Παναγιώτης Τέτσης

* * *

Αβγάερος, αβγήλιος,
ο Μάρκος ο Αυρήλιος.

*

Να και το αβγόου
του Εδγάρδου Άλαντος Πόου.

*

Ατσούγκριστα αβγά,
βλέμματα γέμουν πάθος

*

Αβγό καλό κι αξάκριστο,
αβγό καλό μαντάτο.

*

Ραμφί, ραμφάκι που κροτείς
Στο ντελικάτο τσόφλι.

Πηγή:
Αβγά μάταια, 1998

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης

***

Όλα τα ρυάκια τις βροχές τα νέχταρά σου φύση
τα ζαρωμένα μάτια μου στο φως έχουν ρουφήσει.

Μια σε κοιτάζω μέσα μου και μια σε βρίσκω απ’ έξω
στο κάλεσμα του μυστικού σου είμαι έτοιμος να τρέξω

με αδύναμα νεφρά καρδιά και με κομμένα μέλη
και με τη μνήμη ολόξερη κερήθρα δίχως μέλι.

Μα ολόστεγνο προτού βρεθώ κουφάρι το χειμώνα
το κορμί βόγκαε μέσα του βαριά κι ανυπομόνα’

να γίνουν διάφανα φτερά τό ’να και τ’ άλλο χέρι
και τζίτζικας να τραγουδάω μόνο ένα καλοκαίρι.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Βαθιά σου αντιζυγιάζεται το νάτριο με το χλώριο
σταλαγματιά αστροθάλασσας φωτιάς πολλοστημόριο.

Ω νά ’κουγες το στρόβιλο της αρμονίας των ιόντων
κραύγαζε μες στη δίψα σου το μυστικό των όντων.

Το κάλιο δίνει στη φωτιά τη λάμψη, το μαγνήσιο
κάμνει να δείχνει πιο όμορφο το ψεύτικο απ’ το γνήσιο

κι ο άνθρακας ψευδάργυρους σμίγει ν’ αναμετρήσει
τη ρίζα από το φύλλωμα το σύννεφο απ’ τη βρύση.

Σαν το άστρο, τό ’χεις μέσα σου που θα σε τρώει το στόμα
τα γηρατειά αντιμάχονται τις στάχτες και το χώμα

κι ακόμη στων καλοκαιριών τη φλόγινη ανυδρία
στάλα τη στάλα μέσα σου σε ξεδιψάει μια υδρία

και κάτι από τα σπλάχνα σου φτερό πάει να φυτρώσει
φτερό διπλό σε φτερωτό να σε μεταμορφώσει.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της  οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά ναι δικά  μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Πηγή:
Eπιτάφιος, 1936

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Ξάφνιασμα Νο 2, 1990-1

***

Ο ΛΙΛΙΟΣ

Χαρούμενα δρουβούδιζαν και ζουπηχτά βρυξούζαν.
Μα μόλις είδαν τον Λιλιό, επέσαν και ζιζίβαν.

***

ΤΑ ΑΠΡΑΓΑΔΙΑ

Ρειθραδιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
Κάνοντας χθου και πθου,
Στις τσίνιες και στις γάβωνιες :
Το αναμπουφτούρδισμα,
Και το κακό πιτσιπιτού
Στο γιο του Φιφλιτζή,
Ζούνε τα απραγάδια.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Πέτρος Σοροπάνης, Ανατολικά-Δυτικά και Νότια, 2011

.

Έκλεισε απόψε το χιόνι τους δρόμους.
Έχει η ζωή δικούς της νόμους.

Σκληροί κι αμείλικτοι ενίοτε φαντάζουν
άλλοτε πάλι μοιάζουν δίκαιοι κι ορθοί.

Χάρη σ’ αυτούς μένει απαράλλαχτη η ζωή
μα αγάλι αγάλι οι νομοθέτες δοκιμάζουν

να την αλλάξουν προς στιγμήν, όπως το χιόνι
τη διάθεσή μου αλλάζει σαν κυκλώνει

μ’ άσπρες νιφάδες εκείνους που
τον δρόμο χάσανε του γυρισμού.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.

****

Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.

****

Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;

****

Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;

****

Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;

****

Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;

****

Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;

****

Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.

****

Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.

****

Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

.

Κλέφτες, τσακάλια, λωποδύτες,
προέδροι, σύμβουλοι, αγιογδύτες.

Μικροί υπουργίσκοι, ιδιαιτέρες,
πανούκλα, μούργα και εταίρες.

Γραμματικοί και ποιητάδες,
κατουροκάνατα, χουρμάδες.

Ανθρωπογλείφτες και κλανιόλες,
υπαλληλίσκοι και ξεκώλες.

Κομματικοί, ειδησεογράφοι,
οι χατζηαβάτες και οι τάφοι.

Ακαδημία και δασκάλοι,
μολυβοσπρώχτες μα και κάλοι!

Ελλάδα όμορφη και νέα
δεν είν’ στον κόσμο πιο ωραία . . .

Πλανόδιον, τχ. 49, Δεκέμβριος 2010

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997


.

Μιλώ εδώ για πράγματα απλά,
…………………μα θέλω να τους δώσω κάποιο χρώμα.
Αυτό νομίζω είναι θεμιτό –
…………………και ιδού ένα παράδειγμα ακόμα.
Καθήκοντα αναθέτει ο στρατηγός
…………………με βάση τα προσόντα του καθένα:
ας πούμε, άλλος πάει πεζικό,
…………………άλλος πηγαίνει τεθωρακισμένα.
Το μήνυμα λοιπόν είναι σαφές –
…………………κοντά στον νου, κορίτσια, και η γνώση·
σκεφτείτε τα ατού του καθενός
…………………και πάρτε ό,τι έχει να σας δώσει:
τη συμβουλήν εκ του νομομαθούς,
…………………το χρήμα, φυσικά, εκ του ευπόρου,
και συνδρομήν δικαστικήν παρά
…………………του έχοντος την πείραν συνηγόρου.
Σε στίχους εντρυφεί ο ποιητής·
…………………να του ζητήσεις στίχους επομένως·
και είναι επιρρεπές στα ερωτικά
…………………κατεξοχήν των ποιητών το γένος.
Στον έρωτα, κορίτσια, ο ποιητής
…………………είναι συγχρόνως τζέντλεμαν και ιππότης·
η δε ωραία κι εκλεκτή του ποιητή
…………………προώρισται να γίνει διασημότης.
Μέσω της ποίησης κατέστησαν πολλές
…………………πασίγνωστες σε Ρώμη και Αθήνα·
κι όσο για την δικιά μου, ερωτούν
…………………«ποιά είναι, ρε παιδιά, αυτή η Κορίννα;»
Οι ποιητές απέχουν παντελώς
…………………απ’ τη λεγόμενη ερωτική απάτη·
την τέχνη μετά ήθους διακονούν
…………………και δείχνουν διαγωγή κοσμιοτάτη.
Οι ποιητές δεν θέλουνε πολλά,
…………………δεν τους αγγίζει η ματαιοδοξία·
δεν μπλέκονται με την πολιτική
…………………και προτιμούν να ζουν στην ησυχία.
Συνάπτουν σχέσεις μετά γυναικών
…………………που διακρίνονται από μεγάλο πάθος·
στη σύντροφό τους μένουνε πιστοί
…………………και αγαπούν, ούτως ειπείν, σε βάθος.
Είναι η τέχνη, όπως είπα πριν,
…………………όπου τους κάνει έτσι φινετσάτους·
το ήθος τους –και θα το πω ξανά–
…………………εναρμονίζεται προς το λειτούργημά τους.
Γι’ αυτό, κορίτσια, για τους ποιητές
…………………να δείχνετε μεγάλη προθυμία:
τους δόθηκε ταλέντο απ’ το θεό
…………………κι απολαμβάνουν θεία προστασία.
Είμαστε σαν τους άγιους εμείς,
…………………με το θεό στενά συνδεδεμένοι,
κι η έμπνευσή μας είναι θεϊκή
…………………διότι ουρανόθεν κατεβαίνει.
Μην περιμένεις χρήματα, λοιπόν,
…………………από σοφούς ανθρώπους σαν κι εμένα·
θα ήταν ένα έγκλημα αυτό  –
…………………και, δυστυχώς, απ’ τα συνηθισμένα.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

 

.

Πατρίδα έχω τα βουνά, τις λίμνες και τ’ αγκάθια,
τα βοσκοτόπια τα χλοερά κι όλα τα κατακάθια.

*

Πατρίδα μου η Πάρνηθα που κάρβουνο έχει γίνει,
πατρίδα μου ο ανεύθυνος που δεν σηκώνει ευθύνη.

*

Πατρίδα μου είναι οι θάλασσες κι όλα τα ξερονήσια
που επιτελούνται τουρισμός και ξέφρενα γαμήσια.

*

Πατρίδα μου είναι ο Εφραίμ, οι βίλες και οι πισίνες.
Η Κλυταιμνήστρα που έγινε φόνισσα στις Μυκήνες.

*

Πατρίδα μου είναι οι υπουργοί, η Ζήμενς κι ο Τσουκάτος,
της Βιστωνίδας το νερό, οι όχθες και ο πάτος.

*

Πατρίδα μου το Ψυχικό, που όποιος το περπατήσει
θα νιώσει πως ανήκουμε αληθινά στη Δύση.

*

Πατρίδα μου η Αχαρνών και η πλάζα Κουμουνδούρου.
Κάθε γωνιά κι ένας καημός και το άρωμα του. . . ούρου.

*

Πατρίδα μου τα Ζωνιανά κι ο κουμπουροκουμπάρος
που στάζει από λεβεντιά και τον φοβάται ο Χάρος.

*

Πατρίδα μου το μακιγιάζ των πάντων κι όπως λάχει,
και ο Λεωνίδας στα στενά που έπεσε στη μάχη.

*

Πατρίδα μου η Ολυμπιακή που με φτερά σπασμένα
την παν για παρθενορραφή να πουληθεί. . . παρθένα.

*

Πατρίδα μου οι λιπαρές κοιλάρες των Ελλήνων,
τα τέσσερα επί τέσσερα και η δόξα των κρετίνων.

*

Πατρίδα μου τα διόδια και η κόκα που ρουφάμε.
Θρησκεία, πάστρα, πουτανιά: ωραία δεν περνάμε;

*

Πατρίδα μου έχω τη σιωπή και το δωμάτιό μου,
τον θρήνο της γειτόνισσας μες στον φωταγωγό μου.

*

Πατρίδα έχω μια στιγμή του ξύπνιου και του ονείρου
και ψάχνω στο τηλέφωνο τα εγγόνια του Ομήρου.

Ελευθεροτυπία, 11.10.2008

.
 
I

Τα εβδομήντα – όταν άλλοι είναι νεκροί
και άλλοι γέροι – είναι μιά ηλικία πικρή
για τους ζωντανούς. Αλλά και τους υπόλοιπους
δεν θα τους υποδεχτεί ο Όλυμπος.
 
 Γιατί μετά θάνατον το σώμα
δεν θα ξαναπλάθεται από χώμα.
Αφού μετατρέπεται σε λίπασμα,
θα κυκλοφορεί ως απείκασμα.
 
 
II
  
Όλα δείχνουν πως διαβαίνουμε την Πύλη
δίχως τη σωματική μας ύλη:
 
 καθαρές ψυχές, άυλα πνεύματα,
άτρωτα απ’ τα μαγειρέματα
 
 του χρόνου, που –όμως σ’ εκείνα τα ύψη–
πολύ φοβάμαι πως θα μας λείψει.
 
 
III
 
Γιατί δίχως σώμα (έστω νεοσύστατο)
η αιωνιότητα θα ’ναι υποκατάστατο.
Χωρίς χείλια, ρώγες, στήθος,
θ’ απομένει μόνο η ιδέα, ο μύθος
 
 – βέβαια κι η μουσική των κόσμων,
αλλά μια μορφή διακόσμου,
όπως το βιολί ή το μαντολίνο
συνοδεύει λόγια, όχι εκείνο
 
που συνέβη (δίχως συνοδεία λαγούτου)
στον καιρό του. Ως εκ τούτου
από το να ζω μονάχα με τον ήχο
προτιμώ τα εβδομήντα και να βήχω.
 
Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

01010

λίγο-λίγο, σπρώξε-σπρώξε, πού και (μοιρο-) πού και πότε-πότε (-λόι)

το τακ-τακ τού (περιμένω πώς και πώς να μου χτυπήσεις!)

ρόπτρου, πριν τον (πέρα-δώθε) τοκετό του χρόνου στο ρολόι,

σπρώχνει το τικ-τακ του προς το πού (και πώς) να μην αργήσεις.

.

011011

ενθάδε κείται ο ποιητής μας †ηλίας λάγιος

που κάποιοι είπαν πως είν’ αλήτης και κάποιοι άγιος.

όλη και όλη η περιουσία του: ένας πλάγιος

τρόπος του λέγειν. ήταν ο στόχος του πάγιος:

να κατουρήσει στου ποιήματος το πηγάδι. ώς

τώρα απέτυχε, διαβάτη, φάρσα· ο τάφος άδειος.

.

0100011

ί θα λίπι απόψ’ (ι πίισις) ί θα κιμάτε ί θα ’χει χάσι τιν ακοΐ τις.

ί μιν ο όμιρος (λόγο ίισις) δεν ανίγι όταν χτιπάι ο μαρονίτις;

Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο, 2002

.

1. Βγάλαν απ’ τ’ άλογά μας τα μπουζί
πηγαίνουμε κι ερχόμαστε πεζοί.

2. Μας πήραν το κεντρί με νυχοκόπτη
να μη μας ενοχλεί στην πολυθρόνα.

Ακάθιστος Δείπνος, 1994

.

Ποια είν’ η νύχτα που γελά γιατί δεν σκοτεινιάζει
Ποια είν’ η πέτρα που κελαηδεί μαύρη σαν το φεγγάρι

Ποιο είν’ το ψάρι που πονά και δεν αναστενάζει
Ποιος είν’ ο Άραρος της Κελτικής κι ο ποταμός Αδάσπης

Είσαι η κόρη του καιρού, η μάννα του πατέρα
Το φιλητό του Χάροντα στην κεφαλή της τρέλλας.

Ποια μάννα γέννησε ποτέ χωρίς να ξεκορμίσει
Ποια σκέψη έγνεψε το φως χωρίς να κριματίσει

Είσαι το ρόδι του ροδιού, μήλο από μηλώνα
Είσαι ο κάμπος του Βορριά, καύτρα του λουτρικού μου

Είσαι το ρόδο που αηδόνισε μ’ ανθρώπινη φωνίτσα
Είσαι το όνομα και η φυλή, βαθυκυματοδρόμα ρίζα.

Τα Άκτα, 1996

.

Εκεί που άλλοτε κυλούσε ο Ιλισός
εκάθισα και έκλαψα, μισός

αιχμάλωτος, μισός ερωτευμένος,
κι ανέβαινε στα χείλη μου ο αίνος.

Κάποια πατρίδα θα ’φερα στο νου,
ν’ ανθίζει στα μετόχια τ’ ουρανού,

με θάλασσες πιο μέσα κι ακρογιάλια
κι ολόφωτα τις νύχτες μανουάλια·

καλή πατρίδα, κι ήσουνα κι εσύ
χρισμένη και σε τύλιγαν κισσοί

και θερινά φεγγάρια· τον ψαλμό
τον ένιωσα σαν κόμπο στο λαιμό,

που λύθηκε στα χείλη μου κι εχάθη
στις όχθες του Ιλισού, στου μπαρ τα βάθη.

.

Και κοίταξα τριγύρω τους θαμώνες·
υπέρυθροι σαν ίσκιοι στους λειμώνες

του κάτω κόσμου, ρύθμιζαν τα χείλη,
και άλλοι σιωπηλοί, σαν να ’ταν φίλοι·

άλλοι εξοφλούσαν κάποιο καταπότι
και άλλοι –οι πιο πολλοί– τον Ισκαριώτη.

Και συ, πού ήσουνα, ποιον εξοφλούσες,
ποιο φως ανομολόγητο κι αργούσες;

ποιο κοίτασμα σε πήρε, ποια πατρίδα
σε τύλιγε σε βράχο και χλωρίδα;

Αργά, καθώς ξημέρωνε, κι ο αίνος
ολόφυρτος ανέβαινε, πνιγμένος,

στην Καλλιρόης, σαν παλιός διδάχος,
εκάθισα και έκλαψα μονάχος.

Αισθηματική αγωγή, 1993

.

Αισθητηριακή απομόνωση άπνοια
έκοψα εντός μου με ξυράφι τα ποτάμια

Έσωσα την ψυχή μου – ποιο το νόημα
τι να το κάνω το ξερό ετούτο θρόισμα

Κόλαση; δεν πιστεύω την· δεν είναι
κι ούτε φλογοβολάει τα σωθικά μου

Αποκομμένη απ’ το πανάρχαιο κρίμα
δε μας σκοτώνει δε μας σώζει η αμαρτία

Χαμένη πια η ενότητα του πάθους
θάνατος και ηδονή ξέχωρα υπάρχουν

Σε σώζουν βατραχάνθρωποι, Οφηλία
Μαργαρίτα Γκωτιέ, βατεύου εν υγεία

Κανείς κανείς κανείς καθώς μαδάει
η καρδιά μου και χάνεται στα χάη

Άλλη είναι η μοναξιά σου άλλη η δικιά μου
κι αχ, δε βρέχει στην πόλη όπως κλαίει στην καρδιά μου

Δάκρυα φιλιά στου κρεβατιού την πλώρη
αγάπη μου, για πού τραβάμε ονειροπλόοι

Φρενίτιδα γυναίκα απελπισμένη
για μας τι πια σημαίνει η λίμνη Τρασιμένη

Μη λογαριάζεις τι ήμουν τι δεν ήμουν
δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου

Μόνον διά της λύπης, 2006

.

Ο χρόνος κύλησε
η πρόζα δεν ήλθε

Ο πόνος έγειρε
το ποίημα εξήλθε

Ο λόγος στέγνωσε
φωνή και παρήλθε

Άλλοτε αλλού, 2004

.

– Μια φάρσα – θέλεις να την ξαναπαίξουμε; Έναν γάμο
σαν κολικό, σαν να έχεις στα νεφρά σου άμμο…
– Θέλεις να παίξουμε την τελετή, τα δώρα,
παρόν το σόι σου ( που κούφια να ν’ η ώρα ! )
– να παίξουμε – αυτό προπάντων ! μια νεότητα
που κράτησε ένα χρόνο, στην πραγματικότητα ;
– Να παίξουμε πως ήμουν τριανταεννιά –
κι έπινες κι έγραφες κι ο μήνας είχε εννιά
– κι ήταν η κάθε μέρα μου παραμονή –
κι οι φίλοι σου μου λέγαν “κάνε υπομονή”
– γιατί ήταν, λέει, μια γιορτή να ξημερώσει –
περίμενα, δεν είχα ακόμη μετανιώσει
– που δεν ξημέρωνε ποτέ κι εγώ φοβόμουν,
κι όλο σε πρόσεχα και σε περιποιόμουν.
– Κάτι ελλόχευε στον άδειον ουρανό :
Κάτι ερχόταν – όλο και πιο σκοτεινό
– Κι όλα τα τύλιξε ο φόβος. . . τη ζωή σου
και τα παιδιά που εν τέλει έκανα μαζί σου,
– τη φωτεινή κουζίνα, το ζεστό φαΐ
τα πρωινά, που έβγαζες βόλτα το σκυλί,
– την πάχνη της αυγής, το διάβασμα, το χάδι
τα βράδια που δεν σε μισούσα στο σκοτάδι. . .
– Έτσι περάσανε τα χρόνια, έπαιξα κι έχασα –
Σιγά σιγά, δεν σ’ αγαπούσα πια, το ξέχασα. . .

fin’amor, 2000