κάθε βράδυ
μια μουσική σκορπούσαν δωματίου,
ανοίγοντας πατρίδες στο σκοτάδι·
και μόνος σε λυκόφως ιπποσύνης
τους φόβους πολεμούσα μιας Μυρσίνης.

Χαρίζετε, φιλάσθενοι πατέρες,
στον κόσμο μας ωραία παρελθόντα
κι ατέλειωτες δικάσιμες ημέρες·
τις νύχτες, μ’ ένα θρήνο κατιόντα,
κλητεύετε στους άχραντους αιθέρες
τις κόρες σας που σκόρπιζαν κοχύλια
με πέτρινο μειδίαμα στα χείλια.

Εξάντλησε τις λέξεις, και το σώμα
σαν κέλυφος λατρείας στο κρεβάτι
επέπλεε, κι ανέβαινε στο δώμα
η μουσική του μαύρου κωπηλάτη·
στο πλάι αποκοιμήθη η νοσοκόμα,
και τ’ όνειρό της μέσα στ’ όνειρό του
εμάντευε το φως, τον πυρετό του.

Ο θάνατος, μια νύχτα του Φλεβάρη,
τον πότιζε τ’ αργό ναρκωτικό του·
σαν βρέφος βυθιζόταν κι είχε πάρει
στο πρόσωπο μαλάματα του νότου,
στο σώμα του ανώνυμα τη χάρη
(για μια στιγμή, κι ο Άδης επικράνθη)
μιας δόξας δίχως μνήμα, δίχως άνθη.

Το ξέρω πως ο χρόνος μου τελειώνει,
κι ο όρκος σας με κέρδισε, πατέρες,
σαν άνεμος της νύχτας που σαρώνει
τα πάθη μας, τα έργα και τις μέρες,
και τα κεντά στην υψίστη οθόνη·
κι οι πόλεις μας ακούν τα μυστικά του
με θέα σε μια θάλασσα θανάτου.

Τον γνώρισα, με το χωλό του βήμα,
με τα σγουρά μαλλιά και τα μεγάλα
τα μάτια, καθώς άνοιγε το μνήμα
επίσημα στου ονείρου μου τη σάλα,
ντυμένος των πατέρων του το σχήμα,
και μίλησε σε πλήθος καλεσμένους,
βαρίσκιωτους προστάτες με τηβέννους.

Και θά γραφε, νεκρός, ο Λόρδος Βύρων,
στα μέρη των Ελλήνων ιστορία,
ο μέθυσος, ηδονολάτρης, είρων,
που κάποτε γυρεύοντας την Τροία,
κολύμπησε τον Βόσπορο, μαρτύρων
κι  ηρώων αδελφός και χορηγός μου,
εδώ, στα κατεχόμενα του κόσμου.

Φοβάμαι τη σημαία σας, πατέρες,
τα εμβλήματα στη φονική σας χλαίνη,
κομήτες, μισοφέγγαρα κι αστέρες·
το φθόνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
και πυρπολεί τους άναρχους αιθέρες,
το  χέρι σας στο σχήμα του πολέμου
κι ό,τι σκιρτά στην ιαχή «λαέ μου».

Πλατεία Ομονοίας, κι έχει δύσει
ο ήλιος των ανθρώπων· απ’ τα βύθη
μιας πόλης που κι αυτός θα τη μισήσει
ξεπρόβαλε, εθελοντής στη λήθη,
ο πρόσφυγας του Πόντου, να ρωτήσει
απρόσιτους διαβάτες, Αθηναίους,
ονόματα των δρόμων και του κλέους.

Σε καφενεία Αλβανών κι Αράβων,
σε ξένη θαλπωρή καταποντίζει
μια νοσταλγία μακρινή των κάβων,
μια πρότερη ζωή που δεν αξίζει·
ο ύπνος ο ανέραστος των σκλάβων,
μπροστά σε κάποια πρόστυχην οθόνη,
σαν άγνωστο θεό τον βαλσαμώνει.

Το ξέρω πως ενήμεροι τελείτε
κι ενήμερους μας παίρνετε, πατέρες,
εκεί που αορίστως κατοικείτε,
ψηλά, στους πεισιθάνατους αιθέρες,
μηχανικοί μιας δόξας που αιωρείται·
προσφάτως, με τον άρρωστό μου γύπα,
σας έστειλα τραγούδια που δεν είπα.

Και φάνηκε στον ύπνο μου φερμένος
απ’ το βορρά, συνένοχος στο φως μου,
ο Βιζυηνός, αλλόκοτα ντυμένος,
προσφύγων συμπολίτης και του κόσμου
αντίδικος στη δόξα και το μένος,
μετρώντας, όπως τό ’θελεν ή τύχη,
μια τσακισμένη τέχνη με την πήχη.

Μου φάνηκε, σε μια στιγμή φενάκης,
την ώρα που προσεύχονταν οι κήποι,
πως κατοικούσαν στις σιωπές της Θράκης
συνέταιροι στο θάμβος και τη λύπη,
ο Σολωμός κι ο Κώστας Καρυωτάκης,
κι ανέβαινε στο φως κατακορύφως
σαν σκαλωσιά της τέχνης τους το ύφος.

Μικρύνατε στον κόσμο μας, πατέρες,
σαν πλάσματα νωχελικά μιας νήσου
που πλέει στους απόμακρους αιθέρες
πλησίστια με ναύλο παραδείσου·
στον ύπνο μας λικνίζονται γαλέρες,
που φέρνουν επιστρέφοντας στο μέλλον
μια νόσο από τα μέρη των αγγέλων.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μου
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μου
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μου·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία,

και σκέπασε τις μέρες μου σαν φάσμα
η λύπη σας, πατέρες, κι η  σοφία,
μα κράτησα για μια στιγμή στο χάσμα
του κόσμου που αποσύρθηκε μέ βία
μια δόξα που λαμπάδιασε σαν άσμα:
Θεέ, με δόσεις παίρνε με μαζί σου
στο φως του τεχνητού σου παραδείσου.

Υπό κλίμακα, 1991

.

Στην Ευδοξία Ελευθερίου

Ο κυνηγός που πιάνει το ελάφι
μονάχα στις μπογιές της ανασαίνει.
Του δίνει αιθέρα, λάβδανο και θειάφι.
Την πινελιά τραβάει την αγιασμένη
να σβήσει τη ζωή που πήγε στράφι
— στην όψη που ευλογεί αγριεμένη.
Κοιλοπονά, μα πώς να ξεγεννήσει
τους δράκους που την έχουνε γεννήσει.

Ταΐζει μ’ άστρα κι αίμα τα σκυλιά της
και γυάλινα τα κρύβει στις βιτρίνες.
Στην τελετή που βάφει τα μαλλιά της
τραβάει απ’ άκρη σ’ άκρη τις κουρτίνες.
Στο στήθος η παλιά δεντρογαλιά της
αόρατη δαγκώνει αιμοσφαιρίνες.
Τι σχέση εγώ, εσύ κι ο Ενδυμίων.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων.

Εργάτες ταπεινοί φορώντας ντρίλι
κι εργάτριες παλιές χρυσές αράχνες
νερό της ερημίας και τριφύλλι —
τα βήματά μου ανάσαιναν στις πάχνες.
Ποτέ στη γη δεν ήταν τέτοιοι φίλοι
σαν μάρμαρο που το στολίζουν δάφνες.
Γιατί δε μας τα λέγαν όσο ζούσαν
εκείνοι που κρυφά μας αγαπούσαν ;

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.
Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,
κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη,
επίφοβες παλιές αδυναμίες,
πασατέμπο, στραγάλια, ασετυλίνη,
υπεύθυνες δηλώσεις. Ατιμίες.
Γονάτισε στο Μαύρο, το δικό της,
κι ευθύς επαύθη το χερουβικό της.

Αφίσα: Παίζουν Μαυρέας-Βερώνη.
Παλτό καφέ καμηλό και λουστρίνι.
Μάλλον καστόρι παπούτσια και ζώνη.
Εγώ με καπέλο. Κρατά φιγουρίνι.
Δε διακρίνω καλά στην οθόνη.
Ο Ταρζάν. Το χαρέμι. Κοκαΐνη.
Από σκοινί, μαχαίρι και τσιγγέλι
αυτοκτονούν στα χέρια της αγγέλοι.

Δεν κλαιν μόνο τα μάτια και τ’ αυτιά μας,
τα δόντια και τα νύχια μας θρηνούνε.
Μα κλαίνε πιο πολύ τα κόκαλά μας
όταν με πόνο αργό συναντηθούνε.
Το δέρμα, oι κλειδώσεις, τα μαλλιά μας
των ουρανίων γλώσσα ομιλούνε.
Μιλούν όπως τα έπιπλα και τρίζουν
γι’ αυτό όταν κλαίνε πάντοτε ραγίζουν.

Ξερνούν οι μεθυσμένοι στα σανίδια
καρφίτσες που μαζεύει ο μαγνήτης
κι ο θάνατος φυσάει ροκανίδια.
Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της.
Σκουλαρίκια, κολιέ και δαχτυλίδια
σ’ ένα πηγάδι ριγμένα μαζί της.
Τ’ άλογά της, τ’ άλογά της στο κρύο.
Στο κρύο, τ’ άλογά της, καφενείο.

Ένα γράμμα. Λεφτά. Κάτι που ανάβει
και σβήνει, το φτερωτό μαύρο φίδι.
Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Γιουγκοσλάβοι
χαλίκια σπάζουν. Εκλογές. Φτιασίδι
ενός κόσμου που — Ζώ σ’ ένα καράβι
και μένει ακίνητο, σάπιο ταξίδι.
Τους πόνους ράβει και πόνους γαζώνει
και τους μοιράζει στον κόσμο για ζώνη.

Βρέχει. Σκυλί. Πλατεία επαρχίας.
Ιώδιο μυρίζει και αιθέρας.
Όλα συμπίπτουν. Σκηνές ναυμαχίας.
Τοπίο ακαθόριστης ημέρας.
Του χρόνου τα παιχνίδια κι ευτυχίας
γλυκό του κουταλιού, παλιός αγέρας
που σβήνει τόσα σπίρτα μες στο βράδυ.
Tο κόκκινο στα χείλη είναι σκοτάδι.

Γυαλί τριμμένο. Παράσταση. Χιόνι.
Σαν να ’τανε γιορτή και καρναβάλι.
Αγόρασα οινόπνευμα. Οι πόνοι
στα δόντια μου κι αξύριστος. Σπατάλη.
Ο Τσέχωφ. To πιοτό μου και τ’ αφιόνι,
τα χρέη της καρδιάς, κακό κεφάλι.
Ντύνομαι Άμλετ. Βάφομαι. Η μπέρτα
σκεπάζει ξίφος και μοτοσυκλέττα.

Διαμάντια στην καρδιά. Την πίεσή της
ο Λόρκα με τ’ αηδόνια του ανεβάζει.
( Αυτόν, πώς τον θυμήθηκα μαζί της; )
Τραγουδά: «Ένας σκύλος που σπαράζει».
Μ’ ενοχλεί που αναβλύζει η ψυχή της
πορφυρές μυρωδιές και διαβάζει
το γυάλινο ψάρι κορμί μου.
Χωρίς γυαλιά πώς να δω την ψυχή μου.

Το βράδυ την ακούω που καρφώνει
το ακουστικό επάνω στο αυτί της.
Τηλεφωνεί ξανά στην Περσεφόνη
ρωτά και ορίζει τη συνάντησή της.
Ληστείες, απεργίες (τόσοι φόνοι)
αδιαφορεί να μάθει το κορμί της.
Τα ψάρια καίγονται. Καίει το τηγάνι.
Θυσία στους αθάνατους τα κάνει.

Κάτι μου λέει. Τραυλίζει. Το στόμα
στραβώνει. Ο γιατρός απατεώνας.
Το ασθενοφόρο αργεί. Bγαίνει βρώμα
κι απ’ τα φτερά της. Χτυπάει κυκλώνας.
Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα
περνάει από το μάτι μιας βελόνας.
Μια μέρα πριν, μου λέει τ’ όνειρό της.
Χαρά ! της λέω. Μαυρίζει το είδωλό της.

Σιρόπια, χάπια, υπόθετα, ενέσεις,
των γιατρών συνταγές, σημειώσεις.
Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις
το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.
Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.
Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.
Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη
να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη.

Το νεκρό καφενείο, 1997

.

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα την πέτρα
Και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: Έλα και μέτρα
Πώς λαξευτήκαμε κι οι δυο με τον καιρό
Στην όχθη σώματα, ξερά, των επιζώντων
Των γυναικών αλαλαγμοί και των γερόντων
Να ξεπλυθώ, να ξεδιψάσω δεν μπορώ

Σκόνη, φωνές, Ιρακινοί κι Αμερικάνοι
Βεβηλωμένη ιστορία. Δεν σου φτάνει
Για να μετρήσεις κατακτήσεις, κατοχή
Περιπολούν οι στρατιώτες τυμβωρύχοι
Μάχες, φαντάσματα κοιτούν από τα τείχη
Με τη ματιά τους την πανάρχαια λοξή

Πάνω στο δέρμα του φιδιού μαύρο σκαθάρι
Ήλιος κανείς ή ουρανός ν’ αποκαθάρει
Αυτό που τείνουμε να λέμε παρελθόν
Και με τα νύχια μου βαθιά την άμμο σκάβω
Και του θανάτου τ’ αναθήματα ξεθάβω
Ψιλά κτερίσματα νεκρών πολιτισμών

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα τον χρόνο
Εκείνον που ζησα κι ακόμα τον στοιχειώνω
Εδώ, στην έρημο, κι εκεί, στα σκοτεινά
Κυλάει βαρύθυμος ο Τίγρης της Βαγδάτης
Σαν τη διάμετρο στον κύκλο της Εκάτης
Υπάρχουν όλα, μα δεν είναι αληθινά

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982

.

Καπνίζοντας πάλι μιλάς για τον εαυτό σου
……..με ένα χαμόγελο που ξέρει
να περιμένει,  σίγουρη ότι ο αντίπαλός σου
θα κάνει την λάθος κίνηση, θα προφέρει
τη λάθος ατάκα. Μιλάς για τους δικούς σου,
για το παρατεινόμενο της εφηβείας
στα χέρια των άλλων, για τη σπατάλη εκείνη
πειραματισμού, αιτία για τους φιλικούς σου
κι ερωτικούς δεσμούς, για πράξεις αμαρτίας
(χαμένη πια ενοχή), τίποτα ν’ απαλύνει

την αίσθηση κινδύνου. Με μαύρο τονίζεις
……..κάθε κηλίδα κραυγαλέα —
μια τάφρος ειλικρίνειας για να μαγνητίζεις
σε απόσταση και ν’ αναβάλλεις την αυλαία.
Απ’ τα χείλη μου, μια αμφιβολία και μόνο
φτάνει να σε μονώσει. Πίνουμε όμως, κάτι
θετικό. Το αλκοόλ άραγε θα προφθάσει,
παραγωγός γενναιότητας, να βρει στο χρόνο
την ευάλωτή σου στιγμή, ένα κομμάτι
αφύλαχτο, κρυφά να το διαπεράσει;

Το μπαρ είναι σχεδόν γεμάτο. Σαν ελπίδα
……..ζεύγη τσιγάρα αναβοσβήνουν.
Τα ηχεία τρίζουν λέξεις μες στην καταιγίδα
της μουσικής. Τα χέρια της μπαργούμαν δίνουν
συνέχεια. Ο σερβιτόρος ψύχραιμος μαζεύει
ακροβατώντας τα ποτήρια, ενώ τα φώτα
από την κάπνα χαμηλώνουν κορεσμένα.
Το βλέμμα μου γυρνώντας ξανασημαδεύει,
χωρίς απόλαυση, λες και φυλάει τα νώτα,
υπολογιστικό, τα νεύρα τεντωμένα,

το σώμα σου πεδίο και λάφυρο μάχης.
……..Μπορεί να μην καταλαβαίνεις
το αυτονόητο της σιωπής μου. Μπορεί να ’χεις
έρθει με την αφέλεια προετοιμασμένης
για φιλική performance, χωρίς υποψία
για τις προθέσεις μου. Μια σκέψη που με φέρνει
κατηγορούμενο, ανοίγοντας σαν αλάτι
το χρόνιο μίσος μου γι’ αυτή την ανοησία,
το καμπουριασμένο σουλούπι που δεν σέρνει
πίσω του κανέναν, ούτε την αυταπάτη.

Το σώμα σου σιγά-σιγά με πλησιάζει.
……..Ώστε έτσι. Τα λόγια μου βρίσκω
τώρα, να δείξουν ότι μ’ εντυπωσιάζει
το μακιγιάζ πόνου, και να γείρω στο ρίσκο.
Πολιτικός που είναι κύριος του σκοπού του
γλυκά απαντάς το σώμα αποτραβώντας ήδη.
Γρήγορα, δειλός και θρασύς, μπροστά κοιτάζω,
σαν παιδί που, στην άρνηση του παιχνιδιού του
να το ευχαριστήσει, μουτρώνει, παιχνίδι
του παιχνιδιού του, και τα μάτια κατεβάζω.

Πας στην τουαλέτα. Τίποτα δεν μ’ εμποδίζει
……..να σε φαντάζομαι κοντά μου.
Όμως, αν και για μια στιγμή ό,τι  σ’ απαρτίζει,
λόγια, σιωπές, κινήσεις, νιώθονται δικά μου
και νομίζω πως ξέρω τον τρόπο να γίνεις
μια  χορεία γυμνών μελών που σπαρταράνε
παραδομένα στο εκδικητικό σκοτάδι
της δυνατότητας,  δεν θέλω εκεί να μείνεις.
Κάτι στο πλευρό μου — θαμώνες με σκουντάνε,
νυγμός ήττας, αποχαιρετισμός, σημάδι

ότι επιστρέφει η άσβηστη κομψότητά σου.
……..Και ξαφνικά καταλαβαίνω:
συγχωρεί τις αδυναμίες η ομορφιά σου,
αποζητά τις πιέσεις. Το τεντωμένο
σχοινί παρατώντας, όλο μη τυχόν πέσει,
ντύνεται καμικάζι η σκέψη μου, όχι άλλη
αυτοσυγκράτηση. Τώρα μιλάω για μένα,
για τη θλίψη που από νωρίς μ’ έχει καλέσει
σαν προορισμός, για τη μεθοδική κραιπάλη,
άσκηση με στυφή γεύση, χρόνια χαμένα.

Τα μάτια σου με προκαλούν να σταματήσω
……..την κατάδυση κοινού τόπου
στον εαυτό μου και βέβηλα να τολμήσω
να πέσει η πικρή μάσκα του άτρωτου προσώπου,
όπως αρμύρα που κυλάει και πίσω αφήνει
μονάχα ένα λαχάνιασμα, φόβος συνάμα
κι αγαλλίαση κάποιου που το φως κερδίζει.
Μιλώντας δεν θα μοιραστώ ούτε τη σαγήνη
απ’ το θυμό σου. Κάθε λέξη μοιάζει κλάμα
αυτοπεποίθησης, τραύλισμα που τονίζει

τη δύναμη της μουσικής καθώς εισδύει
……..ανάμεσά μας και το σώμα
σαν αγωγός ηλεκτρίζοντας αποκλείει
την υποχώρηση. Νιώθω πως κι άλλοι ακόμα,
μεθυσμένοι, χορεύοντας, αγκαλιασμένοι,
εκστατικό αντηχείο, στο τέρμα του δρόμου
μας σπρώχνουν, λες και το φιλί μας τους αγγίζει.
Απότομα σβήνουν όλα, το μπαρ σωπαίνει,
κόσμος, μουσική, φώτα σβήνουν στο μυαλό μου,
το τζάμι του καθρέφτη μόνο λίγο τρίζει

σαν μηχανή μετά την ανελέητη χρήση.
……..Κάθομαι τώρα στην πλατεία
ενώ εσύ έχεις φύγει (έχεις ήδη αργήσει).
Η δροσιά απλώνει την αχλύ  σαν απορία.
Κουρέλια πλάι μου καπνού στριφογυρνώντας
ανεβοκατεβαίνουν. Η σιωπή κυλάει
συνέχεια. Είσαι πάλι σ’ επαφή μαζί μου.
Πότε-πότε κάποιο αυτοκίνητο γλιστρώντας
στο πρωί, φωτίζει, χωρίς να διαπερνάει,
την άγρυπνή μου σκέψη, την επίθεσή μου.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Το νησί είχες αφήσει τον καιρό του πολέμου
λησμονιά προσπαθούσες να βρεις, μα του κάκου
πάντα σ’ έφερνε πίσω το τραγούδι του ανέμου
να μιλήσεις φοβόσουν τώρα σώπα και άκου !
Δες: τα σύννεφα παίρνουν ξανά τη μορφή σου
όσα νόμιζες πια πεθαμένα θυμήσου !

Το μυαλό σου γυρίζει στο σβησμένο καντήλι
και μια κόρη θλιμμένη που κούναε μαντήλι
Τάχα ποιος να προσμένει τώρα πια στο νησί σου ;
Ένας τύμβος μονάχος που κοιμάται η αδερφή σου
και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει,
στα χαλάσματα πάνου το τραγούδι σού λέει . . .

Η πομπή προχωράει με τραγούδια θανάτου
τη Λητώ μη θρηνήσεις που για πάντα εχάθη
μ’ αν ο ήλιος κατέβει στης αρμύρας τα βάθη
στο νησί των ανέμων, όλα πάλι δικά του.
Δε θα στέκουμε άλλο με σκυμμένο κεφάλι
το νησί θα φωτίζεις με τη λάμψη σου πάλι !

Γυάλινες βάρκες, 2010