+Φ+_+-+χ_Ε_Β+__Γ +Υ+¦+-+_+_+φ+¬+¬_Γ_+θ +_+__Α+__Δ+-+φ+_+¬_Γ +Φ+__Β+-+ψ_Δ+__Γ_2012

***

Σε ψηλό βουνό που δεσπόζει
στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη
της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει
απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει
τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει
πλουσίων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,
έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει
σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει
ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει
και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης
και μυστικός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Τον ελεεινόν σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:
« Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα·
» στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα ».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Γιαννέλος, Ξεπεσμένος δερβίσης, 2012

.

Με  κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω  απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα ένα τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες  ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα  τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά.  Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια που δεν ξαποσταίνουν.

Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός  σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και  να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα τον αποικίζει, τον γλεντάει.

Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά  μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού, κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον έπαινο γινόταν,

ή να μην πολεμάει (καμένο το χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του –
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα μεγάλη
το φόρτωμα του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου  το στολίσει.

Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι, όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια οφθαλμαπάτη.

Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια, έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής – μες  στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν  μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το  εξωγήινό τους.

Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι  φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα,  σαν να ’χα
γευτεί πραγματικά το τέλος, τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου. Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην του πει ένα ψέμα,

μην . . . . ;  Ή τη διαβολικά κινημένη βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο να κλέψει; –
Μες στην αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά  πετύχει.

«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως  κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο κερδισμένο.

Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί, φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού απ’ τον ελαιώνα.

Βραδιά στο «Flower», 2001

.

Στον Θανάση Χαρμάνη «Δεύτερη Ανάθεση»

Φυλάξου γιατί παίρνει χρώμα η γύρω φύση
Σα μεγαθήριο σ’ έχει η εξέγερση πλευρίσει
Σιγή      πετάει ένα πουλί      βούκινο ένα βαπόρι
Και τώρα ακούγονται σκυλιά και μισθοφόροι
……Ζυγώνουν      έρχονται να σπείρουνε τον τρόμο!

Γη ταραγμένη από σκιρτήματα θανάτου
Κάμπος πλατύς που φαρμακώσαν τα νερά του
Γκριζαρισμένα από το θειάφι και το νέφτι
Μιας άστοργης βροχής κακού που ’δες να πέφτει
……Εδώ χαιρέκακα σταλμένη από το νόμο

Μ’ άλικο φίλτρο τραβηγμένα σε κοιτάνε
Πρόσωπα ασάλευτα καθώς      μικρέ λαοπλάνε
Χάνεσαι μέσα στη θεόρατη νεφέλη
Και μια πομπή τα λάβαρά της υποστέλλει
……Θωρώντας σε      δεντρί φτενό για το λοτόμο

……Θεέ της ανυπακοής      σ’ άγνωστο δρόμο

Μ’ απανωτές εκρήξεις καταμήκος της ασφάλτου
Πρόσταξε «Χίλια!» στο λευκόχρυσο πεντάλ του.

Εντευκτήριο, τχ. 9, 1989

.

Οι πιο αψηλές κι ευαίσθητες αντένες
Τσακίστηκαν στη γη σου      άχαρη χώρα
Που ακόμα στέργει ωστόσο ηρώων γέννες
Μια τόσο φωτεινή κι ανύποπτη ώρα

Γυμνός      και σε περίχυνε η γαλήνη
Των ιδεών που σ’ είχαν επιτάξει
Ο αγνότερος τα κρίματά σου λύνει
Σκοπός      που εγίνη απόφαση και πράξη

Καρδιές αναιμικές σε βρίζουν      άσ’ τες
Να σέρνουνται από μαύρους μισθοφόρους
Θα λάβεις      κι ας φρενιάζουν οι δυνάστες
Το δίκιο σου απ’ το μέλλον δίχως όρους

Μια ζοφερή τελειώθη τραγωδία
Εκδικητής που εξόργισε την Άτη
Έγειρες μπρος στην άτεγκτη εξουσία
Κι εσύ      σεμνέ     ορκισμένε  Επαναστάτη!

Πολιορκία, τχ. 29, Δεκέμβριος 1985

.

Εδώ φωτογραφία είναι του τέλους
η θάλασσα γαληνεμένη ο ήλιος δύει
χρυσίζουν τα νερά λόφοι χαριτωμένοι
κι αυτός ας πούμε εσύ να τα μαζεύεις
τα σύνεργα της γραφικότητας και πάλι
στο δρόμο πίσω σπίτι φιλαράκια
ουζάκια στην αυλή ψάρια στη θράκα
του δειλινού τραβώντας την αυλαία
παρατυχών Τραπεζικός και Ποιητής

Πλην της σκιάς σου αυτής που πάει
στα σίγουρα με το κεφάλι προς τα κάτω
σαν κάτι εκεί να ξέχασε να πάρει
ή κάποιος να της νεύει απ’ το σκοτάδι
από αυτούς που δεν σηκώνουνε κουβέντα
μια προσημείωση κρυφή για τα ως άνω
και να μη μένει αφωτογράφιστο και τ’ Άλλο
κάτι η Μαύρη Θάλασσα των Στεναγμών
και προπαντός ο Εύξεινος ο Πόνος

Ακτή Καλλιμασιώτη, 2009

.

Στ’ απόκρημνα του εβδομήντα, συνεχώς φυσά.
Αέρας γκρίζος ξερριζώνει την ψυχή σου.
Για τη σχισμή του χρόνου μού άφησες χρυσά
νομίσματα, αλάτι και νερό· μα εδώ, στου δρόμου τα μισά
αρχή και τέλος ένα με το κρύο της αβύσσου.

Ανοίγει αυλαία και σε σκονισμένο φως
ελληνικής ταινίας, πλέουν βουνά και σπίτια.
Στο καφενείο του χωριού που πέτρωσες μικρός
η τηλεόραση χιονίζει παραμύθια
να παίζει θεότυφλος ζητιάνος ο καιρός.

(Εκείνος που κατοίκησε φωτογραφίες παληές
όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια
και κλείδωναν τις μουσικές, μα μέσα από τα τζάμια
τού γδύνονταν η θάλασσα πίσω από τις ελιές,
που στράγγιξαν τα χρόνια του στις άγριες αγκαλιές —

έφαγε στάχτη του πρωινού και θράκα της σελήνης
τα πήρε στο κρανίο του, τον έδεσε η σιωπή
— μια λέξη για κρασάκι του, μια λέξη για ψωμί —
όμως εκεί που φύτρωσες κεράκι πώς θα γίνεις
το γράψανε τα σήματα που ντύνονται οι σφυγμοί.)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Μέσα σε ονείρου φυλλωσιά, κολυμβητής χλωμός
προς την Κυψέλη τ’ ουρανού, αργά περνώντας σβήνεις
και πέφτουνε τα γράμματα. Το παγωμένο φως
κι ο ανήκουστος Γενάρης. Ο λερός καπνός.
Στους βάλτους του ενενήντα τρία φυσά και πώς να μείνεις.

Λατομείο, 2002


ο φ ε ι λ ή

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

Και μου ’πε: Στα εμπόδια της ρίμας
ψηλάφησα τη μοίρα του ισοβίτη,
για μήνες σ’ ένα σπίτι της Αθήνας
κοιτώντας τη σελήνη απ’ το φεγγίτη
το θύμα είχα ταυτίσει με το θύτη
κι αντί για το σχεδιάγραμμα του ονείρου
προτίμησα τα λόγια, τη βιασύνη
που δίνει του θανάτου ελεημοσύνη.

Κοιμάται και σωπαίνει σαν τη Σφίγγα
το φως του παραλόγου, κι όμως τώρα
εγώ, που ούτε το δάκρυ μου δε βρήκα
σ’ αυτής της νοσταλγίας την αιώρα,
σου δείχνω εδώ του μνήματος τα δώρα:
οι στίχοι είναι του τίποτα η προίκα.

Και του ’πα: Ως εκεί δεν έχω φτάσει.
Κι εκείνος μ’ απαντάει: Όποιος χάσει

τα ίχνη του ανάμεσα στους μύθους
σ’ αυτόν θ’ ανήκει πάντοτε η μνήμη
κι αυτός θα ’χει το κράτημα του ξίφους
ανάμεσα σε πόλεμο κι ειρήνη.

Η νύχτα ξαγρυπνούσε σαν αγρίμι
κι ο Νίκος πάλι έπαιζε με γρίφους.
Το ίσως, είπε, είναι του βεβαίως
ο άλλος εαυτός, ο αμελητέος.

Αλλά καθώς οι λέξεις οι αναγκαίες
αγγίζαν στα τυφλά η μια την άλλη
κι ανοίγαν του νοήματος οι αυλαίες,
το σφάλμα, σα μαστίγιο, και πάλι
ηχούσε μες στη σκέψη και η ζάλη
του ύπνου αναμόχλευε ιδέες
κι ελπίδες που σωθήκαν κατά τύχη
στου χρόνου την αφρούρητη αποθήκη.

Και τότε μου ’πε: Έλα, θα σου δείξω
τα μέρη τ’ από ’δω, που δεν αλλάζουν.
Το φως του σταλακτίτη θα σ’ ανοίξω
να δεις τις ερημιές που σε τρομάζουν
και τ’ άφυλα παιδιά που τα θαυμάζουν
οι νέοι και οι γέροι. Κι ό,τι αγγίξω
να ξέρεις πως δε θα ’ναι παρά ψέμα
και μίμηση γιορτής μπροστά στο βλέμμα.

Ακούσαμε απαλό της χλόης το ρίγος
στο πέλμα, και ο άνεμος θρηνούσε
το κύμα των ψυχών μέσα στο σφρίγος
μιας άγνωστης φωνής που αντηχούσε
πλησιάζοντας διαρκώς. Αδημονούσε
η νύχτα να μιλήσει κι ήταν λίγος
ο χρόνος που απέμενε στον κήπο.
Τον μέτραγε η καρδιά σε κάθε χτύπο

κι ο ήλιος είχε πάψει να φωτίζει.
Το βλέπεις, μου ’πε, αυτό το μονοπάτι;
Τελειώνει εκεί που η όραση αρχίζει
κι αρχίζει εκεί που φλέγονται οι βάτοι.
Σ’ αυτής της γης τα μήκη και τα πλάτη
δεν έμαθ’ η ζωή να ψιθυρίζει
στ’ αυτί των πεθαμένων. Κάθε μέρα
την τέφρα τους σκορπίζει στον αέρα

θυσία στην ανθρώπινη αστοχία.
Υπέφεραν στην έρημο και χάρη
σ’ εκείνης της πληγής την ευτυχία
επέτρεψαν στο θάνατο να πάρει
στα χέρια του τ’ ωραίο χαλινάρι
του πόνου που γεννάει τη λατρεία.
Πεθαίνοντας, νυμφεύτηκαν το χώμα
και τώρα ταξιδεύουν δίχως σώμα.

Παιδιά περάσαν δίπλα μας και γέροι
μιλώντας σε αόρατες Κυρίες
που ακούμπησαν στον ώμο μου το χέρι.
Οι άγγελοι διηγούνταν ιστορίες
για αρραβώνες, γάμους και μοιχείες
γνωστές από παλιά σ’ αυτά τα μέρη.
Κι ο Νίκος είπε: Εδώ θα μοιραστούμε
αυτό που απομένει ν’ αρνηθούμε.

Δεν λέω πως τον πίστεψα, αλλά τώρα
ερχόταν προς το μέρος μου απ’ τη λίμνη
(όπου οι ψυχές περίμεναν την ώρα
που θ’ άγγιζε η φτερούγα τους τη μνήμη)
η μάνα μου και μου ’δειχνε την κρήνη
που έπιναν νερό τα σαρκοβόρα.
Στα μάτια της φυσούσε απ’ την Ασία
και μέσα στης βοής την πανδαισία

ακούστηκε για μένα κάποια νύξη.
Ποιος ίλιγγος, ποια χίμαιρα αιώνων
μπορούσε τώρα πια να ξαναδείξει
τον κόσμο των τρισδιάστατων εικόνων
σ’ εκείνη τη γυναίκα; Των αφρόνων
μνηστή και ερωμένη είν’ η θλίψη
μα η μάνα μου περπάταγε μιλώντας
για τη χαρά. Της έγνεφε γελώντας

από ψηλά ο πατέρας μου, ζητούσε
αντίπαλο να παίξουν με τα χρόνια
και μέσα στη σιωπή του αναιρούσε
τη λύπη, που μου φαίνονταν αιώνια.
Σε μια σκακιέρα άδεια, δίχως πιόνια,
καθόταν και την ώρα του περνούσε.
Κι ο Νίκος είπε: Ξέχνα τον, δε βλέπει.
Η νύχτα θα τον βρει εκεί που πρέπει.

Ιρίδιζαν οι κήποι. Και οι λάμψεις
τα βήματα οδηγούσαν προς το Δέντρο.
Αν θες, είπε, το πνεύμα σου να θάψεις,
ιδού ποιο ’ναι του σύμπαντος το κέντρο
,
και της φωνής του άλλαζε το τέμπρο
σιγά σιγά. Θα άξιζε να κλάψεις
γι’ αυτούς τους μίσχους, για το κάθε φύλλο
της βλάστησης που έθρεψε το θρύλο.

Ανάμεσα στου ύπνου τις καμπύλες
κατέβαιναν τ’ αστέρια προς το χώμα
φωτίζοντας τού όνειρου τις ύλες
και είδα πως, θρεμμένο με το πτώμα
των ένοχων, δεν εχει σχήμα ή χρώμα
το Δέντρο στου Παράδεισου τις πύλες.
Καρπός του είν’ η σκιά που δελεάζει
εκείνον που τολμάει και πλησιάζει.

Λαμπύριζεν η Άρκτος και η πάχνη
αλλοίωνε το θέαμα στο βάθος,
εκεί που είχε πλέξει η αράχνη
το ψέμα απ’ του τίποτα το πάθος.
Κοιμήσου, είπε ο Νίκος, είναι λάθος
να σκέφτεσαι το σώμα που σε ψάχνει.
Εδώ, όλες οι μέρες είν’ αργίες
κι ο ύπνος θα σου δίνει οδηγίες.

Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχτας το δρεπάνι
Ναι!, έλεγε, ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος είν’ όνομα ένος τόπου
που φτιάχτηκε απ’ τη φύρα του ανθρώπου.

Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.

Ποιήματα και πράξεις, 1993

drahm2

.

Αύγουστος μήνας, έλιωνε η άσφαλτος
κάτω α
π’ τις ρόδες των αυτοκινήτων,
καθώς κυλούσαμε όλοι ναρκωμένοι
θαρρείς προς κάποιο μαγικό προορισμό,
δικό του ο καθένας κι όμως ίδιο:
τόποι καταγωγής, θαμποί κι ατόφιοι,
με κόκαλα ιερά κατοικημένοι,
πολύ κοντά μας κι όμως τόσο μακρινοί –
σαν ίσκιοι συμπαγείς, σαν ψευδαισθήσεις:
η Ελλάδα που δεν ξέρει να πεθαίνει.

Κυλούσαμε, κι εμείς κι οι διπλανοί μας
κι άλλοι μπροστά και πίσω, ένα πλήθος
μέταλλα που άστραφταν στο φως του δειλινού,
καθρεφτισμοί και φευγαλέα πρόσωπα,
κάθε αυτοκίνητο και μία κιβωτός
σ’ ένα παιχνίδι επιστροφής που κάποιος
το κούρδισε και τ’ άφησε να παίζει
χωρίς κανένα νόημα· κυλούσαμε,
με όγκους βουνών που έριχναν στο δρόμο
από δασόφυτες πλαγιές λίγη δροσιά:
τον ίσκιο μιας απώλειας· κυλούσαμε
καθένας στο δικό του μικροσύμπαν
ιδιοτέλειας και προσδοκίας,
με μια λαθραία θλίψη κερδισμένη
ποιος ξέρει από ποια κρυφή συναλλαγή
με το αδιανόητο ενός άλλου κόσμου,
όλοι γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει
επιστροφή, πως δεν υπάρχει τέλος
κανένα, μόνο κίνηση και πόνος
κι ο χρόνος μιας αέναης επιστροφής
σ’ αυτό που δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει.

Κι ο ένας λέει “εδώ είναι η πατρίδα μου·
εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα,
και πάλι εδώ θα έρθω να πεθάνω”·
κι ο άλλος δεν μιλά, σχεδόν δεν νιώθει,
τα χρόνια του στιγμές που αποσταλάζουν
φόβο το φόβο σ’ ένα κέλυφος σιωπής,
με το λαμπρό τους κέντημα από μέσα
ανεύρετο ακόμη και στα όνειρα.

Όμως εκεί, μπροστά στα μάτια μας, το φως
διηγόταν μια πολύ παλιά ιστορία,
και θά
λεγες – τίποτα δεν αλλάζει,
το ακοίμητο νερό κυλάει ακόμα
και πλέκει τον αέναό του κύκλο
μέσα σε δάση από έλατα και δρυς,
αδιάβατα ρουμάνια και χαράδρες
και ρεματιές με τα ψηλά πλατάνια,
κι ευλογημένος από μέσα τους φυσά
αέρας δροσερός τα καλοκαίρια
και κρύος το χειμώνα με τα χιόνια.
Αν είναι ακόμα αιώνιος ο κόσμος.

Κυλούσαμε όλοι, κάπου δεκαπέντε
δισεκατομμύρια χρόνια μακριά
απ΄ τη μεγάλη έκρηξη· ο δρόμος
ήταν σπαρμένος με κουφάρια ζώων
που αδιάφοροι οδηγοί τα προσπερνούσαν,
το τρίχωμα, τα κόκαλα κι οι σάρκες
ένας αδιάφορος πολτός· κυλούσαμε
στην άσφαλτο που έλιωνε σαν λίπος,
ρευστοί μέσα στο φως, ιχνογραφίες
στη λάμψη του μεγάλου γυρισμού, καθώς
σωπαίνοντας κοιτούσαμε τον ήλιο
να βασιλεύει αυτοπυρπολημένος
αργά προς την αιώνια αδιαφορία.

Ο κρότος του χρόνου, 2007