.

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2012

Advertisements

.

Γεμίσαμε το χρόνο να πονούμε
σε τούτη τη ζωή τη βιαστική
και που πραγματικά να στηριχτούμε;
Όλοι είμαστε από δω περαστικοί,
αδύναμοι να ζούμε, χοϊκοί . . .
και κείνος ο γεράκος με το μούσι
μονάχα μες στα σκίτσα κατοικεί . . .
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;

Ατάραχοι πως τις καρδιές κοιτούμε
από σχισμές ν’ αδειάζουν σαν ασκοί,
περίεργο, ενώ ξέρουμε θα δούμε
να χάνουν της αγάπης την ολκή . . .
περίεργο, πως μες στη φυλακή
και στων δεσμοφυλάκων το γιουρούσι,
απλά να αναρωτιόμαστε και κει
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιός θ’ ακούσει ;

Είναι  στιγμές που κάποτε ευλογούμε
μια ιδέα του αιωνίου μυστική
πως μέσα του τη λύτρωση θα βρούμε
εικόνα κι απ’ το χιόνι πιο λευκή
που αν κι από μέσα βγαίνει μουσική
με νότες ευτυχίας να μας λούσει
στο βάθος θα ρωτάμε «μα αρκεί ;
Το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;»

Δεν είμαστε ένοχοι μα ενοχικοί
μετωπική του εαυτού μας κρούση
μια ερώτηση σε χρόνο διαρκή :
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;

Φωτιά στον πάγο, 2010

.

από του καφενείου το μέσα μέρος

Στην Τίνα τον Μίλτο

Βουτάς με το κεφάλι κι ανασύρεις την αθωότη
Λάθη σωρό που εγίνανε από απειρία και νιότη
Που οφείλονταν σε αδάμαστα      θαρρούσες      πάθη
Που η υποχωρητικότητα ίσως διευκόλυνε μα παραμέναν λάθη
Που δυναμώσανε ως δια μαγείας
Καθώς μεγάλωναν μες στο κλουβί της εμπειρίας
…………………..Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
…………………..Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη όπου η αφετηρία έδωσε χώρο
Και τη διαβίου υιοθετήσαν ανθηρότητα ως όρο
Λάθη που γιγαντώσαν με του λύκου την προβιά
Λάθη-σκυλιά και λάθη-αρνιά
Που αρκούσε να τα δεις με ό,τι γεννήσαν
Κι αμφιβολία μην έχεις ότι λάθη σου δεν ήσαν
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που τα ποτίσαν δάκρυα πολλά
Και που γρασάρει το σαρκίο όπως γερνά
Που τα προστάτεψαν οι πιο αναρμόδιοι       σα φαμέγιους τους ……………τα νιώθω
Που φίμωσαν και πνίξαν τη ζωη τ’ όνειρο και τον πόθο
Που βλάστησαν όπου είχε θέση μοναχά η συνωμοσία
Και το άπειρο κατέλαβαν διάστημα με βία
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που αναίσχυντα λικνίζονται στον άγριο καιρό
Με τις κεραίες ανυψωμένες προς το βέβηλο και προς το ιερό
Λάθη χωρίς διαλείμματα που ακόμα καρτερώ
Λάθη που απομυζούν ευθύνη εκκρίνουν πλάνη
Και που κρατώντας άθραυστη αμοιβαία την πλεχτάνη
Βοηθούν έν’ απ’ τους δυο μας να πεθάνει
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος.

Βίαιες εντυπώσεις, 2009

.

Τρομάζω στο χαμόγελο της τίγρης.
Της τίγρης που τη νιώθω να με γυροφέρνει,
και που όσο και να ψάξεις δεν θα τη βρεις.
Αόρατη γλιστράει στα δροσερά
φυλλώματα που εκτρέφουν οι έρημοι.

Η αγάπη σαν την τίγρη είναι φριχτή,
αλλά είναι και θεσπέσια.
Οι ραβδώσεις της με κλείνουν σε ειρκτή.
Στη σκέψη πως με μυρίζει σαν βορά
αισθάνομαι απαίσια.

Μα ευφραίνομαι όταν τραγουδούν οι βάρδοι
αυτό το ζώο που σχεδόν το νιώθω επάνω μου.
Ο Μπλέηκ, ο Μπόρχες, ο Λεοπάρντι.
Θα με σπαράξει ετούτη τη φορά;
Ή θα με σώσουν τα φτερά του άνεμου;

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

‘Ηταν οι μέρες εκείνες
που λυσσάγαν oι μπασκίνες
και σου
ρχότανε ναυτία
όταν περνούσες τα Χαυτεία.

Κι εσύ!

Κρατώντας τον «Οδηγητή»
διάβηκες από μπρος μου
λουσμένη αρώματα Κοττύ
στην μπόχα του υποκόσμου.

Φώναζαν ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΧΙ
στα προποπρακτορεία
μα πέρναγες αγέρωχη
Κνιταρχοντοκυρία.

Κανένας δεν αγόραζε
δε δίναν σημασία
ήρθα και σ’ έπιασα αγκαζέ
και σου πα: «Έλα Τασία

πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
— αρχόντισσά μου και κερά —
μάζεψ’ τα μάνι-μάνι

πάμε τα δυο μας κορ-α-κορ
να κάνουμε επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη.

Κνίτισσα αρχοντοκνίτισσα
παλαιοημερολογήτισσα
να γίνουμε ένα εγώ κι εσύ
δόγμα και ανανέωση.

Θα το πατήσω το πεντάλ
μέχρι 90 και 100.
Διάβαζε εσύ τον Ρόζενταλ
για μένα η λίρα εκατό.

Πάμε σ’ ένα κρυφό κουτούκι
να φάμε πίτσα ή πεινιρλί
να μου κάνεις λούκι-λούκι
να σου δείξω ένα λιλί.

Θα κάνεις σου, θα κάνω μου
κι ό,τι άλλο θες ακόμα
κι απά στην ώρα του χαμού
θα σου φωνάξω: «Ένα είν’ το Κόμμα».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Για μιαν αρχιτεκτόνισσα
ένα τραγούδι ετόνισα
(να μη σ’ το πω να μη σ’ το πει
ανήκει στην ΠΙ Πι Σι Πί).

Γι’ άλλην εγώ δεν είχα νου.
Ήταν κόρη βιομήχανου
και τα χεν όλα μπόλικα
για προίκα δύο πολυκα­-

τοικίες κι αυτοκίνητα.
Κι έβριζε αγρίως την «Ουνιτά»
σαν όργανο προδοτικό
κι αρχιρεβιζιονιστικό.

(Κι αν τόλμαγες τη λέξιν ΕΣ
τα νύχια για καυγά έξυνες).

Δεν είχα τίποτα κοινό
με το Βιβλίο το Κόκκινο
μα έλιωνα απ’ τον έρωτα
— τον πόνο του άλλου αχ ποιος ρωτά.

Μια μέρα τ’ αποφάσισα
—λέω η ντροπή μισά-μισά—
να τη ζητήσω επίσημα
απ’ τον μπαμπά και τη μαμά.

Όπως οι γάτες που λυσσάν
μ’ άρπαξαν και με φίλησαν.
«Παρ’ την παιδί μας, σώσε μας
μη μείνει αυτή η ντροπή σε μας».

Το μαθε κι έγινε έξαλλη
(αλί, αλί και τρισαλί)
μ’ έβρισε αντιλενινιστή
κι από τη λύσσα είχε πρηστεί.

Προδότη μ’ είπε του λαού
κι εγώ της είπα: «Τούλα, ου,
σπεύδε, κι άκουσε να δεις
κι αν έχεις προίκα πέντε δις

εγώ σε παίρνω ολόγυμνη.
Τον έρωτα άκου πως υμνεί
κι ο Μάο κι ο γίγαντας ο Τσου
με τη γιγαντιαία τσουτσού».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

Που να ‘ναι, πέστε μου, σε ποιά χώρα,
η Αλκιβιάδα, που είν’ η Θαΐς,
οι δυο ξαδέρφες, που να ‘ναι η Φλώρα
της Ρώμης το άνθος της κραταιής;
Κι η Ηχώ που αν κάποιος μιλά γροικιέται
πάνω από λίμνες κι από βουνά,
πεντάμορφη όσο ο νους δε λογιέται;
Μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Που ‘ν’ η Ελοΐζ η σοφή που εγίνη
γι’ αυτήν καστράτος, στο Σαιν Ντενί
μετά καλόγερος, μες σ’ οδύνη
ο Αβελάρδος ζώντας τρανή;
Που ειν’ η βασίλισσα Ιωάννα
που σε σακί έριξε μ’ απονιά
τον Μπουριντάν μες στον Σηκουάνα;
Μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Και η κρινάτη η Λευκή που ελάλει,
η ρήγισσα, όμοια Σειρήνα, λεν,
κι η Βεατρίκη, κι η Βέρθα πάλι,
κι η Αλίς, κι η Αρεμβουργίς του Μαίν,
και η Ιωάννα από τη Λωρραίνη
που κάψαν οι Άγγλοι, η αντρεία η νιά·
Παρθένα Δέσποινα ευλογημένη,
μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Μες στη βδομάδα μη με ρωτάτε,
πρίγκηψ, που να ‘ναι, ούτε στή χρονιά·
το στίχο ακούστε μου, αν αγαπάτε:
μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, 2010

.

Είναι καιρός που η Μούσα μου κάτι έχει πάθει.
Δεν κάθεται στα γόνατά μου γελαστή.
Βαριέται, μου καταλογίζει λάθη
ασυγχώρητα, εμένα που από το σινάφι
με είχε τον πιο θερμό εραστή.

Αυτή που πριν χάιδευε τα μαλλιά μου
με μυρωμένα δάχτυλα, μου μιλά
με ήχους που δεν θυμίζουν μελωδία πιάνου
– καρφώνονται σαν βέλη Ινδιάνων
εκεί που κάποτε άφηναν τριαντάφυλλα.

Αισθάνομαι πως κάποιες την έχουν ζαλίσει
με σχόλια κάθε άλλο παρά λυρικά
–μισόλογα για μένα– που την έχουν πείσει
πως θα ’ταν για τους δυο μας μια λύση
να πάψει να με βλέπει ερωτικά

– να συναντιόμαστε σαν δυο καλοί φίλοι,
αγαπημένοι, με κοινά ενδιαφέροντα,
λεπτά ( πάνω απ’ το άρρεν και το θήλυ ),
μιλώντας για το πνεύμα, όχι την ύλη,
και, κάποτε, για τον έρωτα.

Νιώθω πως δεν θ’ αργήσει να με ξεχάσει,
ότι σε λίγο θα μου τα κόψει κι αυτά,
αφού έχει αρχίσει να με λέει Θανάση,
αυτή που ώς τώρα μου είχε πλάσει
τα πιο τρυφερά υποκοριστικά.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Αν και είναι βέβαια θλιβερό
όταν τελειώνει μια αγάπη,
είναι και μια ανακούφιση :
ανάμικτη με τη θλίψη
είναι –βαθιά– η πεποίθηση
πως τελικά δεν θα σου λείψει.

Πάντα υπάρχει κάτι σχετικό
που χρυσώνει το χάπι :
ένα ωραίο γεύμα, κάποιοι στίχοι,
μια βάρκα ή ένα κότερο.
Και με λίγη τύχη
βρίσκεις κάτι σχετικότερο :

δυο λεπτά, διψασμένα
γόνατα, μια καυτή φωνή
κι ένα στήθος που αφήνεται.
Ο έρωτας τί είναι τελικά ;
Ένα επιδόρπιο που γίνεται
συνήθως με τα ίδια υλικά.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Η θέα είναι υπέροχη από τα πενήντα.
Τα βλέπεις όλα μέσα από άλλα σύννεφα,
κόκκινα, ροζ, μαβί ( αρκεί να μην τα
μπερδέψεις με γαρύφαλλα και κρίνα
όπως εκείνοι που σκέπτονται ασύνετα ).

Λίγο πιο πάνω αρχίζουν τα σκότη
που χύνει κρουνηδόν η Χίμαιρα,
καθώς ο γύπας σκαλίζει το συκώτι
κι αισθάνεσαι επιτέλους ότι
χωνεύονται τα αιώνια με τα εφήμερα.

Με συναρπάζουν ετούτα τα ύψη,
όπου τίποτε δεν φαίνεται αδύνατο,
σαν κάποιο χέρι να έχει εξαλείψει
τον γκρίζο βράχο, κι όπου η θλίψη
μοσχοβολάει σαν μήλο αγίνωτο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίτα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά·
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή.

Τον θαυμασμό επιθυμούμε
για κάθε στίχο που εκστομίζουμε,
κι όταν τον έπαινο δεν ακούμε
θυμώνουμε κι αφρίζουμε.
Χαρακτηρίζουμε τους κριτικούς
κακόπιστους ή χολερικούς.

Νιώθουμε μια περίεργη θλίψη
που τα βιβλία μας μένουν απούλητα
Μελαγχολούμε που μας έχει λείψει
η αγάπη του κόσμου, και μισούμε αβούλητα
το ευρύ κοινό που αντί για ποιήματα
αγοράζει μυθιστορήματα

Πιστεύουμε πως κάτι δεν πάει
καλά με τους ποιητές που τους διαβάζουν οι πολλοί
καταφρονώντας τα εντελβάις
των κορυφών μας για τα ευτελή
κι άοσμα άνθη της γλάστρας
που τ’ ανεβάζουν ώς τ’ άστρα

Το θεωρούμε απίστευτο ότι
οι αερολογίες του ενός
κι οι άξεστοι κι ανοικονόμητοι τρόποι
του άλλου κι ο δυσκοίλιος ή φτηνός
λόγος εκστασιάζουν· ότι η κριτική
βρίσκει στους κρότους τού τάδε μουσική

Είμαστε βέβαιοι ( ή σχεδόν βέβαιοι ) ότι το
μέλλον θα μας δικαιώσει
και το αχειροκρότητο
έργο μας θ’ αποθεώσει
Ότι οι στίχοι μας δεν έχουν λήξη.
Λέμε : « ο χρόνος θα δείξει ».

(Πάνω σ’ ένα ποίημα του Γκάβιν Γιούαρτ)

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Μορφές αβέβαιες, που κάποτε σας είδα
κι έπειτα λιώσατε σαν χιόνι στο νερό,
ξανάρχεστε σαν ν’ άνοιξα λάθος σελίδα,
πιο πίσω, εκεί που έλεγα πως, ναι, μπορώ
να ζήσω –κι έζησα– φυσώντας τον αφρό –
κι έγραψα
λες κι υπήρχε τρόπος να μη φταίω
έγραψα κάτι αστείο κι ίσως τρυφερό :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Πρόσωπα αόριστα, ξανάρχεστε σε μένα
σαν να φυσήξαν τη μορφή σας στο γυαλί
μιας πόρτας που όλο περιστρέφεται σαν γέννα
που κάποιος την ανάγγειλε κι ανακαλεί. . .
Ξανάρχεστε μα εγώ προχώρησα πολύ
και βλέπω κάτι κι από σας πιο φευγαλέο
κι όλο σωπαίνω όπως αγγίζεις μιαν ουλή·
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Ξανάρχεστε μα έχω αλλάξει πια ιδέες.
Λοξεύει ο κόσμος μου σαν βέργα στο νερό. . .
Κοιτώ –και βλέπω– βεστιάριο με λιβρέες

κι έπειτα αυλαία, που ανοίγει και φορώ
σκούφια τρελού με κουδουνάκι δολερό :
κόσμο ρευστό σαν την εικόνα του όταν κλαίω
και σαν μυγάκι μες στο μάτι σταθερό
κι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Κι εγώ χτυπάω σαρανταδύο και κρυώνω
και σαν ν’ αγγίζεις για πολύ τον πάγο καίω. . .
Κι όσα δεν γνώρισα θυμάμαι
αυτά μόνο :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο
δε λέω !

Ποιήματα χωρίς ιδιότητες, 2009

DSC06431a.

***

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――

Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ

.

Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ
θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…

ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»

.

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.

Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.

Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.

Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».

Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.

Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.

Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.

Ο Κατήφορος, 1986

12189775_448776558643923_8256396098512878517_n

.

M’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.
Αυτή
ναι η τελευταία μου παρτίδα.
Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.
Τσιπ.
Κι εκατό. Κι άλλα εκατό. Τα είδα.
Διαβάσατε τί γράφει η εφημερίδα ;
Σκοτώσαν τη Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.
Έφυγε για να βρει κι αυτή πατρίδα.
Να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Την πήδηξα. . . λοιπόν, το εξηνταδύο.
Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι
τότε.
Θα μπω. Σκαστός από τ’ Ωδείο
( η μάνα επέμενε να πάω )∙ λιγάκι
δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι
κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της. . .
Θεέ μου, τώρα το λιώνει το σαράκι.
Μα ας πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.
Πάσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι
το
κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο
τον Πέτρο.
Ρέστα μου. Την έχεις στήσει.
Πάσο ταχέως.
Τα βλέπω. Κάποια δύση
την πήρα, του πενήντα. Νά, η μορφή της !
και ντάμες τρεις. Καρέ. Σ’ έχω κερδίσει.
Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.

Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,
σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα∙
κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων
ν’ αριθμηθεί. Ως λαλεί μικρός προφήτης
και καταπαύει την επίγεια τρέλα,
να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Δεν είν’ ο τρόπος που χαμήλωναν τα μάτια,
μια κόπωση στα βλέφαρα που
χαν ξεβάψει,
μια εκκρεμότητα φιλιού στα σκαλοπάτια,
έξω απ’ την πόρτα τους, τη νύχτα, με τη λάμψη
πέρα της έναστρης γαλήνης που
χει πάψει
από καιρό στων Αθηνών τις συνοικίες
να ιστορεί τους έρωτες που
χουν συνάψει
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Μήτε οι μισάνοιχτες ποδιές, των εσπερίδων
τ’ άγουρα ξημερώματα κι οι παραινέσεις
·
στις ανθισμένες νεραντζιές, οδός Ατθίδων,
η Αλίνα αναλαμβάνεται (
πόσο μ’ αρέσεις»)
σε κάποιο αέρα γαλλικό (
θα με καλέσεις
πάλι στη χώρα του φιλιού σου, στις αιθρίες ;»)
κι επαληθεύονται σαν τρυφερές αιρέσεις
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Κάτι αόριστα οικείο που επιστρέφει
τελεί τη μνήμη των ωρών και τη μορφή τους
·
τώρα που ο κόσμος αποσύρθηκε κι εκτρέφει
λαούς συμβόλων με κραυγές και παρακλήτους,
μόλις που ακούγεται στο βάθος η φωνή τους,
με ροδοδάφνες, σιντριβάνια, συναυλίες,
γιατί τα δάση που αντηχούν πήραν μαζί τους
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Ποιος θα δεχτεί τη λύπη τους, ποιος θα τη γράψει;
Εσείς, Κυρία μου, σε τέτοιες Αρκαδίες
δεν θα φοιτούσατε ποτέ
· και θαχουν κλάψει
λιγνά κορίτσια σε κρυφές γιορτές κι αργίες.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

.

Δεν «έχω άλλο στο νου μου πάρεξ . . . γλώσσα»
Μια γλώσσα για τις νέες καταστάσεις
Που δε θ’ αρκείται πια στα «όσα-όσα»
Αλλά θα καταγράφει τις ενστάσεις
Του νου μου τις απρόβλεπτες διαστάσεις,
Αφού σωριάστηκε η ζωή μου κάτω
Και πλέον μού σερβίρουν άδειο πιάτο
Κι η γλώσσα της παλιάς αναμελιάς μου
Δεν επαρκεί, γιατί έχω πιάσει πάτο —
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Κουτσά στραβά, περνάνε οι άλλες μέρες
Δουλειές, κι άλλες δουλειές, μετακινήσεις
Η μια την άλλη ακολουθούν, αιθέρες
Δε βγαίνουν απ’ το σπίτι μου ειδήσεις
Αλλά επιτίθενταί μου οι αναμνήσεις.
Τ’ άδειο δωμάτιο λίγο με κρατάει
Συνέχεια φεύγω, πέτρα που κυλάει
Δέσμιος πορεύομαι της πυρκαγιάς μου
Ξανά στους δρόμους, κι όπου, κι όσο πάει —
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Όμως τα Σαββατόβραδα όλ’ αλλάζουν
Οι ώρες οι δικές μου δεν περνάνε
Ζευγάρια και παρέες αλαλάζουν
Κάτω από το μπαλκόνι μου γυρνάνε
Στα μπαρ, στα θέατρα και στα κλαμπ τραβάνε.
Άσε οι εκδρομείς της Κυριακής
Τ’ αυτοκίνητα φορτώνουνε νωρίς
(Τους βλέπω από το ύψος της «σκοπιάς» μου)
Επιστρέφουν σκονισμένοι κι ευτυχείς.
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Τα ίδια στις γιορτές και στις αργίες
Γυναίκες, φίλοι και παιδιά: απουσίες
Που σβήνουν στην αχλύ της καταχνιάς μου
—Μπαλάντες γράφω, του αναγνώστη ανίες—
Σαββατοκύριακα της μοναξιάς μου.

Οι Αστικοί Χώροι είναι Ποίηση από μόνοι τους, 2008

42

.

Μαζεύω γύρω μου χαρτιά τόσων ετών,
απομεινάρια μιας γιορτής που
χει σκορπίσει
γράφω ημέρα, μήνα, χρόνο, «ο αιτών»,
και βεβαιώνω όσους μ’ έχουν αγαπήσει
πως τους αγάπησα με μιαν αγάπη ίση·
όμως τις ώρες της σιωπής κι όταν κοιμάμαι,
σαν κάποιος θρίαμβος να μ’ έχει εκτοπίσει,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Κάτι τελείωσε λοιπόν; Ένα κοτσύφι
πήρε στα μαύρα του φτερά λίγη βροχή·
ψηλά στη λεύκα που φωτίστηκε σαν νύφη
κι έχει στα φύλλα της δροσιά και ταραχή,
πήρε τον κόσμο τρεις φορές απ’ την αρχή·
κι απ’ τη γιορτή που αναγγέλλει και δεν θα
μαι,
κι απ’ της φωνής του την απόδημη ψυχή,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Πώς να μιλήσω για το φως; Πέρασαν χρόνια,
παιδιά γεννήθηκαν, και γράφτηκαν βιβλία·
σκιές αντίδοτες τα μαύρα χελιδόνια
έρχονται, φεύγουν, γράφουν μια συνομιλία,
μια λησμονιά με του αέρα τη φιλία·
όμως στο λίγο φως που σκάβω και κοιμάμαι,
στην ολονύχτια σαθρή μου βασιλεία,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Είναι αργά, είναι νωρίς; Ό,τι κι αν πω,
μια παντομίμα εκτελώ με τα κρυμμένα·
και όπως γέρνω με το φως και αγαπώ,
μες στο φθινόπωρο που άρχισε για μένα
και είμαι μέσα του και σκέφτομαι σαν ένα
άχαρο σκιάχτρο που επάνω του κρεμάμε
παλιά αισθήματα, πολύχρωμα, φθαρμένα,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μη με ρωτάς για ποιους μιλώ: Με το βοριά
περνούν, αλλάζουν αφορμές, πλάθουν αιτίες·
όπως ανάβουν κι όπως σβήνουν τα κεριά,
φέγγουν σαν πρόσωπα δοσμένα σε νηστείες,
σε παραισθήσεις και των άστρων μαθητείες·
κι όπως βυθίζομαι στον ύπνο που κοιμάμαι,
και με κυκλώνουν οι θαμπές τους μεσιτείες,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μια πιο πολύ, ψηλά στον ίλιγγο, απ’ όπου
πέφτω στον ύπνο ξαφνικά μ’ ένα κοφτό
ύστατο χτύπημα βαθύ του ξυλοκόπου,
μετρώ σκιές με της καρδιάς μου το κρυφτό,
σ’ ένα παλάτι που σωριάζεται κι αυτό·
κι από το φόβο του θανάτου που φοβάμαι,
κι απ’ το παιδί που τα φυλά για να κρυφτώ,
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Κι εσύ που ξέρεις η καρδιά μου αν κοιμόταν,
κι όπως στον έρωτα οι δυο μας περπατάμε,
μια στο σκοτάδι μια στο φως, και δεν φοβάμαι,
πόσο σε νιώθω πιο κοντά μου, νιώσε, όταν
αγαπημένους μου απρόσκλητους θυμάμαι.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

 
Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο,
νεροσυρμή στην εσχατία του πόνου·
με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου
την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου
Έλληνος, που θα χτίσει Παρθενώνα.
Να θεωρεί με την πίκρα, του αυτοκτόνου
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Θολωμένο και γύφτικο το μάτι·
το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του
σ’ όλα της Γης τα μήκη και τα πλάτη.
Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου
στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του.
Ως τέλειωνεν της θλίψης τον αγώνα
τον είδα: είχε κακό το ριζικό του
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Εκεί, στη μακρινότατη Αρτζεντίνα
η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη
(κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα).
Μ’ απόκαμ’ η ψυχούλα και της δίνει
παρηγορία ψυχρή την κοκαΐνη.
Α, στην οθόνη κλίναμε το γόνα,
λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη
το περιστέρι ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Ο Θάνατος ήρθε ένα βήμα πιό κοντά.
Μου φαίνεται πώς δέν κρατάει δρεπάνι αλλά απόχη.
Μά έχω πιά μάθει να σκέφτομαι σωστά
στά ερωτήματα πού κανείς απαντά
μ’ ένα ναί ή ένα όχι.

Θέλω νά πω, τό μέλλον χτυπάει στό ψαχνό
αλύπητα. Κι ανακαλύπτω
μέ θλίψη πώς έχω αρχίσει νά ξεχνώ.
Πώς όλα σκεπάζονται μ’ ένα αχνό
σύννεφο, κι όχι μέ τή σκιά των ευκαλύπτων.

Νιώθω πώς λίγα πράγματα μπορούν νά συμβούν,
κι άλλα, πολύ περισσότερα, πώς δέν θά γίνουν.
Μά όσα δέν γίνονται τώρα, βομβούν
στά σκονισμένα κοιλώματα του λοβού
όπως οι σφήκες στούς κάλυκες των κρίνων.

Πάνσοφε, Μεγαλόθυμε, Άρχοντα του Φωτός,
χάρισέ μου έναν θάνατο αντρίκειο.
Τούτο μονάχα σου ζητώ,
εγώ πού ποτέ μου δέν δέχτηκα δοτό
πόστο ή οφφίκιο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001