Σωτήρης Σόρογκας 2

***

Στη σαρκοφάγο εδώ της γης και τ’ ουρανού
κλεισμένος βρίσκομαι από γεννησιμιού.
Βεβαίως περπατώ και γράφω ακόμη
κι έχω στο κάρκαλό μου λίγη κόμη,
Κοιμούμαι, πλένομαι, μα βλέπω καθαρά
πως τρώγουνε τη σάρκα μου αργά και σταθερά
ο χρόνος ο αόρατος κ’ η άφθαρτη φθορά.

Πηγή:
Το ιδεόγραμμα του φιδιού, 2003

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας

Κυριακή Μαυρογεώργη_ Be good_2012

***

σε γλώσσα καθαρεύουσα

. . . Κρατώ την μνήμην
διαρκούς αδυναμίας: ότι ερήμην
της θελήσεώς μου έχουν συντελεσθεί
τα γεγονότα του βίου μου. Ότι ήμην
αμέτοχος της προετοιμασίας τους κι ετοίμην
εύρισκα την διαδοχήν τους, την ευπαθή.

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Κυριακή  Μαυρογεώργη, Be good, 2012

,.
.
Μπαρ Saint Tropez d’amour
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει

Υπήρξε, 1999

.

.

(Στιχούργημα για να γραφεί στον ανδριάντα
ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου του πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους
…… και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα
……
παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη
…… την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια·
…… γυρεύω μιαν εικόνα. . .

Στη γέννησή μου σχεδόν μισάνθρωπος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν απάνθρωπος.

Ανασκαφή, 1984

.

Σωστά· λοιπόν, η λύσσα αυτή ας κοπάσει
κι η ματαιοδοξία μας η μεγάλη,
γιατί μπορεί να ονειρευτούμε πάλι·
κι αλήθεια, στην παράξενη αυτή πλάση,
μόνο όνειρο είναι η ζωή. Κι η πείρα
μού έδειξε πως ζούμε στ’ όνειρό μας
ό,τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας,
ώσπου ν’ αφυπνιστούμε από τη μοίρα.
Σ’ όνειρο ο βασιλιάς έχει την πλάνη
ότι διατάζει, ορίζει, βασιλεύει,
αλλά οι ιαχές, τα ζήτω που μαζεύει,
δανεικά είναι· ο θάνατος τα κάνει
στάχτες και τα σκορπίζει στον αέρα.
Ποιος θα
θελε άραγε να κυβερνήσει
ξέροντας ότι πρέπει να ξυπνήσει
σ’ ένα όνειρο θανάτου κάποια μέρα;
Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το
δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις “ημέρες”, μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

.

Ζώο της μιας ημέρας, μιας στιγμής
στο απροσμέτρητο άπλωμα του χρόνου,
ο δίχως γνώση, δίχως πίστη, ευτελής
σκόνη των άστρων, παρανάλωμα του πόνου,
το τίποτα που ευθαρσώς φωνάζει «Εγώ»,
η σάρκα που στενάζει και σαπίζει,
ο αρσενικός που θέλει πάντα θηλυκό,
στ’ αρσενικά τα άλλα που γρυλίζει,
αυτά που όσο πληθαίνουν με διαιρούν,
της Ιστορίας λεγεώνες συνιστώσες,
τα προστιθέμενα που όλο με αφαιρούν
κι οι ερμηνείες όλες και οι γλώσσες,

Κόσμε πολύ, ας είμαι λίγος, δεν μου αρκείς·
όσο ματώνω, θ’ αναβλύζει Εκείνος
και να σιγήσεις, να εξαλείψεις δεν μπορείς
το Μεταφυσικό που είμαι Κτήνος.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

Όχι, δεν είμαι εγώ καθώς νομίζεις
αυτός που κυβερνάει από τα βάθη
προκαθορίζοντας πορεία και στόχους

Ο άλλος είναι – ο αποκεκρυμένος

Εγώ –μα ποιος εγώ ;– παγιδευμένος
«αιχμάλωτος μιας αποτρόπαιης μοίρας»
ο ποιητής Πι Δέλτα ή Γάμα Βήτα
ή Ορέστης Αλεξάκης τέλος πάντων
δεν είμαι παρά μόνον υπηρέτης
αγνώστου Αυθέντη που ποτέ δεν είδα
και που δεν έχω ακούσει τη φωνή του
γιατί τα μάτια μου είναι σφραγισμένα
τ’ αυτιά μου βουλωμένα και τα χέρια
δέσμια για να μπορούν να κάνουν μόνο
τις απολύτως αναγκαίες κινήσεις.

Μοίρα σκληρή – μα δεν παραπονιέμαι
Γιατί οι ενδείξεις συνεχώς πληθαίνουν
πως είναι κι ο Αυθέντης μου τυφλός
κωφός
βωβός

και με το στήθος άδειο. . .

Πόρφυρας, τχ. 132, 2009

.

Μορφές αβέβαιες, που κάποτε σας είδα
κι έπειτα λιώσατε σαν χιόνι στο νερό,
ξανάρχεστε σαν ν’ άνοιξα λάθος σελίδα,
πιο πίσω, εκεί που έλεγα πως, ναι, μπορώ
να ζήσω –κι έζησα– φυσώντας τον αφρό –
κι έγραψα
λες κι υπήρχε τρόπος να μη φταίω
έγραψα κάτι αστείο κι ίσως τρυφερό :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Πρόσωπα αόριστα, ξανάρχεστε σε μένα
σαν να φυσήξαν τη μορφή σας στο γυαλί
μιας πόρτας που όλο περιστρέφεται σαν γέννα
που κάποιος την ανάγγειλε κι ανακαλεί. . .
Ξανάρχεστε μα εγώ προχώρησα πολύ
και βλέπω κάτι κι από σας πιο φευγαλέο
κι όλο σωπαίνω όπως αγγίζεις μιαν ουλή·
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Ξανάρχεστε μα έχω αλλάξει πια ιδέες.
Λοξεύει ο κόσμος μου σαν βέργα στο νερό. . .
Κοιτώ –και βλέπω– βεστιάριο με λιβρέες

κι έπειτα αυλαία, που ανοίγει και φορώ
σκούφια τρελού με κουδουνάκι δολερό :
κόσμο ρευστό σαν την εικόνα του όταν κλαίω
και σαν μυγάκι μες στο μάτι σταθερό
κι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Κι εγώ χτυπάω σαρανταδύο και κρυώνω
και σαν ν’ αγγίζεις για πολύ τον πάγο καίω. . .
Κι όσα δεν γνώρισα θυμάμαι
αυτά μόνο :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο
δε λέω !

Ποιήματα χωρίς ιδιότητες, 2009

.

Πώς ο νους δε χάνει την ελπίδα.
Σε πράγματ’ ασήμαντα μένει κολλημένος
Και με τα χέρια σκάβει, λυσσασμένος,
Για να βρει στο τέλος μιαν ακρίδα!

Μπορεί ν’ ακουστεί τέτοια φωνή
Εδώ, στον κύκλο των πνευμάτων;
Και όμως η ψυχή μου ευγνωμονεί,
Εσένα, τ’ αθλιότερο όλων των πλασμάτων.
Με λύτρωσες απ’ την απελπισία,
Που τις αισθήσεις μού
κανε κουρέλι.
Αχ, με τόσο πελώρια οπτασία
Θα
πρεπε να νιώθω παιδαρέλι.

Εγώ, που μ’ έβλεπα σαν ομοίωμα Θεού
Πίστευα πως άγγιζα την αιώνια αλήθεια,
Ήθελα να γευτώ τη λάμψη τ’ ουρανού
Και ν’ αποβάλω κάθε θνητού συνήθεια.
Εγώ, σα χερουβείμ, που όλο δυναμώνει
Στις φλέβες της φύσης έλεγα κυλώ
Και των Θεών το βίο ζητούσα να χαρώ.
Για το θράσος μου πόσο μετανοώ,
Μια βροντερή φωνή μ’ έκανε σκόνη.

Κακώς είχα το θράσος να σου μοιάσω!
Κι αν είχα δύναμη για να σε πλησιάσω,
Να σε κρατήσω η δύναμη δε σώνει.
Κείνη την άγια στιγμή
Ήμουν παιδί αντρειωμένο.
Μ’ έστειλες πίσω στη γραμμή
Στ’ αβέβαιό μου πεπρωμένο.
Τί ν’ αποφεύγω, ποιος θα μου το μάθει;
Να υπακούω σε κάθε μου ορμή;
Αχ, οι πράξεις μας, το ίδιο και τα πάθη
Της ζωής μας κόβουν τη ροή.

Σα φτάνουμε στου πνεύματος το μεγαλείο
Ξένο σώμα πάνω του κολλάμε
Και το καλό στον κόσμο σα μετράμε,
βλέπουμε πως είναι ψεύτικο, γελοίο.
Αυτοί που μας έδωσαν ζωή και της ψυχής τα κάλλη,
Παγώνουν σα βρεθούν μες στην επίγεια ζάλη.

Όταν με τόλμη τα φτερά ανοίγει η φαντασία
Και στο αιώνιο προσδοκά ν’ ανυψωθεί,
Μια στάλα τόπος μπορεί να της αρκεί,
Μόλις στη δίνη των καιρών χάσει την ευτυχία.
Η έγνοια βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει,
Σκάβει κρυφές πληγές και μας σπαράζει.
Μας κλέβει κάθε μας χαρά, κάθε ηρεμία
Και πάντοτε σκεπάζεται με νέα προσωπεία.
Πότε χωράφι, σπίτι κι οικογένεια εμφανίζει,
Άλλοτε δηλητήριο, μαχαίρι και φωτιά,
Τρέμει κανείς το άγνωστο με κάθε του ματιά,
Κι ό,τι δεν έχασε, με δάκρυ το ποτίζει.

Δε μοιάζω στους Θεούς! Προχώρησα πολύ!
Με το σκουλήκι μοιάζω, που σκάβει μες στη γη.
Σ’ αυτό που σέρνεται και ζει μέσα στη σκόνη,
Ώσπου αγνώστου πέλμα με βία το σκοτώνει!

Δεν είναι σκόνη, αυτός ο τοίχος ο ψηλός,
που με χιλιάδες ράφια με πλακώνει;
Η ανόητη φλυαρία που με ζώνει
Και προς το σκώρο με σπρώχνει διαρκώς;
Εδώ θα βρω ό,τι δεν έμαθα με τόσους κόπους;
Θα ξεφυλλίζω τόμους τα βιβλία,
Για να δω πως τυραννία βασανίζει τους ανθρώπους
Και πως ελάχιστοι κατακτούν την ευτυχία;
Τί μου γελάς, άδεια νεκροκεφαλή;
Κι εσένα το μυαλό σου βρέθηκε θολωμένο,
Έψαξε την αλήθεια σε δύση και ανατολή,
Και βγήκε στο τέλος οικτρά απατημένο!
Με ειρωνευτήκατε όργανα, που με σπουδή,
Μου δίνατε κύλινδρο, τροχό και σμίλη,
Ήμουν στην πόρτα, κι είσαστε το κλειδί,
Γεράσατε μα δεν ανοίγεται την πύλη.
Μέρα καταμεσήμερο, στο φως
Το πέπλο δε σηκώνεται της φύσης
Κι ό,τι δε θέλει να γνωρίσεις
Δεν ξεσηκώνουν τροχαλία και μοχλός.
Εσύ, παλιό και άχρηστο εργαλείο,
Σε κρατώ μόνο για του πατέρα μου τη χάρη
Κι εσύ, παλιά περγαμηνή, που λυχνάρι
Θα σε καπνίζει, όσο φωτίζει το γραφείο.
Κάλλιο το λιγοστό μου βιος να
χα σκορπίσει,
Παρά με λίγα φορτωμένος να ιδρώνω!
Ό,τι απ’ τον πατέρα σου έχεις κληρονομήσει,
Θα το κρατήσεις, αν το κερδίσεις μόνο!
Τ’ άχρηστο είναι βαρύ φορτίο.
Αξίζει μόνο της στιγμής το μεγαλείο.

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Φάουστ, Μια τραγωδία,
Μέρος πρώτο, στ. 602-685, μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, 2001

.

Aποκαλύπτεται ο Σιγισμούνδος, αλυσοδεμένος,
ντυμένος με τομάρια ζώων, και κρατώντας ένα λυχνάρι.

Ο άμοιρος εγώ, ο δυστυχισμένος!
Με βλέπεις, ουρανέ, πόσο υποφέρω
·
πες μου: τόσο πολύ σ’ έχω προσβάλλει
που ήρθα στον κόσμο, κι έχεις επιβάλλει
τέτοια σκληρή ποινή; Αν κι ίσως ξέρω
γιατί η γέννησή μου είν’ η αιτία
να λιώνω εδώ, σε μαύρη φυλακή:
η γέννηση του ανθρώπου μόνο αρκεί,
αυτή
ναι η πιο μεγάλη του αμαρτία.
Μα σε ρωτώ, ουρανέ, κι εσύ αποκρίσου,
να βρω μια λογική στα βάσανά μου:
έξω απ’ τη γέννηση, ποιό έγκλημά μου
προκάλεσε τη φοβερή οργή σου
για να
χω τέτοια τύχη; Δεν γεννιούνται
στον κόσμο πλάσματα άλλα; Αυτά τί κάνουν;
Γιατί τόσα προνόμια απολαμβάνουν,
προνόμια που εμένα μου στερούνται;
Γεννιέται το πουλί, και κελαηδάει,
ίσα-ίσα μια μικρή μπάλα από χνούδι,
όμορφο, λες, σαν φτερωτό λουλούδι
η φύση το
χει πλάσει. Όμως πετάει,
αρνιέται της φωλιάς την προστασία
σκίζει τη διάφανη οροφή του κόσμου
·
κι εγώ, με πιο πολλή ψυχή εντός μου,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το αγρίμι, στολισμένο
μ’ όμορφα στίγματα, λες και η φύση
μ’ αστερισμούς τού έχει ζωγραφίσει
το δέρμα. Μα σαν νιώσει πεινασμένο,
θα δείξει την τυφλή του θηριωδία
και άγρια θα ξεσκίσει τη βορά του
·
κι εγώ, που ένστικτα έχω ανώτερά του,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το ψάρι, τυφλό σπέρμα
του αφρού και των φυκιών, κι ούτε αναπνέει,
άβουλο μες στα κύματα επιπλέει
σαν ασημένια βάρκα δίχως έρμα.
Κι όμως, βουτά στην άβυσσο την κρύα,
τα απύθμενά της βάθη να μετρήσει
·
κι εγώ, που έχω βούληση και κρίση,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται το ρυάκι, στα λουλούδια
ανάμεσα τις σπείρες ξεδιπλώνει
σαν φίδι που ολοένα μεγαλώνει.
Κι αμέσως, με κελαρυστά τραγούδια,
υμνεί του κάμπου τη γενναιοδωρία
κι ελεύθερο κυλάει, χωρίς εμπόδιο
·
κι εγώ, που έχω της ζωής το εφόδιο,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Η σκέψη αυτή μαρτύριο μού
χει γίνει,
ηφαίστειο που μου καίει τα σωθικά μου,
και μου
ρχεται να κάνω την καρδιά μου
χίλια κομμάτια. Ποια δικαιοσύνη,
ποια λογική, ποιοι νόμοι έχουν στερήσει
από τον άνθρωπο ένα δώρο θείο
που απλόχερα χαρίζουν στο θηρίο,
στο ψάρι, στο πουλί, σ’ όλη τη φύση;

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις «ημέρες», μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003