salvatore

***

Τα λόγια μου τραχιά τα έχω θελήσει
σαν τα έργα αυτής της πέτρας που ομορφαίνει
ολοένα, και σκληραίνει
ολοένα –όποιος την είδε, το έχει νιώσει·
το σώμα της με ίασπη έχει ντύσει
κι ίσως γι’αυτό το λόγο ή γιατί μένει
πάντοτε καλυμμένη
σαΐτα δεν μπορεί να την πληγώσει·
εκείνη όμως μπορεί να με σκοτώσει-
και πώς να φυλαχτώ; τα βέλη αυτά
σαν να ’χανε φτερά
πετούν, συντρίβουν κάθε πανοπλία∙
κι ούτε που ξέρουν πώς δεν θα ’μουν λεία.

Δεν βρίσκω ασπίδα να μην την ραγίζει,
σπηλιά απ’ το πρόσωπό της να χαθώ·
σαν μίσχος τον ανθό,
ο νους μου την κρατά και την υψώνει·
κι αυτή, τη συμφορά μου υπολογίζει
όσο το πλοίο τον ήρεμο καιρό·
βουλιάζω, δεν θα βρω
ρίμα το βάρος τούτο να σηκώνει.
Σαράκι, που η ορμή σου δυναμώνει,
βουβά με τρως και τη ζωή μου αδειάζεις·
γιατί εσύ δεν δειλιάζεις
να ’σαι μες στην καρδιά κρυφή πληγή
όσο εγώ να πω ποιος σ’οδηγεί;

Γιατί η καρδιά μου τρέμει όταν σκεφτώ
εκείνη ενώ τριγύρω με κοιτούν·
τις σκέψεις μου μη δουν
φοβάμαι∙ ο θάνατος δεν με φοβίζει
τόσο ή του Έρωτα το κοφτερό
δόντι, που τις αισθήσεις μου εξαντλούν·
οι αισθήσεις φυλορροούν
στη σκέψη της, και η ζωή ξεφτίζει.
Ο έρωτας χτυπά και με γκρεμίζει∙
το ίδιο σπαθί είχε στρέψει στη Διδώ∙
κι εγώ εκλιπαρώ,
δούλος του εγώ που έλεος αιτείται·
μα η φύση του το έλεος το αρνείται.

Και πάλι τώρα θέλει να χτυπήσει
ο αχρείος, τη ζωή μου αψηφά·
στο χώμα με κρατά
και μ’έχει βρει πια τόσο κουρασμένο·
πάει ένα ουρλιαχτό ν’ ανηφορίσει
στο νου μου και το αίμα, που κυλά
στις φλέβες μου, χυμά
προς την καρδιά μου κι άσπρος απομένω.
Χτυπά στο μέρος της καρδιάς με μένος
τέτοιο, που στην καρδιά μου αναπηδά
ο πόνος. «μια φορά
ακόμη», λέω, «αν το σπαθί του υψώσει,
θα μ’ έχει ο τρόμος ήδη αποτελειώσει.»

Να χτύπαγε έτσι ολόισια στην καρδιά της
αυτήν που την δική μου κομματιάζει!
Κι αν θάνατο μου τάζει
η ομορφιά της, μαύρος πια δεν θα ‘ναι·
σε ήλιο ή σε σκιά το χτύπημά της,
της δόλιας φόνισσας δεν παραλλάζει.
Γιατί να μην ουρλιάζει
κι αυτή στις φλόγες που με τυραννάνε;
Αμέσως θα συνέτρεχα και θα ’τανε
χαρά μου, που πολλοί την έχουν νιώσει,
το χέρι να είχα απλώσει
στα ωραία μαλλιά, του έρωτα το υφάδι,
κι εκείνη θ’ απολάμβανε το χάδι.

Αν είχα την ξανθή πλεξίδα αδράξει,
μαστίγιο και βέργα που ματώνει,
ενώ έξω ξημερώνει,
θα έπαιζα ως τ’απόδειπνο ν’αρχίσει∙
κι όχι αβρά, μη βρέξει και μη στάξει,
μα σαν αρκούδα: παίζει και δαγκώνει·
και αν με μαστιγώνει
ο έρωτας, θα έπαιρνα εκδίκηση.
Τα μάτια της, που έχουν πυρπολήσει
ετούτη την καρδιά κι είναι νεκρή,
θα κοίταζα –κι αυτή,
που έστερξε να μ‘ αφήσει, θα κινδύνευε·
κι η αγάπη μου μετά θα τη γαλήνευε.

Τραγούδι μου, εσύ δράμε στη γυναίκα
που πήρε την καρδιά μου και με χώρισε
απ’ό,τι ο νους μου πόθησε.
πέτα, γίνε σαΐτα που βυθίζεται·
τιμή με την εκδίκηση κερδίζεται.

Πηγή:
Πέτρινες Ρίμες, 2014

Εικονογράφηση:
Σαλβατόρε Ποστιλιόνε, Δάντης και Βεατρίκη, 1906

Άγγελος Σπάρταλης_2012

***

Η φωνή μου στου Πέρση τα μέτρα γυρίζει
και πως ο χρόνος είν’ εκείνα μου θυμίζει
τ’ άπληστα όνειρα που υφαίνεις μέρα νύχτα
κι ο μυστικός Ονειροπόλος σ’ τα σκορπίζει.

Και μου θυμίζει ακόμα πως η φλόγα είναι στάχτη
η σάρκα σκόνη, το ποτάμι οφθαλμαπάτη
που καθρεφτίζει στα νερά του τη ζωή μας
καθώς μας παρασέρνει στ’ ανοιχτά σε άλλα πλάτη.

Και μου θυμίζει πως το αγέρωχο μνημείο
που υψώνει η έπαρση, είναι μόνο ένα σημείο,
μια λάμψη ασήμαντη, ένα μικρό χαλίκι
μέσα σ’ Εκείνου το απύθμενο ορυχείο.

Και μου θυμίζει πως τ’ ολόχρυσο αηδόνι
κελαηδά για μια στιγμή κι ευθύς ψηλώνει
και χάνεται στης νύχτας τους βυθούς, που τ’ άστρα της
σαν το πολύτιμο χρυσαφικό κλειδώνει.

Πέφτει το φως του φεγγαριού σ’ αυτόν τον στίχο
που γράφεις, και η λάμψη του πάνω στον τοίχο
του κήπου γίνεται μαρμαρυγή γλαυκή
ψάχνοντας μάταια της φωνής σου τον ήχο.

Να ’σουν κι εσύ όπως τις στέρνες –που αιώνες
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού αστράφτουν μόνες–
ένας υδάτινος καθρέφτης αντιγράφει
κάποιες παράξενες, αιώνιες εικόνες.

Αν ξανάρθει του Πέρση η σελήνη, κι οι χαμένοι
της άμμου ορίζοντες, στο χρυσάφι βαμμένοι.
Το χτες είναι τώρα. Κι εσύ είσαι οι άλλοι
εκείνοι που έχουν γίνει χώμα πια: οι πεθαμένοι.

Πηγή:
Το εγκώμιο της σκιάς, 1982

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης, 2012

***

10

Η Ελλάδα ολόκληρη μια κολυμβήθρα.
Απ’ άκρια σ’ άκρια γίνονται βαφτίσια.
Φτάνει και μια μονάχα δαχτυλήθρα,
τα «στραβά» μας να βαπτισθούνε σε «ίσια».

Τα ρούβλια βαπτισθήκαν σε δολλάρια.
Ο Βάρναλης με τ’ όνομα προδότης.
Ο Καζαντζάκης άξιος για λιθάρια
κι ο Σικελιανός ανάξιος πατριώτης.

Ω «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», τί μένει
αβάπτιστο στη γη τη δοξασμένη;

* * *

11

Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολλάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.
 
Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.
 
Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.

* * *

33

Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
πού χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

* * *

34

Εμείς, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι,
τί τη θέλαμε τη Δημοκρατία;
Τί μας έμελλε αν γίναν αρουραίοι
όσοι μάχονταν την Επταετία;

Λιαζόμασταν στην ήλιο του Απριλίου
και καμαρώναμε τις παρελάσεις.
«Εξ αποστάσεως τώρα ενός μιλίου»
πρέπει να περπατάς, για να περάσεις,

όταν οι μακρυμάλληδες ουρλιάζουν
και τη Δημοκρατία τους γιορτάζουν.

* * *

35

Ιδεολόγοι και καταφερτζήδες,
τα βολέψαμε στην Επταετία.
Τώρα όλες του Έθνους οι παλιές ατσίδες
ορκίζονται στη Νέα Δημοκρατία.

Ο Παττακός; Τον άνθρωπον ουκ οίδα.
Κι ο Γεωργαλάς; Ποιος νά ναι τούτος πάλι;
Άγνωστοι κι ο Λαδάς με τον Καρύδα,
πού καταντήσανε σε τέτοιο χάλι.

Η μονέδα πάντα σκορπά ευωδία,
το ίδιο μες σ’ εκκλησιές και καφωδεία.

* * *

52

Πόλεμοι, διχασμοί κι εμφύλια πάθη,
παλιές «Οκταετίες» κι «Επταετίες»,
έπρεπεν ίσως να μας είχαν μάθει
των παθών μας ποιες ήσανε οι αιτίες.

Πατρίδα, σε προδώσαν τα παιδιά σου,
για τα ρούβλια, τις λίρες, τα δολλάρια.
Βάλανε ακόμα στόχο την καρδιά σου,
ρίχνοντάς σου των ξένων τα λιθάρια.

Ένα πόδι προμένουμε, Πατρίδα,
που θα λειώσει την ξένη αυτή ακρίδα.

Πηγή:
Λουκίλιος Γιουβενάλης (= Γιώργος Βαφόπουλος),
Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα, 1975

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Ygeia Transmission, 2009

***

Ο ΛΙΛΙΟΣ

Χαρούμενα δρουβούδιζαν και ζουπηχτά βρυξούζαν.
Μα μόλις είδαν τον Λιλιό, επέσαν και ζιζίβαν.

***

ΤΑ ΑΠΡΑΓΑΔΙΑ

Ρειθραδιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
Κάνοντας χθου και πθου,
Στις τσίνιες και στις γάβωνιες :
Το αναμπουφτούρδισμα,
Και το κακό πιτσιπιτού
Στο γιο του Φιφλιτζή,
Ζούνε τα απραγάδια.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Πέτρος Σοροπάνης, Ανατολικά-Δυτικά και Νότια, 2011

.

Μπρος πίσω δεξιά αριστερά
λαβύρινθοι σε όλα τα μέρη
λάδια σαπούνια ζουμιά γλιστερά
τα όνειρα τα φιλιά το καλοκαίρι
– το μάτι που ολόγυρα η άνοιξη ισκιώνει·
τι μένει απ’ τη λάσπη απ’ τη σκόνη απ’ το χιόνι

Χτες με τ’ ανάλαφρο βήμα είχε ανέβει
στο σύννεφο στον έρωτα στα χρώματα εσπέρας
– θαμμένος στα λόγια του, στ’ άστρα περσεύει:
κόκκαλα θειάφι μεθάνιο κι εστέρας

Άκουσμα μέσα στο αγέρι φυλλώματος
το σκουλήκι κουφό είναι μάντης αόμματος
– γερασμένο ή όχι από λέξεις το αυτί
(που να βρεις την άκρια):
είμαστε ή δεν είμαστε ακόμα θνητοί
με γέλια ενοράσεις και δάκρυα;

Δυοειδής λόγος, 1980

.
Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ’ επισημότητα και μ’ αίγλη μυθική
Βαθιά τούς θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,
Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι απάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τους σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα κινήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό μας θα τυλίξουν.

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.

Το μεγάλο ταξίδι, 1971


.

Σκάζανε αυγά
κι έβγαιναν στον κόσμο
άρρωστα παιδιά
σα σπασμένα άστρα
μαύρα περιστέρια
διώχνανε τον ήλιο
με κακές πετσέτες
μ’ άχαρες στριγκλιές
έβραζε η θάλασσα
καίγαν τα πουλιά της
τα διωγμένα ψάρια
κλαίγαν στο βουνό
κι ένα λυσσασμένο
κόκκινο φεγγάρι
ούρλιαζε δεμένο
σα σφαγμένο βόδι

Ο περίπατος, 1960

Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι

ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.

Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.

Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

— Γλιστρά το άσπρο, πιάσου
στου γιασεμιού το γεια σου.
— Μα έχω εγώ πτυχίο
του ανωτάτου Αντίο.
— Ξημέρωσε στα χείλη
και φίλα τα ώς το δείλι.
— Του έρωτος η γεύση
δεν θα με τιθασεύσει.
— Τίναξε πια το χιόνι
καρδιά να μην παγώνει.
— Του νου μου οι νιφάδες
γεννούν και τις λιακάδες.

— Πάψε τα μοιρολόγια.
— Αν πάψουν τα ρολόγια . . .

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Παίρνει τους δρόμους η νταλίκα               Δεν θα μπορέσω να σου πω
Ότι τo χνάρι της το βρήκα                            Κι είμαι κοντά, σ’ ακολουθώ
Εδώ τελειώνει τ’ οξυγόνο                              Μα δεν το πήρες μυρωδιά
Θα ξεμακραίνω, θα ζυγώνω                         Κι άλλος μαζεύει τη σοδειά

Η τίγρη θ’ ανασάνει για λίγο πριν πεθάνει
Κι ας έχει κιόλας φύγει για το μακρύ κυνήγι

Το Danny F για τη Συρία                               Θαλασσινή μεταφορά
Σαν κιβωτός· για τα σφαγεία                       Τη ζωντανή φέρνει βορά
Μα με τα κύματα βουλιάζει                          Μες στα νερά και τη σιωπή
Της θάλασσας που δεν ξεβγάζει                 Κηλίδα κόκκινη νωπή

Και πάνω στον αφρό της, αρχαίος ταξιδιώτης
Θα βόσκει το κοπάδι σ’ υδάτινο λιβάδι

Είναι καιρός για τη θυσία                             Και το μαχαίρι σιωπηλό
Κόβει βαθιά την αρτηρία                              Και σου πουλά με το κιλό
Αυτό το σώμα το δικό σου                            Το μεσημέρι να γευτείς
Σαν γιατρικό της μαύρης νόσου                 Και σαν φαρμάκι της γιορτής

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

Στην αγκαλιά του κύκλου, 2004

.

Αστραφτερό παιχνίδισμα που κρύβει
τα βάθη του υδάτινου θηρίου
είναι από κίτρινο τη μέρα
τη νύχτα είναι από λευκό χρυσάφι
— οφθαλμαπάτη θησαυρού πάνω στο κύμα.

Άνθη του νερού, 1994

.
Στα πεύκα που γέρνουν σαν πράσινες φλόγες,
στητές το μπλουζάκι τσιτώνουν οι ρώγες,
χρυσόσκονη η άμμος την κόμη στολίζει,
ο αλλήθωρος πόθος κλεφτά προσεγγίζει,
φυσάει τη φωτιά που δεν κόρωσε ακόμα,
πικρίζει το σάλιο στο ανέγγιχτο στόμα

κι ο ήλιος να δύει, να χάνεται η μέρα,
φωνές να πετούν σαν πουλιά στον αέρα,
να σβήνει το φέγγος σε ρόδινη αφάνεια,
η νύχτα την φύση να ρίχνει σε ορφάνια
κι ο φλοίσβος σαν αίμα στις φλέβες να πάλλει,
σκοτάδι να γδύνει ψυχές κι ακρογιάλι,

που αθέατα χείλη, δειλά, παροτρύνει,
με μάτια που κλείνουν γι’ αυτό που θα γίνει.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006

.

ή τ ο ι

ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΗΜΙΑΙΜΟΣ ΣΚΥΜΝΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΧΟΝ «ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ»

Ώς πότε θα μας βάζουν, τζιμάνια, στα «ψιλά»,
Κατοσταριές, χιλιάδες, αράδα στην ουρά;
Μ’ ένα μας ποιηματάκι, με κάποια κριτική,
Στην εφημεριδούλα την επαρχιακή;
Ν’ αρπάζουμε πασπάλαις αφ’ όλαις τις μεριαίς,
Να κρύβουνε τα γέλοια με βια στις συντροφιαίς;

Καλλιό ναι μια φυλλάδα, κ’ εμείς μοναδικοί,
Παρά μεσ’ στους αιώνες με τους στερνούς στερνοί.

Τι σ’ ωφελεί κι αν μείνης σε μια παραπομπή;
Στοχάσου πως για τούτο κουράστηκες πολύ!
Ενώ, τζουτζές, παλιάτσος, μπαμπέσης αν σταθής,
Μπορεί να σε προσέξουν και δυο-τρεις αφελείς.
Ξεσκίζεσαι, δουλεύεις την Τέχνη μια ζωή,
Κ’ εκεί που ξέρουμ’ όλοι σε γράφει πάλι αυτή.

( Εδώ σηκώνονται οι Ημίαιμοι ορθοί, και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον Δομοκόν, κάμνουν τον Όρκον. )

Μη στοχασθή κανένας πως ήταν για σκατά
Και ξέπεσ’ εδώ-πέρα να παίζη τον Πασά!
Τιμώ την αφεντιά του κι ορκίζομαι σ’ αυτό:
Σε γνώμην ειδημόνων να μην υποταχθώ!
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός
Για να τους αφανίσω, θε να ναι σταθερός.
Κι αν παραβώ τον όρκον, να πέση μι’ αστραπή
Και να με κατακάψη, σα να χα λογική.

( Τέλος του Όρκου. )

Μπόγιες, τσανακογλείφτες, τσολιάδες, μανιακοί,
Στραγαλατζήδες, πάμε, για μιαν «Αληθινή»
(Τάχατες) «Ιστορία»* να ζώσωμεν σπαθί
Κι ότ’ είμασθε βλαμμένοι παντού να ξακουσθή.
Να βάλωμεν αδέλφια, ξαδέλφια και γονείς,
Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς.

Μάιος 1981

* Ν. Παππά, Αληθινή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1973

koutsourelis.gr, 2008

.

Μια παραφωνία η γη. Πιστολιά σε κονσέρτο. Υπερ-
……………….βολική δόση
που ο υγιής οργανισμός θ’ αποβάλει. Κάποιος μας
………………σβήνει
απ’ το χάρτη: γράψε, λάθος· υπόθεση ρουτίνας
………………η διόρθωση.
Έτσι επιστρέφουμε σαν άσωτοι υιοί. Κανείς δεν
………………θ’ απομείνει.
Ούτε ο ήλιος. Ήλιε είσαι το φλας του ουράνιου θόλου.
Σαν γκογκ ξεκουφαίνεις τις ελπίδες. Υποταγμένη η γη,
ακολουθώντας τις δονήσεις, σταθερά, κάθε στιγμή
αποτυπώνεται στη σιωπηλή πλευρά του χρόνου.

Βραδιά στο «Flower»,  2001

.

ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΕΣ

Έπεσα στις ανηφοριές και πώς να τις ανέβω;
Η γειτονιά σου ανηφοριά,
ανηφοριά το σπίτι σου,
ανηφοριά η καρδιά σου,
ανηφοριά σ’ ανηφοριές κ’ η αγάπη σου.

η λέξη, τχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος 1999

.

ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΕΣ ΙΙΙ

Πήρα τρεις στίχους απ’ τα μάτια σου
και δέκα απ’ τα φιλιά σου,
τρεις από την αλήθεια σου
και δέκα απ’ την ψευτιά σου.

Νέα Εστία, τχ. 1733, Απρίλιος 2001

 

 

 

 

 

.

.

Gracias a la vida!

Μέσ’ από κείνες τις σελίδες
πρωτόμαθα τις θάλασσες, τα δάση
απόκρυφες βαθύσκιωτες πατρίδες
ριγούσαν ήδη στην αυριανή τους στάχτη.

Η μουσική διαφήμιζε ταξίδια
ακίνητα βαθιά στην πολυθρόνα
τα κύματα μας παίρναν και μας φέρναν
το παρελθόν νανούριζε το μέλλον.

Το τώρα όμως βασίλευε στην πλάση
καθώς ο κόσμος φρέσκος τραγουδούσε
στο Μεξικό! στο Μεξικό και στα μαλλιά σου!
στις μυστικές σελίδες της αρχής μας.

Στις μυστικές σελίδες της αρχής μας
στα σκοτεινά χαμηλοτάβανα σπιτάκια
ήλιος εφύσηξε χρυσός και τραγουδούσε
όπως αγέρι στα μαλλιά, όπως τα δάση.

Αρχή και τέλος τώρα, μ’ αγκαλιάζουν
αθάνατη ζωή χαρά της λύπης
τρεχούμενο νεράκι προδομένο
όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα

Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι
γιατί «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»
γιατί το γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι
γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι.

Σημειώσεις, τχ, 56, Ιούνιος 2002

.

Δεν χάσαμε και τίποτα σπουδαίο
στις παρακάμψεις των καλών ελπίδων
ψεύτικοι φάροι μας θαμπώσανε για λίγο
— κάτι χρονάκια που είχαμε τα δώσαμε στο γραίγο.

Ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή
δεχτήκαμε κατάστηθα το μέλλον
— όσοι ξεφύγαν τις ριπές των αρχαγγέλων
δεθήκαν σε 12σύλλαβο σκοινί.

Μια τέχνη άχρηστη σε όλους.
Όμως ακούω να τρίζει στο κουπί
βήξιμο αποτσίγαρου του πρόγονου η φωνή
«Αν θέλεις τον Παράδεισο, βρες τα με τους διαόλους».

(Μια τέχνη άχρηστη σε όλους. Όμως καλύτερα έτσι, παρά εμι-
γκρές Πολωνός, γράφοντας εγγλέζικα αριστουργήματα.)

Σημειώσεις, τχ. 56, Ιούνιος 2002

.

I grandi maestri sono morti –
Μα, τώρα, πες μου, ξύπνιε, μόρτη,
βλέπεις τη θάλασσα νερό
από τα σπλάγχνα των νεκρών

βγαλμένο; Πες μου, σκιά ποιου δέντρου
– που δεν το ξέρουνε – είναι τούτη
και φώλιασες; Χρυσό της κέντρο,
φτερουγιασμένο φως, μυρόλαδο. Την

νιώθεις, αγκαλιά από χώμα,
χαρά στο πληγιασμένο σώμα.
Ζεστή κι αόρατη, παρούσα
γυναίκα πικροκυματούσα.

Ξερόλα, μάγκα μου, κουρέλι,
κανείς στον κόσμο δεν σε θέλει.
Πλέουσα γυνή σε κλέβει μόρτη –
I grandi maestri sono immorti.

Κρούσμα, 2010