https://i0.wp.com/like-wolves-life.pblogs.gr/files/55388-enya_-_paint_the_sky_with_stars_inlay.jpg

.
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα·  
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι ανάψει βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ʼβρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ʼβρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ο ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940

.  

Στη Σοφία Κολοτούρου 

Τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες μας
κρέμονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Κι εμείς ανακατεύουμε τους στίχους μας
ξεγελώντας τους φύλακες των νεκροταφείων.

Κρέμονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων
οι αγωνίες, τα πάθη και οι μνήμες μας,
ξεγελώντας τους φύλακες των νεκροταφείων
και κοιτούν από μακριά τις ψυχές μας.

Οι αγωνίες, τα πάθη και οι μνήμες μας,
γίνονται βορά στους αδηφάγους αναγνώστες
και κοιτούν από μακριά τις ψυχές μας
καθώς παραδίδονται στης ποίησης τους γνώστες.

Γίνονται βορά στους αδηφάγους αναγνώστες…
Κι εμείς; Ανακατεύουμε τους στίχους μας
καθώς παραδίδονται στης ποίησης τους γνώστες
τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες μας.

Πρώτη δημοσίευση

.

Ερπετού είχες πάντα για γυναίκας την όψη ;
Με τη γλώσσα διχάλα, το φιλί μου αρπάζεις·
το κορμί σου τροχίζεις στων ματιών μου την κόψη,
στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις.

Με τη γλώσσα διχάλα το φιλί μου αρπάζεις.
Λιποτάκτης ο ήλιος, σε τοπίο θανάτου.
Στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις,
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου.

Λιποτάκτης ο ήλιος σε τοπίο θανάτου
—αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει—
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου
με κατέχει, τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.

Αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει :
πεθυμιά, που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος,
με κατέχει τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος . . .

Πεθυμιά που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος
(ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα).
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος :
σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα.

Ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα.
«Θα ξανάρθω», σου είπα, «μια μέρα του Μάρτη».
Σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα,
τσακισμένη πυξίδα σε ανύπαρκτο χάρτη.

«Θα ξανάρθω», σου είπα μια μέρα του Μάρτη,
«όταν βρω το μαχαίρι που το νήμα θα κόψει».
Τσακισμένη πυξίδα, σε ανύπαρκτο χάρτη . . .
Ερπετού είχες πάντα, για γυναίκας την όψη ;

Πρώτη δημοσίευση

.

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.

Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου . . .
Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι —σάπιοι— ασήμαντου νόμου)
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι.

Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι —
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι :
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.

Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε,
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.

Και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε
—άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας—
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.

Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’ τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι . . .

Πρώτη δημοσίευση

.

Δεν υπάρχει ελπίδα στο καρνάγιο του χρόνου
μόνο πίσσα και πίκρα και σκυμμένα κεφάλια
αργολειώνουμε μόνοι στην κουβέρτα του πόνου
σαν τους γλάρους που σβήνουν στ’ αραγμένα ποστάλια.

Μόνο πίσσα και πίκρα και σκυμμένα κεφάλια
οι χαρές φωσφορίζουν μα κανείς δεν τις πιάνει
σαν τους γλάρους που σβήνουν στ’ αραγμένα ποστάλια
τριγυρνάμε στο ίδιο στοιχειωμένο λιμάνι.

Οι χαρές φωσφορίζουν μα κανείς δει τις πιάνει
το τρελό καλεντάρι δείχνει πάντα Δευτέρα
τριγυρνάμε στο ίδιο στοιχειωμένο λιμάνι
της ζωής το μαγκάνι στραγγαλίζει τη μέρα.

Το τρελό καλεντάρι δείχνει πάντα Δευτέρα
η πυξίδα στραμμένη στο τραπέζι του Κρόνου
της ζωής το μαγκάνι στραγγαλίζει τη μέρα.
Δεν υπάρχει ελπίδα στο καρνάγιο του χρόνου.

2010

Πρώτη δημοσίευση

.

Η νύχτα περικύκλωσε τα σπίτια και τα δέντρα.
Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Στην επιφάνεια τ’ ουρανού τώρα επιπλέει κι η πέτρα
του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει.

Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.

Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.

Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο;

Δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω,
άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο
του Προβηγκιανού και του Λατίνου;

Άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου,
Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Του Προβηγκιανού και του Λατίνου
τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει.

Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα.
Τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα.

Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα
κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.

Κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως,
αστήρ ακάθεκτος μες στ’ άκαρπα ξενύχτια,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.
Ο ήλιος περικύκλωσε τα δέντρα και τα σπίτια.

Πρώτη δημοσίευση

.
της Σοφίας Κολοτούρου,
που ξέρει απ’ αυτά

Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι
Δάσoς τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Μπαρ ορεσίβια και σαλέ αλπικά με θέα τη φύση
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια

Δάσος τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια
Τσουλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου

Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Τσουλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος

Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος
Κι όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν

Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο

Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Στα ρεστωράν και στα καφέ ψάχνουν να βρουν μια λύση
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο
Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι


* "όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια": στίχος του Δ. Κοσμόπουλου 

khpoithsvroxhs.wordpress.com, 2009

.

Μου παραγγέλνετε να γράψω ένα παντούμ
ανατολίτικη κι εξωτική μια φόρμα
και καθώς μοιάζω στα σουσούμια με φαγιούμ
ενθουσιάστηκα και μέσα μου είπα «όρμα»

ανατολίτικη κι εξωτική μια φόρμα
μα οι απλές επαναλήψεις δεν αρκούν
ενθουσιάστηκα και μέσα μου είπα «όρμα
απλώς να γράφεις κάθε στίχο εις διπλούν»

μα οι απλές επαναλήψεις δεν αρκούν
πρέπει το νόημα κάθε φορά ν’ αλλάζει
απλώς να γράφεις κάθε στίχο εις διπλούν
αλλά με τσαχπινιά, με χάρη και με νάζι

πρέπει το νόημα κάθε φορά ν’ αλλάζει
ούτε βεβιασμένα, ούτε τρόπω δολερώ
αλλά με τσαχπινιά, με χάρη και με νάζι
μου είν’ αδύνατο, σας λέω, δε μπορώ

ούτε βεβιασμένα, ούτε τρόπω δολερώ
να καταφέρω να μη μοιάζει αλαλούμ
μου είν’ αδύνατο, σας λέω, δε μπορώ
μη παραγγέλνετε να γράψω ένα παντούμ.

Πρώτη δημοσίευση

.

λ  υ  κ  ό  φ  ω  ς

Ένα παντούμ μου ζήτησαν να φτιάξω
(ξέρετε, αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων).
Γι’ αυτό θέμα πρωτότυπο οφείλω ευθύς να ψάξω,
να ικανοποιεί, στο ελάχιστο, τα γούστα νέων ήχων.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

.

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα. . .
.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.

Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.
Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Είναι σκιές δικές μου. Με ξέρουν. Με αγαπούνε.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου,
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.

Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε.

Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε.
Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισαν βουτήματα και τσάι.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε
μα πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.

Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισες βουτήματα και τσάι.
Είσαι εδώ, πριν κοιμηθώ. Τα μάτια μου δεν με γελούνε.
Πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.
Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.

.

λ  υ  κ  α  υ  γ  έ  ς

Ξέρετε, με αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων,
καθώς η μέρα επιβεβαιώνεται, το κερί της φωνής μου θα κάψω
για να ικανοποιηθούν, στο ελάχιστο, τα γούστα Νέων Ήχων,
που ένα παντούμ, μόνο, μου ζήτησαν να φτιάξω. . .

.

Πρώτη δημοσίευση

.

ΠΑΝΤΟΥΜΑΚΙ

Ε κ ε ί ν ο ι  κρατούν έναν κόσμο δικό τους.
Εγώ –φυλαχτείτε
κρατάω πιστόλι.
Αρχίζουν οι στίχοι, με το μυστικό τους.
Διαβάζουν, μετράνε, τα νούμερα όλοι.

Εγώ –φυλαχτείτεκρατάω πιστόλι
στη νύχτα, και ψάχνω ευθεία το στόχο.
Διαβάζουν, μετράνε, τα νούμερα όλοι.
Πέντε κι εφτά, συμπληρώσαμε ; Το χω. . .

Στη νύχτα, και ψάχνω ευθεία το στόχο:
Χαϊκού ή σονέτο ή και παντουμάκι.
Πέντε κι εφτά, συμπληρώσαμε ; Το
χω. . .
και γίνετ’ ο στίχος, απλό ένα στιχάκι.

Χαϊκού ή σονέτο ή και παντουμάκι
μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γίνετ’ ο στίχος, απλό ένα στιχάκι.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών.

Μετρήστε, στενέψτε και βρείτε πατρόν
και γράψτε, να σκάσουν από το κακό τους.
Τη δόξα ζηλώστε λοιπών ποιητών

ε κ ε ί ν ο ι  κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

poein.gr, 2008

.

ΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία :
ζεστή κάποια νύχτα, γλυκιά του Ιουλίου
στη μνήμη έχει μείνει, σαν φωτογραφία
κρυμμένη στη μέση κλεισμένου βιβλίου.

Ζεστή κάποια νύχτα, γλυκιά του Ιουλίου
θυμίζει και πάλι αυτά που ξεχνάω
κρυμμένη στη μέση κλεισμένου βιβλίου–
θαμμένα για πάντα, για να μην πονάω.

Θυμίζει και πάλι αυτά που ξεχνάω,
η νύχτα ετούτη, του άγριου χειμώνα.
Θαμμένα για πάντα, για να μην πονάω,
τα λόγια που κρύβω κι απέμειναν μόνα.

Η νύχτα ετούτη, του άγριου χειμώνα,
τις σκέψεις μου παίρνει, σκορπά στον αέρα.
Τα λόγια που κρύβω κι απέμειναν μόνα,
ζητάω
να βγάλω ακόμα μια μέρα.

Τις σκέψεις μου παίρνει, σκορπά στον αέρα,
το φύσημα τώρα, τ’ ανέμου η μανία.
Ζητάω να βγάλω ακόμα μια μέρα

ο χρόνος γυρίζει, παλιά ιστορία.

Πρώτη δημοσίευση

.

Μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν
γεμίζει ο Άδης με βλέμματα άδεια
ορμούνε οι μνήμες το νου σου να γδάρουν
τσεκούρι ο ύπνος, κομμάτια τα βράδια.

Γεμίζει ο Άδης με βλέμματα άδεια
ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώμα
τσεκούρι ο ύπνος, κομμάτια τα βράδια
με μέλη κομμένα σφαδάζεις στο στρώμα.

Ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώμα
η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εμπόδια
με μέλη κομμένα σφαδάζεις στο στρώμα
του αίματος λάμπουν οι στάλες σαν ρόδια. . .

Η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εμπόδια
για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες
του αίματος λάμπουν οι στάλες σαν ρόδια
κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες.

Για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες
ανθρώπων ναυάγια θα δεις να σαλπάρουν
κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες
μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν.

Πρώτη δημοσίευση

.

στον Νάσο Βαγενά

Λάδι της νύχτας. Μηνίσκος κοφτερό γυαλί.
Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Στο στήθος πυροβολισμός η πρώτη λέξη.
Παγώνει το αίμα, πέτρινο κλαδί.

Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο τραπέζι.
Από τα μέρη του θανάτου αν θες να φέξει
σμίξε με τις σκιές στο θέατρο που παίζει.

Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο στασίδι.
Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων
με τη σιωπή, Μενέλαε Σολεϊμετζίδη.
Άνοιξη· λύπη θαλερή στο βυθό των σωμάτων.

Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων.
Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Στο πατρικό σου με κερνούν μαύρο κονιάκ οι κάτω
και με κοιτούν αμίλητοι για ό,τι είναι να γίνει.

Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Φυτεύεις κήπους μουσικής για τους λαθραίους.
Στον τόπο αυτό πουλί δεν έχει μείνει.
Ο ουρανός πονά τους αρουραίους.

Λατομείο, 2002

.

Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.

Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.

Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.

Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.

Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.

Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Φύκια ’ναι τα στεφάνια της
κοχύλια τα προικιά της . . .

ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Φύκια κοχύλια νεκρά κοράλλια

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ


Οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.
Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει
(πού πας Ακριβούλα στον πάτο του σκότους;)
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι.

Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει.
Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι,
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα.

Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια.

Σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει.

Τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει
τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.

Σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κοιμούνται οι ψυχές μ’ αγκαλιά τον καημό τους.
Τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.
οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.

Ποίηση, τχ. 12, 1998

.

Χιονίζει κι απόψε το έστρωσε πάλι
Βρεγμένα τα ξύλα καπνίζουν στο τζάκι
Κρυώνω και πίνω αισθάνομαι ζάλη
Μας ρήμαξε ο πόνος και γίναμε ράκη

Βρεγμένα τα ξύλα καπνίζουν στο τζάκι
Κυλάει ο χρόνος κι αφήνει σημάδια
Μας ρήμαξε ο πόνος και γίναμε ράκη
Τα γήπεδα που έτρεχα μείνανε άδεια

Κυλάει ο χρόνος κι αφήνει σημάδια
Στο δέρμα αυλάκια βαθιά οι ρυτίδες
Τα γήπεδα που έτρεχα μείνανε άδεια
Στενέψανε οι δρόμοι γεμίσαν παγίδες

Στο δέρμα αυλάκια βαθιά οι ρυτίδες
Μα νοιώθω ανάγκη για ένα σου χάδι
Στενέψανε οι δρόμοι γεμίσαν παγίδες
Στερεύει το κρύο νερό στο πηγάδι

Μα νοιώθω ανάγκη για ένα σου χάδι
Να γείρω στον κόρφο σου το άσπρο κεφάλι
Στερεύει το κρύο νερό στο πηγάδι
Χιονίζει κι απόψε το έστρωσε πάλι

tnkaramitsos.blogspot.com, 2008

.

Τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα
τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας

Τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν

Τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη

Παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια

Τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει

Ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει
τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα

nuxterina.blogspot.com, 2007

.

Ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα.
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκυάλι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.

Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα:
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.

Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι. . .
Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει…

Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη. . .
Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια. . .
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια.

Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια
που οι νοσταλγοί ψελίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια
ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.

Ποιήματα ΙΙ, 1985