+Υ+¦+υ+_+_+__Γ +ε+¦_Θ+-+_+¬+ψ+++__Γ_+ε+_+¬+υ+_+¦_2012

***
Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μαυρίλα πόπεφτε απ’ τα ύψη
άπλωσε γύρω γύρω θλίψη.
Χαρούμενον, με κύκλωνε όμως
ο μεταφυσικός ο τρόμος,
και λίγο λίγο, λίγο λίγο,
ευρύτατο ένα χάος ξανοίγω,
που ούτε να βλέπω ή να θυμούμαι
ή να ονειρεύομαι ως κοιμούμαι
δεν θέλω πλέον, τόσο μου δίδει
φαρμάκι το ανοιχτίρμον φίδι
του Μέλλοντος, που μαρτυριέται
στο σκότος, που ως αστράφτει σβηέται.

«Μάταια χαράς ζητάς πηγάδι,
όαση μικρή σε άπειρον Άδη
που περιφέρνεσαι, Άδη αμμώδη,
που κάθε βήμα και το πόδι
βουλιάζει πιότερο ώς το γόνα
φέρνοντας κούρασες γι’ αρρεβώνα
του Μέλλοντος που σ’ απαντέχει,
όταν το σώμα δεν αντέχει.
Λίγης βροχής η οπτασία,
δυο τρεις σταγόνες ευλογία,
καινούργιο Βάφτισμα θα σου ήτο,
ελπίδες χίλιες θα σου διηγείτο.
Αλλ’ ενού Ήλιου η περιφορά,
διαρκής, ξεραίνει τη χαρά».

Τί κι’ αν το Βρέφος εγεννήθη
απόψε, ο Θεός μέσα στα πλήθη,
κι’ ο ουρανός αναγαλλιάζει
με μελωδίες αγγελικές·
της Βηθλεέμ τί κι’ αν γιορτάζει
μιαν ερημιά με τ’ άλογά της,
τις στάνες, τα βόδια, τ’ αρνιά της
και τις ποιμενικές χαρές;
Για μένα στήθηκε προχείρως
«Τόπος Κρανίου». Ένας γύρος
σταυροί με ζώσανε, να εκλέξω
τον πιο αλαφρό και νάβγω έξω,
να με κρεμάσουν Ιουδαίες
άνομες, οι Έγνοιες φρικαλέες.

Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μου προείπε πώς θα με δροσίσει
μονάχα των δακρύων η βρύση:
στη μοναξιά θαρθούν, θα τρέχουν,
το πρόσωπο να περιβρέχουν
με την παθητικιά λαχτάρα
της Αγάπης. Με τη λαχτάρα
τη μητρική που φλέγει τη όλη
η συγκλόνιση, η πολλή συμπόνια
και δείχνει ολόανθο το περβόλι
της παρηγόριας, με πλεγμένα κλώνια
ελπίδας, πίστης και λατρείας,
τους τρεις κισσούς μονώσεως αιωνίας.

Μου είπεν η Σίβυλλα, «Συλλογίσου
το ποτάμι που ρέει του Παραδείσου
με φλοίσβο εωθινό. Σκέψου το αηδόνι,
να κελαηδά παθητικά τη μόνη
γοητεία, πρωί πρωί, που δίνει
η Αυγή με τη σιγή και τη γαλήνη.
Το Φεγγάρι, που χλωμαίνει, που χλωμαίνει,
αλλά, με όλον τον Ήλιο, παραμένει
και φαίνεται σαν νέφος. Το αεράκι,
που σκορπίζει της αχλύος τα ράκη.
Το ποταμόπλοιο τέλος με τριπλοανοιχτά
τα ολόλευκα λαμπρά πανιά,
που, σιγανό αλλ’ ασφαλές, δεν παύει
να πλέει προς σένα, να σε παραλάβει».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μιχαηλίδης, Μελάνι, 2012

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012

 

***

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά
έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά
ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
πριν αποσπερώσει να τα βρω.

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά
τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
και τις αλυσίδες αρμαθιά.

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό !
πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
μού ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά
με τους πεθαμένους αγκαλιά.

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
πού ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

Πάρε, λέει, τα φίδια, βάλ’ τα στην καρδιά
και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
τό ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
άξιο τους αδέρφι να γενείς.

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
βιός μου και ρεγάλο και κληρονομιά
μού ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
μού ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ
μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ :
αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

Πηγή:
Δροσουλίτες, 1975

Εικονογράφηση:
Ηλίας Παρχαρίδης, Δρομέας του χρόνου, 2009

***

Σε μια τεφρή γλειμμένη γη που αρνιόταν να βλαστήσει
καθώς παραπονιόμουνα κάποιο πρωί στη φύση
βαδίζοντας στα κουτουρού κι ακόνιζα τη λάμα
της σκέψης πάνω στην καρδιά σαν σε σκληρό ένα πράμα,
είδα μέσα στο φως βαρύ να ’ρχεται προς τα κάτω
μεγάλο νέφος πένθιμο νεροποντή γεμάτο
μ’ έναν εσμό από δαίμονες, μια σπείρα κακοήθη
που θύμιζε αδιάκριτους νάνους σε παραμύθι.
Βαλθήκαν να παρατηρούν μ’ απάθεια τ’ άτομό μου·
κι όπως διαβάτες που κοιτούν τον παλαβό του δρόμου
αντάλλασαν νοήματα και μουρμουρίζαν κάτι
ο ένας στον άλλο μυστικά και κλείνοντας το μάτι.

Δέστε του Αμλέτου τη σκιά, την τραγική του στάση
που διάλεξε ο γελοίος αυτός τάχα για να του μοιάσει,
με βλέμμα αναποφάσιστο, μαλλιά ανακατωμένα.
Ντροπή δεν είναι για ένα αστό καλοθρεμμένο ή ένα
απόκληρο, ένα ηθοποιό και πιο σωστά θεατρίνο,
επειδή παίζει πειστικά τον μέγα ρόλο εκείνο
να θέλει να ενδιαφερθούν για τ’ άθλια του τραγούδια
οι τζίτζικες κι οι αετοί, τα ρυάκια, τα λουλούδια
και ν’ απαγγείλει ως και σ’ εμάς πού ’χουμε επινοήσει
τ’ αρχαία αυτά τεχνάσματα ; τη θλιβερή του ποίηση ;»

Ο αλαζόνας μου εαυτός που ξεπερνά τα νέφη,
οικτίροντας τους δαίμονες την όψη του αποστρέφει,
γαλήνια κι ηγεμονική απ’ το χυδαίο τους πλήθος,
όταν, ανάμεσα σ’ αυτούς, με σπαραγμό στο στήθος
διέκρινα ήλιε πώς μπορείς ν’ αντέχεις τέτοιο ψέμα !
των λογισμών μου την κυρά με το θεσπέσιο βλέμμα
μαζί τους να γελάει με τη δική μου απελπισία
και να τους ρίχνει πού και πού μια βρώμικη θωπεία.

Πηγή:
Δεκαπέντε ποιήματα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, 1994

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Χωρίς τίτλο, 2005

.

Με  κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω  απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα ένα τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες  ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα  τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά.  Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια που δεν ξαποσταίνουν.

Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός  σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και  να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα τον αποικίζει, τον γλεντάει.

Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά  μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού, κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον έπαινο γινόταν,

ή να μην πολεμάει (καμένο το χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του –
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα μεγάλη
το φόρτωμα του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου  το στολίσει.

Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι, όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια οφθαλμαπάτη.

Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια, έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής – μες  στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν  μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το  εξωγήινό τους.

Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι  φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα,  σαν να ’χα
γευτεί πραγματικά το τέλος, τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου. Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην του πει ένα ψέμα,

μην . . . . ;  Ή τη διαβολικά κινημένη βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο να κλέψει; –
Μες στην αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά  πετύχει.

«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως  κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο κερδισμένο.

Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί, φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού απ’ τον ελαιώνα.

Βραδιά στο «Flower», 2001

,.
.
Μπαρ Saint Tropez d’amour
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει

Υπήρξε, 1999

.

Ποτέ δεν την φαντάστηκε τέτοια τιμή η Δαλασσηνή!
Ο γιός της αυτοκράτορας, κι εκείνη να κινεί
του Κράτους τα ηνία, στην Πόλη αρχηγός,
όσο έλειπε ο Αλέξιος στην μάχη στρατηγός.
Περήφανη, σεμνή, σεβάσμια η Άννα,
όμως κι αγέρωχη, άτεγκτη, ως βασιλέως μάνα,
έκρυψε τη χαρά, που να την κάνει θα μπορούσε,
από συγκίνηση να χύσει, δημόσια, ένα δάκρυ,
σαν της διάβαζαν το χρυσόβουλλο, που την τοποθετούσε
στης Ρωμανίας την αρχή, Δέσποινα απ’ άκρου σ’ άκρη…
«Ό,τι δικό μου, και δικό σου», έγραψε ο Κομνηνός,
στη μάνα του αφήνοντας την αυτοκρατορία.
Ώστε ένα το όνειρό τους, κι ο στόχος τους κοινός.
Κι ας έλεγαν, στης Πόλης την αγορά, με μοχθηρία,
έξαρχοι των συντεχνιών, μα και συγκλητικοί,
ότι από τους Κομνηνούς αρχίζει η ιστορία
που έκανε τον θρόνο, καρέκλα οικογενειακή.
(Ίσως εξαίρεση ο Ανδρόνικος· όμως κι αυτή περαστική).

Το άγνωστο Βυζάντιο, 2006

.

Ω νύχτα της μεγάλης νουμηνίας !
Τα μαρμαρένια σκαλοπάτια βγάζαν
σ’ απέραντους διαδρόμους, όπου πόρτες
ανοίγαν σε δωμάτια με καθρέφτες
αντανακλώντας κήπους από πεύκα
και την ισιακή σιγή των άστρων.
Εσύ στο στέρνο σταύρωνες τα χέρια
και στη σκιερή σαγήνη βυθιζόσουν –
ενώ πλωτή κι η κλίνη σαρκοφάγος
στα σκοτεινά νερά κυλούσε του ύπνου –
πριν σε ξεβράσει στη γενέθλια πόλη
παράξενα αλλαγμένη. Στις οδούς της
ο σεληνιακός φυσούσε αγέρας
σαρώνοντας τα φύλλα από τις λεύκες,
καθώς ταλαντευόνταν οι σκιές τους
αργά στους τοίχους πέτρινων μεγάρων.
Δεν ήταν μήτε βράδυ μήτε μέρα :
Μια λάμψη επάργυρη έραινε τα πάντα
με μυριάδες θραύσματα μαρμάρου.
Στην ορφική εισερχόσουν πολιτεία,
μια πολιτεία νεκρωμένων δρόμων
που δείχναν σε μεγάλες προκυμαίες,
μια πολιτεία που πίσω απ’ τα εργοστάσια
ορθώνεται η νεκρόπολη των Μύρων
και πέρα από τεφρές υψικαμίνους
οι πέτρινες αψίδες της Παλμύρας.
Μα ξάφνου κάποια εξαίσια μελωδία
κατεύθυνε άσφαλτα τα βήματά σου
από στενά με σπίτια ραγισμένα
σε μια περίεργη λιτανεία – κι είδες
λευκοντυμένους γέροντες κρατώντας
εμβλήματα πανάρχαια όπως όφεις
χρυσούς, ριπίδια, χέρια φιλντισένια,
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες,
λαό πιστών κραδαίνοντας τα σείστρα
και της Θεάς την αστρική τιάρα.
Εκεί θαρρείς πως πέρασε μπροστά σου
του βασιλέα Ευήνορος η κόρη –
προτού χαθεί και πάλι μες το πλήθος
κι εσύ την ψάξεις έπειτα σε δρόμους
πιο σκολιούς κι από τη μνήμη, δρόμους
που ανυποψίαστα σ’ οδηγήσαν στ’ άδειο
προαύλιο του πρώτου σου σχολείου
–μες τις λευκές τις αίθουσες η θλίψη
σαν σιωπηλή βροχή συνέχεια πέφτει–
Αμέσως βρέθηκες κατόπιν σ’ άλσος
παράκτιο πλάι στις όχθες της Αόρνου,
στο μυστηριώδες άλσος της Εκάτης.
Πελώριες λεύκες θρόιζαν τριγύρω
λουσμένες ωκεάνιο σεληνόφως
και κάτω απ’ το βαθύσκιο φλοίσβισμά τους
περιπλανιόταν η άυλη Ευρυδίκη.
Μα από το οργανικό σκοτάδι ξάφνου,
απ’ την ενδόμυχη πηγή βαθιά σου
αρχίσαν να αναβλύζουν δάκρυα, δάκρυα –
απ’ όλες τις απώλειες και τους νόστους
αποσταγμένος θρήνος, δάκρυα, δάκρυα –
το διάλυμα όλης της ζωής σου, δάκρυα :
η Ευρυδίκη στ’ άλση της Εκάτης –
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες –
η σιωπηλή στεγνή βροχή της θλίψης –
μεγάλες τσιμεντένιες προκυμαίες –
πελώριες λεύκες, δρόμοι νεκρωμένοι,
τιάρες αστρικές, ριπίδια, σείστρα, –
η σαρκοφάγος της ενύπνιας κλίνης –
σεντόνια σε λευκά γυμνά δωμάτια –
παράθυρα ανοιχτά στα πευκοδάση
και της αυγής οι ρόδινες ανταύγειες
κι η μέρα που εξατμίζει πια τα δάκρυα
της νύχτας της μεγάλης νουμηνίας.

Νουμηνία, 2008

.

Σίγουρα, ευσεβεστάτη η Αυγούστα Θεοδώρα.
Το βλέπεις στην Ραβέννα, το ακούς, και τώρα, στο Σινά.
Άλλο όμως ο Προκόπιος γράφει, κι άλλο κρυφά μηνά.
Λέει πως γύριζε από τσίρκο σε τσίρκο όλη τη χώρα,
γυμνή και ασελγής, μ’ ένα λεπτότατον σχοινίον
(εμείς θα λέγαμε ένα στρινγκ) που έκρυβε μόλις το αιδοίον.

Κόρη κάποιου Ακάκιου, ενός φτωχού αρκουδιάρη,
ήταν αυτή που διάλεξε ο βασιλιάς να πάρει.
Έκτοτε υποπόδιο, κι άβουλο όργανό της,
ο Ιουστινιανός, της Οικουμένης ο δεσπότης.

Έτσι από τα ονομαστά της Αντιόχειας πορνεία,
βρέθηκε η Θεοδώρα να κρατά του κράτους τα ηνία.
Με γνώμη της ρυθμίζονταν όλα της Εκκλησίας,
μονοφυσιτικά, αιρετικά, άκρως διεστραμμένα.
Θέματα της αυλής, προβλήματα της εξουσίας,
λάθρα ή φανερά, έβρισκαν λύση ένα-ένα,
σύμφωνα πάντα με το περιβάλλον το δικό της.

Το πλήρωσαν αυτό ακριβά, στρατός, κλήρος, λαός.
Πρώτος ο Βελισσάριος, ο ένδοξος στρατιώτης·
λένε πως τέλειωσε τον βίο του ζητιάνος και τυφλός,
αυτός που έδωσε στην Πόλη όλη την Ιταλία,
και που έφτασε η φήμη του πέρα, ώς την Αγγλία.

Έκαναν έπος, μυθιστόρημα, τ’ ανδραγαθήματά του·
όμως για τα παθήματα και για τη συμφορά του
βρήκαν ως μόνη αφορμή ( ούτε μιλιά γι’ άλλη αιτία )
τον φθόνο των πολλών και τη συκοφαντία.

Γιατί αλήθεια, ο ποιητής ονόματα να δώσει ;
Προς τι, χωρίς τεκμήρια και άλλη μαρτυρία,
βασιλική τιμή, άδικα ίσως, ν’ αμαυρώσει,
όταν για Βελισσάριο, τυφλό, φτωχό, στη φυλακή,
κάνει μονάχα μνεία απλή φυλλάδα λαϊκή
και τα καθέκαστα σιωπά η επίσημη ιστορία ;

Και τώρα ας μη ρωτάμε τα γνωστά : ποιος δηλαδή και τι,
κάνουν, πάντα σχεδόν, την ιστορία να κρύβει το γιατί.

Το Άγνωστο Βυζάντιο, 2006

.

Θα σας πω μια ιστορία
μακρινή. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

Ξάφνου μες από το τζάκι
ένα καλικαντζαράκι
ξεπροβάλλει γανωμένο
ελεεινό και πεινασμένο.
Με ψιλή φωνίτσα λέει :
« Καψαλίστηκα ! » και κλαίει.
Τότε γούρλωσα τα μάτια
μ’ έκπληξη, και δυο κομμάτια
του
δωσα ψωμί να φάει.
( Πώς πεινάει
πώς πεινάει ! )
Α, Χριστέ και Παναγιά μου,
πάει. . . δε στέκω στα καλά μου !
Βλέπω μπρος μου παραμύθια
που ζωντάνεψαν στ’ αλήθεια
ή μην τάχα κι είναι ψέμα ;
Ρίχνω πάλι ένα βλέμμα
στο μικρό που
χε αποφάει
και γελάει
και γελάει !
Του χαϊδεύω το κεφάλι.
«Πως σε λέν ; » Μου λέει: « Καψάλη !
Κι ήρθα απόψε στη γωνιά σου
φίλος για τη μοναξιά σου.
Μα, γλυκά δε θα κεράσεις ;
Τις γιορτές πώς θα περάσεις ;
Γαλοπούλα δε θα ψήσεις ;
Ούτε δέντρο θα στολίσεις ;
Τα παιδάκια ; Η κυρά σου ;
Πού
ναι ; Λείπουν ; Δυστυχιά σου ! »
Αυτά είπε, κι ένα δάκρυ
–από των ματιών την άκρη–
κύλησε σαν καρβουνάκι
μες το φλογισμένο τζάκι.
« Αχ, συγχώρα τον, Θεέ μου ! »
είπε το ουρλιαχτό του ανέμου
« που και φέτος τη γιορτή σου
–την Πανάγια Γέννησή Σου
αλησμόνησε ο καημένος ! »
« Μα, είναι τόσο πονεμένος ! »
είπε κι η βροχή η ίδια
κλαίγοντας στα κεραμίδια.
Πέρα μακριά στα πλάγια
« Μόνος ! » είπε η κουκουβάγια
« μόνος είναι σαν κι εμένα ! »
Και τα ξύλα τα καμένα
επανέλαβαν τη λέξη :
« Μόνος ! » Κόντευε να φέξει.

« Θα σ’ αφήσω, φεύγω τώρα »
είπε ο Καψάλης « ώρα
είναι πια να χωριστούμε ».
( Κι έσκυψα ν’ αγκαλιαστούμε. )
« Και του χρόνου φιλαράκι »
είπα. « Καλικαντζαράκι
δε θα σε ξεχάσω ». Όμως
μες το βλέμμα μου ο τρόμος
άστραψε κι η απορία,
σαν μια λάμα είδα κρύα
καθώς μου
βαζε στο χέρι
της κουζίνας το. . . μαχαίρι !
« Φίλε, μου
πε, δείξε θάρρος,
βάρος είμαι κι εγώ, βάρος
των ανθρώπων τόσα χρόνια !
Όταν πέφτουνε τα χιόνια
και στη γη σας ανεβαίνω,
απ’ τις καμινάδες μπαίνω
στα κρυφά να μη με δούνε
γιατί όλοι με μισούνε !
Παγανό, άκαρδα, με λένε
και με καίνε
και με καίνε !
Ύστερα των Φώτων, πάλι
βάνω κάτου το κεφάλι
και στης Γης το κέντρο αρχίζω
το δεντρό να πριονίζω,
που –αχ, ποιος θα το πιστέψει–
έχει θρέψει
έχει θρέψει !
Μπρος σε τούτο, συλλογίσου,
τί είν’ η μοναξιά η δική σου ;
Δεν αντέχω
δεν αντέχω !
Κι όπως λες αν φίλο σ’ έχω,
φύλαξέ με και φυλάξου –
σκότωσέ με, ύστερα σφάξου
με ετούτο το μαχαίρι
που σου έβαλα στο χέρι.
Βγάλε με απ’ τη στενοχώρια
πριν λαλήσουν τα κοκόρια.
Έλα, δεν μας παίρνει ο χρόνος. . .
Είμαι μόνος, είσαι μόνος. . .»
είπε. Δείλιασα. . . κι ω, θαύμα !
Πώς συνέβη τέτοιο πράγμα ;
Δίπλα απ’ τ’ αναμμένο τζάκι
τώρα υπήρχε ένα γατάκι
μαύρο-πίσσα, ζεσταινόταν
και κοιμόταν
και κοιμόταν !
Τι συνέβη; Ποιος να ξέρει !
Της κουζίνας το μαχαίρι
ήταν κάτω πεταμένο,
το ψωμί μισοκομμένο,
είχε ο άνεμος μερώσει
κι έξω είχε ξημερώσει.
Πήρα μες την αγκαλιά μου
το γατάκι, κι η καρδιά μου
σα θεότρελη χτυπούσε.
Τ’ αγαπούσα, μ’ αγαπούσε –
κι όλα φαίνονταν ωραία
τώρα που
χα μια παρέα !

Τι συνέβη ; Η απορία
έμεινε. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

( Ή μην ήπια παραπάνω ; )

Καφέ Ρετρό, 2004

.

Υπάρχουνε και άλλα μυστικά,
…………………μα τί να πω. . . προσωπικώς αιδούμαι.
Η Αφροδίτη, όμως, με καλεί :
…………………«Είναι δουλειά μας, πρέπει να τα πούμε !»
Βρες μόνη τα μεγάλα σου ατού,
…………………το σώμα σου καλά να το σπουδάσεις·
το σώμα είναι καθοριστικό –
…………………όσες γυναίκες, τόσες και οι στάσεις.
Αυτή που έχει όμορφο «ανφάς»
…………………πρέπει να προτιμά την ύπτια θέση·
η άλλη να ξαπλώνει πρηνηδόν –
…………………αφού λόγω οπισθίων μας αρέσει.
Οι γάμπες, αν τυγχάνουν τορνευτές,
…………………να είναι ορατές εκ του πλησίον·
αυτή η στάση είναι πιο γνωστή
…………………ως «στάση Αταλάντη-Μελανίων».
Το «ιππαστί» ταιριάζει στις μινιόν·
…………………η Ανδρομάχη, δίμετρη περίπου,
δεν πήρε με τον Έκτορα ποτέ
…………………την στάσιν αναβάτου και εφίππου.
Αν έχεις λυγερή κορμοστασιά,
…………………δώσε μας πλήρη θέα, ξεδιπλώσου :
να είσαι βασικά γονατιστή,
…………………με ελαφρά γερμένο τον λαιμό σου.
Έχεις γλουτούς και στήθη σφριγηλά ;
…………………Ξάπλωσε άνετα και γύρισε στο πλάι :
το παλικάρι που έχεις στο πλευρό
…………………να σηκωθεί καθώς θα σε κοιτάει.
Και προπαντός μην είσαι ντροπαλή·
…………………χαλάρωσε και λύσε την κορδέλα,
κι άσε να πέσει κάτω το μαλλί –
…………………όπως και τα γνωστά φωτομοντέλα.
Μπορεί, βεβαίως, λόγω τοκετού
…………………να σ’ έχουνε ραγάδες χαρακώσει·
η λύση είναι μια : μεταβολή !
…………………Στρέψε τα νώτα εν τοιαύτη περιπτώσει.
Των στάσεων ουκ έστιν αριθμός·
…………………αλλά ο άνετος και άνευ κόπου έρως
προϋποθέτει ύπτια αναστροφή,
…………………πλην γέρνοντας προς το δεξί το μέρος.
Ξέρω τα πάντα για έρωτα και σεξ
…………………και η διδαχή μου υπερέχει όλων·
κανένας δε γνωρίζει όσα εγώ –
…………………ούτε οι μάντεις ούτε κι ο Απόλλων.
Η μέθοδός μου είναι ασφαλής
…………………διότι είναι προϊόν μεγάλης πείρας·
υπάρχει και απόδειξη γι’ αυτό –
…………………το σύγγραμμα που έχετε ανά χείρας.
Χαλάρωσε κι απόλαυσε βαθιά
…………………του έρωτα τη γλύκα και τη χάρη·
κοινή θα πρέπει να ’ναι η ηδονή
…………………και δίκαια μοιρασμένη στο ζευγάρι.
Και δε θα παραλείψεις, ασφαλώς,
…………………γλυκόλογα απαλά να ψιθυρίσεις,
νάζια και βογγητά ηδονικά –
…………………και άσεμνα αισχρόλογα, επίσης.
Ακόμη κι αν δεν είσαι οργασμική
…………………( καθότι ούτω θέλησε η φύση ),
προσπάθησε να βγάζεις στεναγμούς,
…………………ωσάν αλήθεια να ’χες τερματίσει.
( Εν παρενθέσει, είναι τραγικό –
…………………είναι, θα έλεγα, υψίστη αδικία
όταν το όργανο αυτό δε λειτουργεί
…………………και έχει τοπική αναισθησία. )
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή·
…………………δεν πρέπει να φανεί πως είναι ψέμα·
πρέπει γι’ αυτό να είσαι πειστική –
…………………με τις κινήσεις, πάντα, και το βλέμμα.
Κραύγαζε και ανάσαινε βαριά,
…………………κάνε πως νιώθεις ηδονή και πάθος –
υπάρχουν κι άλλα κόλπα μυστικά. . .
…………………αλλά εγώ δεν είμαι πορνογράφος.
Αλλά γυναίκα που μετά το σεξ
…………………ζητάει πριμ από τον σύντροφό της
τον εαυτό της σίγουρα αδικεί. . .
…………………της λείπει γενικώς η σοβαρότης.
Εν κατακλείδι : τράβα τον μπερντέ·
…………………προς τί το φωτισμένο το κρεβάτι ;
Δεν είσαι μανεκέν ούτε θεά –
…………………ενδείκνυται να ’χεις κρυμμένο κάτι.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Τρίτο, στ. 769-808,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Και τώρα ιδού η τελική σκηνή :
…………………οι παρτεναίρ ξαπλώνουν στο κρεβάτι.
Η πόρτα κλείνει· φεύγουμε εμείς·
…………………δε θέλουν θυρωρό και επιστάτη.
Αρχίσαν ερωτόλογα γλυκά·
…………………δεν περιμένουν οδηγίες από μένα·
ξέρουν αυτοί τον ρόλο τους καλά,
…………………δε μένουν με τα χέρια σταυρωμένα.
Μονάχη βρίσκει δρόμο η αφή
…………………–περί αυτού καμιά αμφιβολία–
τα δάχτυλα θ’ αγγίξουνε κρυφά
…………………αυτά που λέμε «ευαίσθητα σημεία».
Ο Έκτωρ, πολεμάρχος περιωπής,
…………………έκανε τέτοια ακριβώς στην Ανδρομάχη·
και στο κρεβάτι υπήρξε μαχητής
…………………με επιδόσεις, όπως και στη μάχη.
Ομοίως και ο μέγας Αχιλλεύς·
…………………εγύριζε από τη μάχη πτώμα,
πλην ήτο ευτυχής η Βρισηίς –
…………………της έκανε πολλά πάνω στο στρώμα.
Αλλά κι εσύ, κορίτσι μου, ρωτώ,
…………………το ανεχόσουν που σε ακουμπούσαν
τα χέρια που στο αίμα των παιδιών
…………………της ένδοξης Τρωάδας κολυμπούσαν ;
Εκτός και αν σε άναβε ειδικώς
…………………( αυτό μονάχα ο Όμηρος το ξέρει )
που νικηφόρα χέρια στρατηγού
…………………πασπάτευαν τ’ απόκρυφά σου μέρη.
Σημειωτέον, η απόλαυση του σεξ
…………………δεν επιτρέπεται να είναι εσπευσμένη·
πρέπει, αντιθέτως, να ’ναι ενδελεχής,
…………………μακρόσυρτη και παρατεταμένη.
Θα ανιχνεύσεις αρχικώς περιοχές
…………………όπου το άγγιγμά σου της αρέσει
και θα εγκύψεις σε αυτές επιμελώς –
…………………εδώ αναστολές δεν έχουν θέση.
Κάν’ το αυτό κι αυτόματα θα δεις
…………………τη φλόγα που στο βλέμμα της θ’ ανάψει
σα γάργαρο νερό που αντανακλά
…………………του ήλιου τις αχτίνες και τη λάμψη.
Θά ’ρθει μετά ψιθύρισμα απαλό,
…………………παράπονο ανάμεικτο με νάζι
και θα σου πει λογάκια πονηρά,
…………………ενώ ηδονικά θ’ αναστενάζει.
Προσέχουμε και τον συντονισμό·
…………………πρέπει κι αυτή να σου κρατά το ίσο
και αντιστοίχως φρόντισε κι εσύ
…………………την κοπελιά να μην αφήσεις πίσω.
Το νήμα να το κόψετε μαζί·
…………………η ηδονή ποτέ δεν είναι πλήρης
εκτός και αν οι δύο παρτεναίρ
…………………τελειώσουν ταυτοχρόνως και κλινήρεις.
Επέμεινα στο θέμα του ρυθμού :
…………………τέμπο αργό θα συνιστούσα μόνο
αν είναι ασφαλές το ραντεβού
…………………και διαθέτεις άνεση και χρόνο.
Εάν ο χρόνος, πάλι, δεν αρκεί,
…………………τότε το πράγμα προφανώς αλλάζει :
τότε το παίζεις πρόσω ολοταχώς
…………………και σανιδώνεις πάραυτα το γκάζι.

 

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Δεύτερο, στ. 703-732,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ,
ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής,
απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει
τον κόσμο. Αλλά, πικρές οι βουλές
του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές
των ανθρώπων. . .

.

Στης Ανατολής τα μέρη
μια φορά κι έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι,
μουχλιασμένο το νερό.

Στη Μοσούλη στη Βασόρα
στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα
της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι
και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι
και τραβάει κατά κει.

Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι
με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει
πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι
του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι
και με λιονταριού προβιά.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη
κι απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη
να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη
σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στον Χαλίφη
να του βάλει την θηλειά.

Μαύρο μέλι μαύρο γάλα
ήπιε κείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα
τη στερνή του την πνοή.
.

Με δυο γέρικες καμήλες
μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες
ο Προφήτης καρτερεί.

Πάνε τώρα χέρι χέρι
κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι
τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο
βλέπουν μπρoς τους τον Αλλάχ
που απ’ τον ψηλό του θρόνο
λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί.

.

Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος
δε θ’ αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα. . .

.

Μ. Χατζιδάκις – Ν. Γκάτσος, Αντικατοπτρισμοί, 1993 (1986)

.

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι
βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.
Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων
ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν·
βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.
Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι·
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985

.

Η δόξα Εκείνου που όλα τα κινεί
την Πλάση διαπερνά, κι αντιφεγγίζει
αλλού πολύ, αλλού λίγο. Έχω ανεβεί
στον ουρανό που πια τον πλημμυρίζει
το Φως Του, και είδα όσα δεν μπορεί
όποιος κατέρχεται ούτε γνωρίζει
να ξαναπεί· η σκέψη μας εκεί
έλκεται από τον πόθο της σε τόσο
βάθος που η μνήμη δεν ακολουθεί.
Μέ όσα λίγα μπόρεσα να σώσω
στο νου μου από την άγια βασιλεία,
τώρα το άσμα μου θα ξεδιπλώσω.
Στην έσχατη αυτή δοκιμασία,
σκεύος ας γίνω, Απόλλωνα, εκλογής σου,
ν’ αξιωθώ της δάφνης σου τη λεία.
Τη μια κορφή αρκούσε να πατήσω
του Παρνασσού· μα η πιο δύσκολη πάλη
αρχίζει: και τις δυο θ’ αποζητήσω.
Στο στήθος μου μπες σαν ανεμοζάλη,
σαν να
ταν ν’ ανασύρεις τον Μαρσύα
από τη θήκη των μελών του πάλι.
Για λίγο αν μου δοθείς, Δύναμη θεία,
τον ήσκιο του βασίλειου να δείξω,
που σφράγισε το νου μου, απ’ την αγία
του δέντρου σου τη φυλλωσιά θα πλέξω
στεφάνι, που το θέμα μου κι εσύ
θα μ’ έχουν κάνει άξιο να φορέσω.
Τα φύλλα αυτά, Πατέρα —για ντροπή
του ανθρώπου— τόσο σπάνια πια κοσμούν
τη δόξα καίσαρα ή ποιητή,
που πρέπει η χαρά του χαρωπού
θεού των Δελφών να πληθαίνει, αν δει
του Πηνειού την κόρη να ποθούν
κάποιοι. . . Φλόγα τη σπίθα ακολουθεί:
κατόπι μου, ίσως ύμνους πιο γλυκούς
να πουν και η Κίρρα ν’ ανταποκριθεί.
Του κόσμου ο λύχνος βγαίνει, στους θνητούς
να φέξει, από εστίες πολλές· εκεί
όμως που ενώνονται με τρεις σταυρούς
τέσσερις κύκλοι, βρίσκει ιδανική
τροχιά κι αστερισμό, ν’ αποτυπώσει
το σχήμα του στου κόσμου το κερί.
Κι ανέβαινε εκεί πλάι· κι είχε νυχτώσει
σε τούτο το ημισφαίριο· στα λευκά
ήταν το άλλο, εκεί είχε ξημερώσει·
κι είδα τη Βεατρίκη αριστερά
να στρέφει και τον ήλιο να κοιτάει:
αετός δεν τον κοιτά έτσι σταθερά.
Κι όπως από την πρώτη αναπηδάει
δεύτερη αχτίδα και ψηλά πηγαίνει,
—προσκυνητής που σπίτι του γυρνάει—,
έτσι απ’ τα μάτια η πράξη της σταλμένη
στο νου μου, πλάθει μια όμοια: Κοιτώ,
θνητός, ίσια στον ήλιο που ανεβαίνει.
Προνόμια που δεν ισχύουν εδώ,
εκεί που ορίστηκε να κατοικεί
ο άνθρωπος μπορούσα να χαρώ.
Τη λάμψη αν και δεν άντεξα πολύ,
τον ήλιο είδα με σπίθες στον αέρα
σαν σίδερο που απ’ τη φωτιά έχει βγει.
Κι αίφνης —σαν μέρα δεύτερη στη μέρα
να πρόσθεσε Αυτός που το μπορεί
και δεύτερο ήλιο ν’ άναψε— ώς πέρα,
όπου γυρνούν αιώνια οι τροχοί,
κοίταξε ή Βεατρίκη· κι αποτράβηξα
τo βλέμμα μου απ’ τον ήλιο προς αυτήν.
Και βλέποντάς την, μέσα μου όλος άλλαξα
όπως ο Γλαύκος — που βοτάνι γεύτηκε
κι ενώθηκε με τους θεούς στη θάλασσα.
Πώς ξεπερνάς τ’ ανθρώπινα δεν βρέθηκε
τρόπος να πεις· μια εικόνα ίσως το δείξει
σε όποιον για το θαύμα αυτό διαλέχτηκε.
Το μέρος μου που έσχατο έχεις χτίσει
αν ήμουν μόνο, Αγάπη που τα ουράνια
ποιμαίνεις και το φως Σου μ’ έχει ελκύσει,
Εσύ το ξέρεις. Όταν η εναρμόνια
δίνη, που ο Νους Σου ελέγχει και διακρίνει
κι ο πόθος που γεννάς την κάνει αιώνια,
με απορρόφησε, είδα κι είχε γίνει
φλόγα απ’ τον ήλιο τόσος ουρανός
που μπόρα ή ποταμός δεν φτιάχνουν λίμνη
έτσι μεγάλη. Και το μέγα φως
κι η μουσική η πρωτάκουστη εντός μου
λαχτάρα φλόγισαν, να μάθω πώς
γεννιούνται. Όπως κι εγώ τον εαυτό μου,
με είδε η Βεατρίκη — και μου πράυνε
την ταραχή απαντώντας στο κρυφό μου
ερώτημα: «Σε λάθος δρόμο, ανόητε,
σε σέρνει η φαντασία σου, τυφλή
σ’ ό,τι θα έβλεπες αν τυχόν σ’ άφηνε.
Δεν είσαι πια, όπως νόμιζες, στη γη·
στο λίκνο σου γυρνάς — και τόσο γρήγορα
δεν πέφτει απ’ το δικό της η αστραπή».
Μου μίλησε έτσι, γελαστά, παρήγορα,
κι η αγωνία μου ένιωσα να σβήνεται·
σε άλλην όμως βούλιαξα, βαθύτερα·
κι είπα: «Το ερώτημά μου ξεδιαλύνεται,
κι όμως ξανά απορώ: ν’ αναληφθώ
περνώντας σώματα ελαφρά πώς γίνεται;»
Κι εκείνη, μάνα που είδε το μικρό
παιδί της να παραληρεί, αναστέναξε
και βλέμμα μου έριξε πονετικό·
κι άρχισε: «Κάθετι με όλα ταίριαξε·
και τούτη η μορφή το σύμπαν δείχνει
πως κατ
εικόναν Του ο Θεός το έφτιαξε.
Σ’ αυτήν το έλλογο πλάσμα διακρίνει
την Άφθαρτη Αξία εντυπωμένη,
όπου το παν ρυθμίστηκε να τείνει.
Στην τάξη αυτήν αλλιώς είναι ορισμένη
να κλίνει η κάθε φύση — την αρχή της
να εγγίζει ή απόμακρη να μένει·
στο κοινό πέλαγος της ύπαρξής της
γι’ άλλο λιμάνι καθεμία πλέει·
την πάει το ένστικτο και πάει μαζί της:
Μ’ αυτό προς το φεγγάρι η φλόγα καίει
·
μ’ αυτό δένεται η γη και στρογγυλεύει·
μ’ αυτό σκιρτά το πλάσμα που αναπνέει·
αυτό το τόξο όλα τα εκτοξεύει:
τα δίχως νου, κι εκείνα που σφραγίζει
ο λογισμός κι η αγάπη σημαδεύει.
Στο φως της πρόνοιας, που το παν ρυθμίζει,
για πάντα ο ουρανός ακινητεί
που μέσα του ο πιο γρήγορος γυρίζει·
το βέλος προς τα κει έχει στραφεί,
σε τόπο διορισμένο μάς πηγαίνει,
τον στόχο τον χαρμόσυνο να βρει.
Την πρόθεση της τέχνης παραβαίνει
συχνά ή μορφή, τό ξέρουμε, κι η ύλη
μοιάζει να
ναι κλειστή και κλειδωμένη·
κι όμοια το πλάσμα, που η χορδή θα στείλει
στο στόχο, μα είναι ελεύθερο να στρέφει
αλλού, σε λάθος όχθη θα εξοκείλει·
κι όπως η φλόγα από τα νέφη πέφτει,
έτσι την πρώτη ορμή του ξεγελά
στρεβλή χαρά, κι αυτό στη γη επιστρέφει.
Η άνοδός σου, αν είν’ αυτά σωστά,
ξαφνιάζει όσο ξαφνιάζει όταν πηγαίνει
στους κάμπους το ποτάμι απ’ τα βουνά.
Δίχως το εμπόδιο που εδώ σε δένει,
το θαύμα θα
ταν να μενες στη γη,
σαν φλόγα που ακίνητη απομένει».
Και στράφηκε τον ουρανό να δει.

Δάντη Θεία Κωμωδία, Παραδείσου Άσμα Α´, μτφρ. Γιώργος Κοροπούλης
(= Η Επιστολή στον Cangrande & Το Πρώτο Άσμα του Παραδείσου, 2004)

.

Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού,
…………………η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη –
δεν το ’φερε η τύχη στα τυφλά,
…………………μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός
…………………καμάρωνε σα νικητής του δράκου·
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο,
…………………που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ’ άρματα εσύ,
…………………παλιόπαιδο», του είπε, «τ’ αντρειωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν
…………………και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο – εχτρούς
…………………λαβώνω και θεριά αγριεμένα·
νά τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν,
…………………που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ
…………………τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί –
…………………ν’ ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει!
Μη θες απ’ τα δικά μου μερτικό,
…………………κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί
…………………«ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ’ εσένα, Απόλλωνα.
…………………Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό
…………………κατώτερη απ’ τη δικιά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά
…………………χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά
…………………στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ,
…………………γι’ άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές,
…………………τον έρωτα τον αποδιώχνει τ’ άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό
…………………κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό
…………………κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το ’ριξε ο θεός
…………………στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά
…………………πήγε βαθιά, ώς μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή
…………………για έρωτες μήτε ν’ ακούσει στέργει,
για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό,
…………………για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της,
και της παρθένας Άρτεμης πιστή,
…………………της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει,
με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά
…………………τ’ ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της.
Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί,
…………………μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη·
μακριά απ’ των αντρών τη συντροφιά
…………………σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε,
Υμέναιος, αγάπες, παντρειά
…………………τί πά’ να πει δεν έβαζε στο νου της.
Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό
…………………θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα»,
κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς
…………………που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα».
Της φαίνονταν βαριά η παντρειά
…………………κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα
και της ντροπής μια ρόδινη χροιά
…………………απλώνονταν στην όμορφη θωριά της.
Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό,
…………………τον χάιδευε με λόγια μελωμένα:
«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ,
…………………κόρη να μείνω πάντα και παρθένα·
το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά,
…………………και είδε τέτοια χάρη απ’ τον γονιό της».
Της έκανε κι εκείνος την καρδιά –
…………………μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη,
εμπόδιο θα σταθεί σ’ αυτό που θες·
…………………είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου.

Την είδε ο Φοίβος, και τη λαχταρά
…………………και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη –
ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός,
…………………κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται.
Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά
…………………που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια,
πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά
…………………από δαδί που άφηκε διαβάτης
ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά
…………………και κίνησε χαράματα να φύγει,
παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά,
…………………ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι.
Από μακριά προσώρας την ποθεί
…………………κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα.
Βλέπει τ’ αχτένιστά της τα μαλλιά –
…………………«αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται,
«τί όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί
…………………τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια
που λάμπουν σαν τ’ αστέρια τ’ ουρανού·
…………………το στόμα της θωρεί, τα δυο της χείλη
που δε χορταίνει μόνο να κοιτά.
…………………Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει,
δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί
…………………και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω,
και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά.
…………………Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει
γρήγορη σαν τον άνεμο – θεού
…………………δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια:
«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού,
…………………δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω!
Μακριά απ’ τον λύκο τρέχουνε τ’ αρνιά,
…………………τα ελάφια μακριά απ’ το λιοντάρι,
οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό
…………………όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι –
τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό·
…………………εγώ σ’ ακολουθώ από αγάπη.
Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ
…………………μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια
αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά,
…………………να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία.
Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς·
…………………χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα,
για φρέναρε κομμάτι το φευγιό,
…………………κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω.
Στάσου και ρώτα ποιος σ’ αποζητά.
…………………Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος βουνίσιος,
μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ
…………………δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες.
Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό,
…………………ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το ξέρεις·
αν ήξερες δε θα ’φευγες μακριά.
…………………Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,
η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί
…………………με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους.
Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί,
…………………συμβαίνουνε και μέλλουν να συμβούνε
όλα τα φανερώνω – μουσική,
…………………τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω.
Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά,
…………………μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα
πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά
…………………που έγνοια δεν τη βάραινε ώς τα τώρα.
Εφεύρημα δικό μου η γιατρική,
…………………όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει,
και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά,
…………………όπου της γης όλα στους ορισμούς μου.
Όμως, για της αγάπης τον καημό,
…………………αλίμονο, δε βρίσκεται βοτάνι,
κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς,
…………………τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει».

Ήθελε κι άλλα λόγια να της πει·
…………………εκείνη σκιάχτηκε και το ’βαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού
…………………ημιτελή παράτησε τα λόγια.
Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό:
…………………ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει,
φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά
…………………κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη,
κι οι αύρες από πίσω μαλακές
…………………ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη –
όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά
…………………και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη.
Στέρεψε του θεού η υπομονή,
…………………«χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα»,
κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή
…………………εχύμηξε και άνοιξε το βήμα.
Πως το ζαγάρι το γαλατικό
…………………σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει,
κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί,
…………………εκείνος πολεμάει να ξεφύγει·
του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς,
…………………ίγο ακόμα και τον έχει φτάσει,
τανύζει τη μουσούδα του μπροστά,
…………………λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει.
Τρέχει ο λαγός – ξεφεύγει απ’ το σκυλί
…………………γιά πιάστηκε, δεν το γνωρίζει ακόμα,
τραβιέται απ’ τα σαγόνια του εχθρού
…………………και ξεμακραίνει απ’ τ’ ανοιχτό του στόμα.
Όμοια τρέχαν κόρη και θεός –
…………………με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο,
μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά
…………………με τα φτερά τού Έρωτα στον ώμο.
Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό,
…………………ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη
τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά
…………………και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει.
Η δύναμή της σώθηκε, χλομή,
…………………κατάκοπη απ’ της φυγής το μόχθο
έβγαλε απ’ τα στήθια της φωνή
…………………στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο:
«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί
…………………λογιάζονται μες στων θεών την τάξη,
απ’ τη μορφή που άρεσε πολύ
…………………απάλλαξέ με, καν’ την να χαλάσει!»
Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει
…………………και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει,
λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά
…………………τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη.
Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά,
…………………μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια,
κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη
…………………τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια.
Η κεφαλή της έγινε κορφή,
…………………η λάμψη της επέρασε στο φύλλο.
Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά,
…………………και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο,
κάτω απ’ τη φρέσκια φλούδα του κορμού
…………………νιώθει καρδιά που χτύπαγε ακόμα.
Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά,
…………………σα να ’τανε τ’ αλλοτινό της σώμα
κι έκανε να της δώσει ένα φιλί·
…………………κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω,
«σ’ αγάπησα», της είπε ο θεός,
…………………«κι αφού γυναίκα δε θα σ’ αγαπήσω,
το δέντρο που ’χεις γίνει θ’ αγαπώ,
…………………κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου,
θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή
…………………κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου.
Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ,
…………………κι όπου κραυγή της νίκης βακχεμένη
με δάφνινο στεφάνι ο νικητής
…………………στο Καπιτώλιο πάντα θ’ ανεβαίνει.
Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ
…………………θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο,
του ηγεμόνα θα ’σαι θυρεός
…………………αγκαλιαστή με της δρυός τον κλώνο.
Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί
…………………στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι,
όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά
…………………παντοτινή κι ολόφρεσκια θα θάλλει!»
Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού
…………………κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη
της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή
…………………σα να ’στερξε του Απόλλωνα τη γνώμη.

Οβιδίου Μεταμορφώσεις, Βιβλίο 1, στ. 452-567,
(= Θ. Δ. Παπαγγελής,  Σώματα που αλλάξαν τη θωριά τους, 2009)

.

Και κατεβήκαμε στη θάλασσα και στο καράβι
και το καράβι πρώτα εσύραμε στα θεία πελάγη
και το κατάρτι υψώσαμε στο ολόμαυρο καράβι.
Τ’ αρνιά ανεβάσαμε ύστερα, κ’ εμείς βαριά θλιμμένοι
βγήκαμε πάνω αμίλητοι, ζεστό χύνοντας δάκρυ.
Και πίσω απ’ το καράβι μας με τη γαλάζια πλώρη,
σαν καλός φίλος το πανί μάς τέντωνε ο αέρας
που έστελνε η Κίρκη η τρομερή με τις μακριές πλεξούδες.
Καθίσαμε, όταν τέλειωσε κάθε έργο στο καράβι,
κι ο άνεμος το πήγαινε μαζί με τον ποδότη
κι όλη τη μέρα με κυρτό πανί ποντοπορούσε.
Έγειρε ο ήλιος κι όλοι οι δρόμοι ισκιώναν, και το πλοίο αράζει
στα πέρατα του Ωκεανού που αργά βαθύς κυλάει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και το καράβι εκάρφωσε στην άμμο εκεί· τραβώντας
τότε τ’ αρνιά, βαδίσαμε πλάι στ’ ωκεάνειο ρέμα,
ώσπου στον τόπο φτάσαμε που
χε αρμηνέψει η Κίρκη.
Και της θυσίας τα ζώα εκεί κράτησε ο Περιμήδης
μαζί με τον Ευρύλοχο· κ’ εγώ με το σπαθί μου
λάκκο έσκαψα μια πήχη μάκρος κι άλλο τόσο πλάτος
και γύρω του έχυνα χοή σ’ όλους τους πεθαμένους.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Με δεήσεις τότε και με ευχές τα πλήθη των νεκρών
παρακαλούσα, κ’ έσφαξα τ’ αρνιά πάνω απ’ το λάκκο
κ’ έτρεχε το αίμα σκοτεινό· και νά, μέσ’ απ’ τα ερέβη
ψυχές μαζεύονταν πολλές νεκρών καταλυμένων.
Νυφάδες έβλεπα και νιους, γέρους βασανισμένους,
και τρυφερά κορίτσια με καρδιά γεμάτη πένθος,
άντρες όπου είχαν τρυπηθεί από χάλκινα κοντάρια,
και πολεμάρχους μ’ άρματα που ακόμη εστάζαν αίμα.
Άλλοι απ’ εδώ, άλλοι απ’ εκεί έρχονταν προς το λάκκο
με θεία βοή, κ’ εμέ χλωμός με συνεπήρε τρόμος.
Και τότε τους συντρόφους μου φώναξα και προστάζω
τ’ αρνιά που ακόμη κείτονταν σφαγμένα απ’ το χαλκό μου
να γδάρουν, να τα κάψουν και στους θεούς ευχές να κάμουν,
στον παντοδύναμο Άδη, στη μεγάλη Περσεφόνη.
Κ’ εγώ το μυτερό σπαθί σέρνω από το πλευρό μου
κ’ έδιωχνα πέρα των νεκρών τα ανήμπορα κεφάλια,
μακριά απ’ το αίμα, ώσπου να
ρθεί η ψυχή του Τειρεσία.
Κ’ ήρθε η ψυχή του Ελπήνορα, πρώτη, του σύντροφού μας,
που ακόμη κάτω απ’ την πλατειά γη δεν ηταν θαμμένος
(το σώμα του το αφήσαμε στης Κίρκης το παλάτι
άκλαυτο κι άθαφτο, γιατί μας βιάζαν άλλες έγνοιες)
και σαν τον είδα εδάκρυσα, τον πόνεσε η ψυχή μου·
«Ελπήνορα, μες στο θαμπό σκοτάδι αυτό πώς ήρθες;
πεζός μ’ επρόφτασες εμέ που ερχόμουν με καράβι!»
Έτσι είπα κι αναστέναξε και μ’ αποκρίθη εκείνος:
«Μ’ έφαγε η μοίρα μου η κακή και το βαρύ μεθύσι.
Δεν ένιωσα, όπως πλάγιαζα στης Κίρκης το παλάτι,
να κατεβώ από την ψηλή τη σκάλα που είχα ανέβει,
παρά ίσια από το δώμα της έπεσα κ’ ετσακίστη
ο αυχένας μου και κάτω εδώ στον Άδη ήρθ’ η ψυχή μου.
Και τώρα σε παρακαλώ, στ’ όνομα των δικών σου,
της γυναικός, τ’ αφέντη σου, μικρόν που σ’ είχε θρέψει,
του Τηλεμάχου, που έχεις μόνο αφήσει στο παλάτι:
Ξέρω, απ’ τον Άδη φεύγοντας, πως στο νησί, την Αία,
θ’ αράξεις πάλι το καλοφτιαγμένο μας καράβι.
Παρακαλώ σε, βασιλιά, κ’ εμέ θυμίσου τότε:
άκλαυτο κι άθαφτον εκεί μη φύγεις να μ’ αφήσεις,
για να μη γίνω εγώ αφορμή οι θεοί να σου θυμώσουν.
Κάψε με μ’ όλα τ’ άρματα, όσα έχω, κ’ ένα μνήμα
φτιάξε μου στην ακρογιαλιά, στο κύμα πλάι π’ αφρίζει,
να μου θυμούνται τ’ άτυχου όσοι στον κόσμο θά
ρθουν.
Κάμε το αυτό, και το κουπί στήσε στον τάφο απάνω,
που είχα, όταν ζούσα κ’ έλαμνα μαζί με τους συντρόφους».
Έτσι είπε κι αποκρίθηκα και μίλησα: «Θα κάμω,
καϊμένε φίλε, αυτά που λες και θα τα ξετελειώσω».
Τέτοια ανταλλάσαμε κι οι δυο λόγια γεμάτα πίκρα,
εγώ απ’ τη μια με το σπαθί γυμνό πάνω απ’ το αίμα
κι από την άλλη, λέγοντας πολλά, του φίλου ο ίσκιος.

Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ (απόσπασμα),
μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου, Παλίμψηστον, τχ. 2, Ιούνιος 1986

 

.

Κάθεται όρθιος και καπνίζει στη στροφή
γέρνει και κάνει δοκιμή να δει την κλίση
χρόνο ζητάει για ν’ αυτοσυγκεντρωθεί
κι αμέσως ύστερα λιγάκι να ηρεμήσει.

Του αφέτη ακούγεται συρτό το πρώτο σήμα
δένει σφιχτά το μαύρο κράνος και τα γάντια
κλείνει τη φόρμα, πλησιάζει βήμα-βήμα
πάνω στην άσφαλτο στυλώνονται τα μάτια.

Τη μίζα γύρισε και το θεριό βρυχάται
τέρμα τα γκάζια, ανεβαίνει η αδρεναλίνη
καμένο λάστιχο ανασαίνει και θυμάται
στα δυο του χέρια της ζωής του η ευθύνη.

Δέκα χιλιάδες οι στροφές απ’ το μοτέρ του
και πλησιάζει στο μηδέν τον διπλανό του
έπιασε κόκκινο η βελόνα στο κοντέρ του
στρίβει, πλαγιάζει κι ακουμπά το γόνατό του.

Ορμούν μαζί κι οι δυο στην τελική ευθεία
στο βάθος φαίνεται το τέρμα κι η σημαία
άλλο ένα στοίχημα στης κόντρας τη μαγεία
φτάνει στο τέλος με μια νίκη σιαμαία.

Κανείς δεν κέρδισε, κανείς δεν έχει χάσει
μια διαδρομή μονάχα είναι το έπαθλό του
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ του να προφτάσει
να δει στα μάτια ζωντανό τον εαυτό του.

Περνάει το τέρμα και κρεμάστηκε στα φρένα
μα το σκαρί του έχει πιάσει το σφυγμό του
στιγμή δεν κόβει και χιμάει στα βρεγμένα
τα μονοπάτια τ’ ουρανού και στο κενό του.

Γεμάτοι έκπληξη κοιτούν οι θεατές του
πάνω στ’ αστέρια ένα μαύρο καβαλάρη
απομακρύνονται οι καπνοί απ’ τις φωτιές του
κι εκείνος βγάζει και πληρώνει το βαρκάρη.

geocities.com/enosieve, 2000

.

Ανοίγω τη μικρή γυάλινη θύρα
του σκοτεινού παλαιοπωλείου, χτυπάει
παλιοκαιρνό κουδούνι μα κανένας
δεν έρχεται
.. Τριγύρω βασιλεύει
τέφρα σιωπής κι ακινησία θανάτου
Ποιος είναι εδώ; Ρωτώ και το κουδούνι
ξαναχτυπά καθώς η θύρα κλείνει
Νιώθω πως είμαι πια παγιδευμένος
σ’ ένα ψυχρό νεκροταφείο πραγμάτων
Μισοσβημένες προσωπογραφίες
παμπάλαια βάζα και μουγγά ρολόγια
ζώα και πετεινά ταριχευμένα
που με κοιτούν με το νεκρό τους βλέμμα
Χαμογελά χορεύτρια πορσελάνης
Μου γνέφει φιλικά μακάριος βούδας
Κάτι σα χνούδι νιώθω να μ’ αγγίζει
Ποιος είν’ εδώ; Ξαναρωτώ
και τότε
φέγγος θαμπό το χώρο πλημμυρίζει
Ξανθό κορίτσι βγάζει το κεφάλι
πίσω από τη ροτόντα και μου λέει
Σιγά .. μη σας ακούσει και σωπάσει
Παίζει φαγκότο πάλι .. τον ακούτε;
Παίζει φαγκότο
Κάτω
Στα θεμέλια

Υπήρξε, 1999

.

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια
αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο
κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,
μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.

Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους
με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,
δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,
τον Κωνσταντή στο ίδιο του το αίμα.

Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν
κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,
μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις
κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.

Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,
στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,
γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,
που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989