Caspar Baum_China_2003

***

Κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
δια μιάς στου νου τους κάλυκες εφάνη πως πηγαίνει
ανάποδα, και το τρυπάνι, που χορεία αγγέλων
αυθαίρετα σα ρυμουλκό τραβούσε, αρθρώθη λόγος
κλασματικός με πελεκούδια από θαλάσσια ξύλα,
όπου ίππος διά πυρός ελάλει διάπυρος και ασμένως.

Και διχασμένος στην πυρά παραληρούσε ασμένως
κι ο κηπουρός, που εγνώριζε οίκοθεν πώς είν’ ο κήπος,
ο μαυρωπός και ροδαλός, ο επιποθών τα ξύλα
να καλαφατιστούν βαρκούλα που θα τον πηγαίνει
στις αλβοράδες των αβγών κι εκεί που θάλλει ο λόγος
την άλλη πάντα σπώντας απ’ τις φύσεις των αγγέλων.

Κι εν πάση περιπτώσει ο κηπουρός υμνών και αγγέλλων
την πτώση, που θα πέσει κι άλλο, αρμολογούσε ασμένως
το ψέμα, που επαλήθευε όλα όσα ο κομήτης λόγος
διεκδίκησε δι’ εαυτόν (και αυτός ακόμη ο κήπος),
την ώρα που φρενήρες το άλογο ως πηγή πηγαίνει
στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα.

Στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα,
πνευμάτων κέδροι ενέδρα στήσαν σε ουλαμούς αγγέλων·
ορθώς ξεκίνησ’ η έφοδος, μα ολόστραβα πηγαίνει –
και μ’ όλο που συνηγορούσαν επωδοί ασμένως,
κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
ξεράθηκε και γέμισε με μώλωπες ο λόγος.

Στο κέντρο –μην μακρηγορούμε– ενός καθρέφτη ο λόγος
πολλαπλασίαζε τα πριν συντετριμμένα ξύλα
στον παρονομαστή, και ξυλοκόπους είδε ο κήπος
να τσεκουρώνουνε με ορμή το κράτος των αγγέλων·
και ξάφνου υδάτων πίδακες εξάντλησαν ασμένως
τα βάθη απ’ τον οπό που ως χαρωπός του αφρού πηγαίνει.

Ανάλαφρος πλην σφριγηλός –φαντάσου πώς πηγαίνει
ο πούμας στη σαβάνα– επήγαινε έπειτα και ο λόγος,
αφού στη γη του Σενναάρ τη μεταγλώσσα ασμένως
την αποθέωσε βαστώντας μι’ αγκαλίτσα ξύλα
και φράχτες ύψωσε χαράς των έφιππων αγγέλων
ο χορός εκεί, όπου εμάρμαιρε των πεπτωκότων κήπος.

Ο κήπος ο παράκλητος τα ρόδα του πηγαίνει
προσφάι των αγγέλων, όταν φλογισμένος λόγος
τα ξύλα τρώει που τρώγονται εμπειρικώς και ασμένως.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κίνα, 2003

Odysseas elytis -O kouros_1978

***

…una accion vil y disgraciado

1
Ας υποθέσουμε πως φτάνεις σ’ ένα όριο :
μια κίνηση – κι όλα θα γίνουνε συντρίμμια.
Ας υποθέσουμε πως στέκεσαι στο χείλος
και πως δεν ξέρεις, πρώτη σου φορά δεν ξέρεις
τι πρέπει τώρα να συμβεί : Δεν σχεδιάζεις
να πας μπροστά – ή πίσω. Απλώς – απολιθώνεσαι.

2
Ας υποθέσουμε, ναι, πως απολιθώνεσαι
στο πιο ακατάλληλο σημείο : σ’ ένα όριο.
Μοιάζει σαν να διστάζεις, σαν να σχεδιάζεις·
μα ήδη, μέσα σου, όλα γίνανε συντρίμμια –
και δίχως σχέδιο σκορπίσαν – και δεν ξέρεις
τι σου συνέβη κι έφτασες εδώ, στο χείλος –

3
δεν ξέρεις καν να πεις αν είναι εδώ το χείλος
κάποιας αβύσσου εντέλει – ή αν απολιθώνεσαι
τυχαία, εδώ, γιατί κουράστηκες . . . Δεν ξέρεις
αν έστω μπόρεσες να φτάσεις σ’ ένα όριο
ή αν απλώς στο κάθε βήμα σου συντρίμμια
γίνονται όλα μέσα σου, κι όλο σχεδιάζεις,

4
(κάθε στιγμή, αν κι άθελά σου, σχεδιάζεις)
ν’αγγίξεις  κάποτε, επιτέλους, κάποιο χείλος
ώστε να έχουν νόημα τούτα τα συντρίμμια –
κι εκεί να βρεις τον τρόπο πια ν’ απολιθώνεσαι.
Θα πρέπει βέβαια να υπάρχει αυτό το όριο,
να ’ναι κοινό – κι όχι εσύ μόνο να το ξέρεις·

5
να ’ναι αναπόφευκτο – κι εσύ απλώς να ξέρεις
πως εκεί φτάνεις ό,τι και να σχεδιάζεις . . .
Φτάνεις κι εσύ – όπως καθένας . . . Σ’ ένα όριο
δίχως ευθύνη κι ενοχή . . . Σε κάποιο χείλος,
όπου άθελά σου, όπως όλοι, απολιθώνεσαι·
κι ούτε θα πει κανείς πως φταις για τα συντρίμμια

6
γιατί προβάλλονται απλώς μέσα σου: συντρίμμια
ξένα, δικά σου – ποιος να ξέρει ;– κι ούτε ξέρεις
να πας μπροστά –ή πίσω– απλώς απολιθώνεσαι . . .
Μα εσύ πάντα διάλεγες να σχεδιάζεις
μιαν ασχεδίαστη ζωή, πάντα στο χείλος.
Για όλα διάλεγες να φταις – κι αυτό το όριο

7
δεν ξεπερνιέται – και το ξέρεις. Τα συντρίμμια
εδώ ας σταθείς κι ας σχεδιάζεις: νά το όριο,
νά σε ποιο χείλος στάθηκες κι απολιθώνεσαι !

Πηγή:
Αντιύλη, 2008

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Ο κούρος, 1978

Βάσω κατράκη_Το περιστέρι της ειρήνης 1949, ξυλογραφία

***

της Πολυξένης

Με μαύρα νύχια πλήττει το Αραράτ το περιστέρι
και η κιβωτός μια ζούγκλα ερώτων γίνεται αυτομάτως
στις φλόγες των βωμών οι ποιητές προσθέτουν φλόγες
και πυρετός στους αετούς την πρώτη λάβα δίνει
που λάθρα στων φυτών τις τύχες μαίνεται ώς τη ρίζα
ενώ στιγμή δεν έκοψε ο διθύραμβος να βρέχει

Τα περιστατικά του βίου εγγράφονται αυτομάτως
και βιαστικά χωνεύονται σε αστραπιαίες φλόγες
με τους κορμούς των μύθων που η θερμή αγκάλη δίνει
και σπέρνει το μεθύσι με την ιαμβική του ρίζα
στους αμπελώνες τούς θεσπέσιους όπου αιώνες βρέχει
για να έχει νόημα το τάνγκο με ένα περιστέρι

Ρολόγια καίγονται κάτω από σπηλαιώδεις φλόγες
κι η νηνεμία μιάν ατμόσφαιρα μαγείας δίνει
που φτάνει να υποσκάπτει τη συμπάθεια ώς τη ρίζα
ενόσω η μάνικα τις χλόες με διαμάντια βρέχει
που τά ’φερε νυχτιάτικα το αθώο περιστέρι
το ρήγμα του καλού να επιλαμβάνεται αυτομάτως

Στη δίνη που ηδύνει τον νου μόνο οδύνες δίνει
ο γρίφος της αρχής των πάντων με τη μαύρη ρίζα
που με αμαρτίες τους αγρούς του κάτω κόσμου βρέχει
και κομματιάζει το κυλινδρικό άσπρο περιστέρι
σαν νά ’ταν φάσγανο που σε καρατομεί αυτομάτως
απλώς και μόνον επειδή ποθείς να μπείς στις φλόγες

Και σύρριζα στην άβυσσο πετάει το δέντρο ρίζα
και σύρριζα στο σύννεφο το θαύμα αλλέγρο βρέχει
και σφάζει αηδόνια για να τηλωθεί το περιστέρι
που χαύονται εξ εφόδου από τις βάτους και αυτομάτως
καθώς τυλίγονται στων ευαισθησιών τις φλόγες
που η πρόνοια της θεογονίας στους ανθρώπους δίνει

Στα κλειδοκύμβαλα λεπτό δεν έπαψε να βρέχει
και μες στους κεραυνούς βαφτίζεται το περιστέρι
που αλλάζουν σε χοάνες της χαράς και αυτομάτως
χαρίζονται ολοκαύτωμα σε υγρές και άλλες φλόγες
που με δαψίλεια το βασίλειο των ορμών μάς δίνει
να τις γιορτάζουμε σε φρέατα με γκρίζα ρίζα

Γυρνά το περιστέρι στην κορυφή αυτομάτως
γιατί έχει μυρίσει φλόγες και μετά τη μοίρα δίνει
που μέλλει νά ’βρει ρίζα εκεί που μόνο μέλι βρέχει.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2012

Εικονογράφηση:
Βάσω Κατράκη, Το περιστέρι της ειρήνης, 1949

Ιουλία Βεντίκου_Γυναίκα 2010-2011

***

Σε μία μυστηριώδη ύπαρξη στην Έπαυλη των Finzi-Contini

Με νοσταλγία περνάω συχνά απ’ τον κήπο σου
Κορίτσι πανέμορφο στα κάτασπρα ντυμένη
Με μια ρακέτα του τέννις καινούργια στο χέρι
Με νοερούς αντιπάλους στα σύννεφα παίζοντας
Χωρίς ακόμα να ξέρει το μυστικό σου κανένας
Μ’ ελπίδα πάντοτε κάποιος να βγει κερδισμένος
 
Από μι’ αναπόληση του πώς ήσουν ντυμένη
Ήρθες προς τα εμένα τείνοντας το χέρι
Νοερά την ψυχή σου χωρίς αντιπάλους παίζοντας
Αυτό που σκεπτόσουνα να μην το μάθει κανένας
Κι ένας απ’ αυτούς που ελπίζανε να βγει κερδισμένος
Απ’ όσους συχνάζανε πάντα κρυφά στον κήπο σου
 
Μα τί διαφορετικό περίμενες από ’να τέτοιο χέρι
Στα ζάρια πάντοτε την καρδιά σου παίζοντας
Ενώ ανοιχτά δεν τολμούσε να το κάνει κανένας
Όσο να πεις «αλίμονο στον κερδισμένο»
Που με ύπουλο τρόπο είχε εισδύσει στον κήπο σου
Την ώρα που δεν ήσουνα για τα μάτια του κόσμου ντυμένη
 
Θέλω να πω έτσι στα μισοσόβαρα παίζοντας
Μην ομολογήσει αυτό το μυστικό κανένας
Φόρο τιμής προτείνοντας στον κερδισμένο
Τον προνομιούχο που ήξερε να μπει στον κήπο σου
Και που σε είδε όχι ακόμα εντελώς ντυμένη
Ν’ ανοίγεις το δώρο σου από κάποιο χέρι
 
Κι έχοντας φτάσει εκεί που δεν πήγε κανένας
Δήλωσε κάποια εχθρότητα στον κερδισμένο
Αυτόν που παραβίασε πρόσφατα τον κήπο σου
Όταν στους άλλους εμφανίστηκες ντυμένη
Και σου προσφέρθηκε απροσδόκητα ένα χέρι
Που αποτραβιόταν όταν τό ’πιανες παίζοντας
 
Κι όλα τα μάτια στράφηκαν στον κερδισμένο
Του μεγάλου λαχείου που ήταν ο κήπος σου
Αδιαφορώντας αν ήσουνα ή δεν ήσουν ντυμένη
Στον ώμο σου πάντοτε ακουμπισμένο ένα χέρι
Τα μάτια σου από τον έναν στον άλλον παίζοντας
Κι ας μην ήταν ακόμα στο δωμάτιο άλλος κανένας
 
Ντυμένη στο κήπο σου ήσουνα όμως κανένας δεν βγήκε
Κερδισμένος παίζοντας την τύχη του με το χέρι σου
 
Αθήνα, 25 Ιουνίου 1994

***
Πηγή:
περ. Praxi, τχ. 1, Καλοκαίρι 2000

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, Γυναίκα, 2010-2011

Άγγελος+Α..

***

Όποιος επήρε απόφαση να τριγυρνάει τη ζήση
Πάνω σε πλάνα κύματα κι ανάμεσα σε ξέρες,
Από το χάρο χωρισμένος μ’ ένα μικρό ξύλο
Δεν μπορεί πέρα και πολύ να βρίσκεται απ’ το τέλος·
Γι’ αυτό θά ’ταν καλύτερα να γείρει σε λιμάνι
Όσο στο δοιάκι του υπακούν ακόμη τα πανιά του.

Η αύρα η τερπνή, που του πλοιαριού και δοιάκι και πανιά του
Μπιστεύτηκα, όταν έμπαινα στην ερωτιάρα ζήση,
Κι έλπιζα σε καλύτερο πως θ’ άραζα λιμάνι,
Αργότερα μ’ οδήγησε σε χίλιες μαύρες ξέρες
Που τις αιτίες τριγύρω μου για το θλιβό μου τέλος
Δεν είχα μόνο, μα κι εντός στο ίδιο μου το ξύλο.

Κλειστός πολύν καιρό σ’ αυτό το ολότυφλό μου ξύλο,
Πλανέθηκα χωρίς ματιά να ρίξω στα πανιά του
Που πριν απ’ την ημέρα μου με πήγαινε στο τέλος·
Έπειτα ευδόκησεν Αυτός που μ’ έφερε στη ζήση
Να κράξει με να γείρω τόσο οπίσω από τις ξέρες
Που από μακριά τουλάχιστο να βλέπω το λιμάνι.

Έτσι καθώς διακραίνει φως τη νύχτα σε λιμάνι
Απ’ την πλατιά τη θάλασσα φρεγάδα ή μικρό ξύλο,
Αν πάει και δεν του το στερούν ή τρικυμιά είτε ξέρες
Όμοια κι εγώ απ’ του πλοίου μου τα φουσκωτά πανιά του
Εδιάκρινα τ’ αχνάρια πια της αλληνής της ζήσης,
Και τότες ελαχτάρισα νά ’φτανα πια στο τέλος.

Όχι πως είμαι βέβαιος ακόμη για το τέλος·
Με την ημέρα αν πιθυμώ να πιάσω σε λιμάνι,
Μένει ταξίδι μακρινό για τόσο λίγη ζήση·
Και τρέμω, γιατί βρίσκομαι σ’ ευκολόσπαστο ξύλο,
Και θα ποθούσα πια να μη γεμίζουν τα πανιά του
Με τον αγέρα που σ’ αυτές με τράβηξε τις ξέρες.

Αν ίσως κι έβγω ζωντανός απ’ τις αβέβαιες ξέρες
Και φτάσει η εξορία μου σε κάποιο καλό τέλος,
Πόση που θά ’νοιωθα χαρά να γείρω τα πανιά του
Του πλοίου μου και τις άγκυρες να ρίξω σε λιμάνι!
Αλλιώς θα καίω αδιάκοπα σαν αναμμένο ξύλο,

Τόσο ν’ αλλάξω είναι τραχύ τη γνώριμή μου ζήση.
Δέσποτα εσύ στο τέλος μου, κι αφέντη μου στη ζήση
Πριν σπάσω εγώ το ξύλο μου κατάμεσα στις ξέρες,
Δώσε καλό λιμάνι εσύ στα ολόδαρτα πανιά του.

Πηγή:
Ο Νουμάς, τόμος 21, αριθμ. 5-6 (784-785),
Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1924, σελ. 339-340.

Εικονογράφηση:
Άγγελος Αντωνόπουλος, Ναυαγίων ναυάγια, 2011

Γιώργος+σ..

***

Η αγαθοδότρα η μοίρα μου, κι ο βίος ο ευτυχισμένος,
Κι οι ξάστερες ημέρες μου, κι οι ειρηνικές μου οι νύχτες,
Και τα γλυκά στενάγματα, και το τερπνό το ύφος,
Που ν’ αντηχάω συνήθιζα σε στίχους και σε ρίμες,
Καθώς μεμιάς αλλάξανε σε πόνο και σε κλάμα,
Τη ζήση εκάμαν να μισώ και να ποθώ το χάρο.

Ανέσπλαχνε κι αλύγιστε φαρμακωμένε χάρο,
Μου δίνεις αφορμή ποτέ μη είμ’ ευτυχισμένος,
Μα να περάσω ολάκερη τη ζήση μου με κλάμα,
Και τις ημέρες σκοτεινές, και θλίβερες τις νύχτες,
Τα βογκητά μου τα βαριά δεν μπαίνουνε σε ρίμες,
Και το σκληρό μαρτύριο μου νικάει το κάθε ύφος.

Τώρα και πού οδηγήθηκε το αγαπητό μου ύφος;
Να κουβεντιάζω για θυμό, να κρένω για το χάρο.
Πού νά ’ναι οι στίχοι, τάχα τί ν’ απόγιναν οι ρίμες,
Που εγρίκαε πλάσμα ευγενικό, φρόνιμο, ευτυχισμένο;
Πού τα μυθολογήματα τα ερωτικά τις νύχτες;
Τώρα δε λέω, δε σκέφτομαι πάρεξ από το κλάμα.

Πια με τον πόθο μού ’γινε τόσο γλυκό το κλάμα,
Που σμίγει με γλυκύτητα το κάθε γλυκό ύφος,
Κι άγρυπνος όλες μ’ έκαμε να στέκομαι τις νύχτες.
Τώρα το κλάμα πιο πικρό μού ’ναι κι από το χάρο,
Μη ελπίζοντας το βλέμμα το τίμιο κι ευτυχισμένο,
Νά ’ναι αντικείμενο ψηλό στις ταπεινές μου ρίμες.

Σημείο καθάριο ο Έρωτας μού ’θεσε για τις ρίμες
Μες στα ωραία τα μάτια της και τό ’βαλε στο κλάμα,
Ξαναθυμώντας με καημό καιρόν ευτυχισμένο,
Απ’ όπου αλλάζω αδιάκοπα σκεφτόμενος το ύφος,
Και σένα πάλε το χλωμό παρακαλώ το χάρο
Να με ξεβγάλεις απ’ αυτές τις τόσο απαίσιες νύχτες.

Εδιώχτηκε και τ’ όνειρον απ’ τις σκληρές μου νύχτες
Και ο ήλιος που συνήθιζα ’πό τις βραχνές μου ρίμες,
Και πι’ άλλο να φιλέψουνε δεν ξέρουνε απ’ το χάρο,
Γι’ αυτό ’ναι το τραγούδι μου καταντημένο κλάμα.
Δεν έχει τόσο του Έρωτα το κράτος πλούσιο ύφος,
Που νά ’ναι θλίβερο όσο πριν είταν ευτυχισμένο.

Κανένα σαν κι εμένανε δεν ξέρω ευτυχισμένο.
Κανένανε πιο θλίβερο σε μέρες και σε νύχτες,
Κι όπως η οδύνη αλλάζεται, γυρίζει και το ύφος,
Που βγάζει τόσο απ’ την καρδιά δακρυβρεμένες ρίμες.
Ζούσα μ’ ελπίδα, τώρα ζω κατάμονα με κλάμα,
Και δεν ελπίζω αντίπαλο στο χάρο άλλο απ’ το χάρο.

Ο χάρος με θανάτωσε και μόνος λέω στο χάρο
Να φέρει εκειό το πρόσωπο να ιδώ το ευτυχισμένο,
Που μ’ έκαμε να χαίρομαι στο βόγκο και στο κλάμα
Που αέρας μού ’τανε γλυκός, γλυκιά βροχή στις νύχτες,
Σαν έπλεκα τους στοχασμούς τους διαλεχτούς στις ρίμες,
Και ο Έρωτας μου ανύψωνε το αδύνατό μου ύφος.

Ήθελα νά ’χα εσπλαχνικό τόσο πολύ εγώ ύφος,
Που να μπορούσα νά ’παιρνα τη Λάουρα απ’ το χάρο,
Καθώς την Ευρυδίκη του ο Ορφέας με δίχως ρίμες,
Τότες πιο απ’ όποιαν εποχή θα ζούσα ευτυχισμένος.
Μα αν ίσως νά ’μαι δεν μπορώ, καμμιά απ’ τις άθλιες νύχτες,
Ας κλειούσα πια τις δυό πηγές αυτές από το κλάμα.

Έρωτα, χρόνια εθρήνησα παράπολλα με κλάμα
Το βάσανό μου το βαρύ, σε πονεμένο ύφος,
Κι ούτε που ελπίζω από τα σέ λιγότερο άγριες νύχτες,
Γι’ αυτό κι εγώ ελυγίστηκα και δέομαι στο χάρο
Να με αφαιρέσει από τα ’δώ, για νά ’μαι ευτυχισμένος
Εκεί, που εκείνη ευρίσκεται που υμνώ και κλαίω στις ρίμες.

Τόσο αν μπορούσαν να υψωθούν οι απαυδισμένες ρίμες,
Να βρούν αυτή, που στέκεται πέρ’ απ’ οργή και κλάμα,
Τον ουρανό το κάλλος της που κάνει ευτυχισμένο,
Καλά θα ξαναγνώριζε με ξαλλαγμένο ύφος,
Όπου ίσως θα της άρεσε πριν λίγο από το χάρο
Για κείνη μέρα ξάστερη, μαύρες για μένα νύχτες.

Ω σείς, που σ’ ευτυχέστερες βαρυβογκάτε νύχτες,
Όπου γρικάτε για Έρωτα κι ή γράφετε σε ρίμες,
Να μην τον βρίσκω πια κουφό ζητήσατε απ’ το χάρο,
Που ’ναι λιμάνι στους δαρμούς και τελειωμός στο κλάμα,
Ας ξαλλαχτεί για μια φορά το αρχαίο του εκείνο ύφος,
Που όποιο άνθρωπο λυπάει κι εμέ κάνει έτσι ευτυχισμένο.

Ευτυχισμένον δύνεται σε μιά ή σε λίγες νύχτες
Να κάμει εμέ· και με σκληρό ύφος και μαύρες ρίμες,
Να κόψει πια το κλάμα μου παρακαλώ το χάρο.

Πηγή:
Γεράσιμος Σπαταλάς, Ανθοδέσμη από τη Ρώμη και την Ιταλία,
Ι.Ν. Σιδέρης, χ.χ., σελ. 27-29.

Εικονογράφηση:
Γιώργος Σκυλογιάννης, Ο κύκλος γένους θηλυκού, 2012

***

Πάσα χτηνόν που θρέφεται στο χώμαν,
εβγόντα κείνα που μισούν τον ήλιον,
έχει να παραδέρνη την ημέραν
κι αφόν στον ουρανόν να λάψουν τ’ άστρα
στρέφουνται ποιόν στο σπίτιν ποιόν στο δάσος
και πνάζουν ώστ’ νά ’ρτουν τα ξηφώτια.

Κ’ εγώ, ’φότις ν’ αρκέψουν τα ξηφώτια
τα σκοτεινά να διώξουν αχ το χώμαν
ξυπνώντα τα χτηνά ’που με στο δάσος,
σίγησην κλειόντα ουκ έχω με τον ήλιον·
κι αφόν βιγλίσω να γλαμπρίσουν τ’ άστρα
κλαμένος πάλε κράζω την ημέραν.

Αντάν η νύχτα διώξη την ημέραν
και ποίσ’ άλλως η σκότη μας ξηφώτια,
βιγλώ το ριζικόν μου, τα σκλερ’ άστρα
που μέλλει να με βάλουν εις το χώμαν
και καταρούμαι αντά ’δα κείν’ τον ήλιον
που μ’ έκαμεν γοιόν κάποιον αχ το δάσος.

Πιστεύγω μεν εθρέφτην ποτέ ’ς δάσος
αλύπητο χτηνόν νύχτα ’δε μέραν
γοιόν ταύτην απού κλιώ στο σκιός κ’ εις ήλιον
κι ουδ’ αποστέκω δείλις ’σε ξηφώτια·
γιατί αν καλά και πλάστηκα αχ το χώμαν
αμμ’ έχω πεθυμιά στεριάν ’που τ’ άστρα.

Πριν να στραφώ σ’ αυτόν σας, έγλαμπρ’ άστρα,
ή να κρεμμίσω με στου πόθου δάσος
αφήννοντα την σάρκαν εις το χώμαν,
νά ’δα λύπην σ’ αυτόν της : μιάν ημέραν
εσώνναν ούλα τα κακά ξηφώτια
και πιόν με κλάμαν δεν εθώρουν ήλιον.

Μα βρέθηκα μιτά της δίχως ήλιον
και μεν μας εθωρούσαν παρά τ’ άστρα
μιάν νύχταν και να μή ’ρταν τα ξηφώτια·
μόνον μηδέν εγίνην κι αυτή δάσος
νά ’φυγεν γοιόν εποίκεν μιαν ημέραν
τ’ Απόλλο που την έτρεχεν στο χώμαν.

Εγώ κάτω στο χώμαν ’ς ξερόν δάσος
και η μέρα θέλει πα γεμάτη τ’ άστρα
πριν με γλυκιά ξηφώτια δω τον ήλιον.

Πηγή:
Thémis Siapkaras-Pitsilidès, «Le Pétrarquisme en Cypre. Poèmes d’amour en dialecte chypriote d’après un manuscrit du XVIe siècle». Texte établi et traduit avec le concours de Hybert Pernot. Athènes 1952 (Collection de l’Institut Français d’Athènes, dirigée par Octave Merlier, No 74), σελ. 248-252.

Εικονογράφηση:
Νίκος Χουλιαράς, Άτιτλο, 1996

Arnaut_Daniel

***

Οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» εγκαινιάζουν τη νέα χρονιά με ένα αφιέρωμα στην πιο ιδιότυπη ίσως μορφή της ευρωπαϊκής ποίησης, τη σεστίνα. Αυτή την εβδομάδα, θα δημοσιεύσουμε ορισμένα ιστορικά δείγματα του είδους, που η εμφάνισή του στην ελληνική γλώσσα ανατρέχει στην Κύπρο και τον 16ο αιώνα. Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε πρόσφατες ελληνικές σεστίνες. Για τη βοήθειά τους στην προετοιμασία του αφιερώματος, ευχαριστούμε θερμά τον Γιώργο Κεντρωτή και τον Δημήτρη Αρμάο.

* * *

Η σεστίνα (ή σιξτίνα) είναι 39στιχη ποιητική φόρμα αποτελούμενη από έξι εξάστιχες στροφές χωρίς ομοιοκαταληξίες που ακολουθούνται από μία τρίστιχη, γνωστή ως envoi ή tornada.  

Η επινόηση του είδους αποδίδεται στον Arnaut Daniel, Προβηγκιανό τροβαδούρο του 12ου αιώνα, αν και έχει υποστηριχθεί πως ο Daniel ανανέωσε απλώς μια ήδη προϋπάρχουσα φόρμα. Με τους επιγόνους του, κυρίως Ιταλούς μεταξύ των οποίων ο Δάντης και ο Πετράρχης, παγιώθηκε η σταθερή μορφή της σεστίνας όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Από την Ιταλία το είδος εισήχθη στην Γαλλία τον 16ο αιώνα. Τον ίδιο αιώνα εμφανίζονται και οι πρώτες σεστίνες στη Βρετανία. Το είδος θα επανεμφανιστεί στην αγγλόφωνη ποίηση κατά την Βικτωριανή περίοδο και στον 20ό αιώνα θα ανανεωθεί από ποιητές όπως ο Ezra Pound και ο  W. H. Auden.

Στην πρώτη της μορφή, όπως παρουσιάστηκε από τον Daniel, η σεστίνα είχε τους στίχους των στροφών της δεκασύλλαβους, εκτός από τον πρώτο κάθε στροφής, ο οποίος αποτελείτο από επτά συλλαβές. Ωστόσο κατά την μετέπειτα καλλιέργεια του είδους ο αριθμός των συλλαβών των στίχων παρουσίασε μια τέτοια ποικιλία ώστε να είναι αδύνατον να συνδέσουμε τη σεστίνα αποκλειστικά με κάποιο συγκεκριμένο ποιητικό μέτρο.

Η δομή της σεστίνας υπακούει σε ιδιαίτερα αυστηρούς κανόνες: Οι λέξεις με τις οποίες τελειώνει κάθε στίχος της πρώτης στροφής χρησιμοποιούνται και πάλι ως τέλος των στίχων κάθε επόμενης στροφής με εναλλασσόμενη σειρά βάσει ενός αυστηρά προκαθορισμένου προτύπου. Αν συμβολίσουμε την τελική λέξη κάθε στίχου της πρώτης στροφής με τον αντίστοιχο αριθμό του στίχου κατ’ αύξουσα σειρά, τότε  για την πρώτη στροφή έχουμε την εξής ακολουθία τελικών λέξεων: 1 2 3 4 5 6. Η ακολουθία αυτή για κάθε μία από τις επόμενες πέντε στροφές μεταβάλλεται όπως φαίνεται παρακάτω:

2η στροφή: 6 1 5 2 4 3 Δηλαδή οι τελικές λέξεις των στίχων της δεύτερης στροφής δίνουν ανά ζεύγος  άθροισμα 7 και παράλληλα σχηματίζουν την τριάδα 1 2 3 ανάμεσα στα στοιχεία της οποίας παρεμβάλλονται αντίστροφα ανά ένα εκείνα της τριάδας 4 5 6 –αυτή η εναλλαγή περιγράφεται με τον λατινικό όρο retrogradatio cruciata, δηλαδή σταυρωτός αναποδισμός.

3η στροφή 3 6 4 1 2 5 Παρατηρούμε πως αν οι τελικές λέξεις συμβολιστούν με αριθμούς βάσει της σειράς των στίχων της δεύτερης στροφής, αν δηλαδή καταγράψουμε την ακολουθία των λέξεων της δεύτερης στροφής ως 1 2 3 4 5 6 τότε η ακολουθία της τρίτης στροφής είναι και πάλι 6 1 5 2 4 3 κατά τον κανόνα της redrogradatio cruciata, ο οποίος διέπει την σχέση οποιασδήποτε στροφής με την επόμενή της ως προς την σειρά των τελικών λέξεων κάθε  στίχου της. Με βάση τον κανόνα αυτό η σειρά των τελικών λέξεων των στίχων για τις υπόλοιπες στροφές έχει ως εξής:

4η στροφή: 5 3 2 6 1 4

5η στροφή: 4 5 1 3 6 2

6η στροφή: 2 4 6 5 3 1

Οι τρεις στίχοι της έβδομης και τελευταίας στροφής οφείλουν να περιέχουν και τις έξι κρίσιμες λέξεις. Οι λέξεις αυτές κατανέμονται σε ζεύγη ανά στίχο. Αν και η σειρά της θέσης στους στο envoi δεν τηρείται με την απαρέγκλιτη αυστηρότητα που χαρακτηρίζει την δομή των προηγούμενων έξι στροφών, εν τούτοις στην τυπική μορφή της σεστίνας ο πρώτος στίχος περιέχει τις λέξεις 2 και 5, ο δεύτερος τις 4 και 3 και ο τελευταίος τις 6 και 1. Η πρώτη λέξη κάθε ζεύγους μπορεί να καταλαμβάνει οποιαδήποτε θέση στον στίχο, ενώ η δεύτερη πρέπει να τον κλείνει.