Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012

 

Μανώλης Σκούφιας, Pictures of Instincts or Food Pornography, 1990

***

Τη χώρα όλη εγύρισα σαν σκύλος πεινασμένος
χοχλιούς να εύρω δεν μπορώ, σιντά ‘μαι μανιασμένος
ντάκους και στάκα να γευτώ μόνο γιατί τση τάσσει
κι αν έχει και γίδα βραστή να φέρη να τη φάσι.

Ω μακαρούνες με τυρί καλά ζαφοριαμένες
κι εσείς οι μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες
τα σιουφηχτά ελάτρευσα τσιτσιριστά ωσαύτως
το όσιον γαμοπίλαφο της μοναξιάς μου τάφος.

Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε να σε ιδούσι
πρόβαλε δώσ’ τωνε το φως σε τούτο το τσιμπούσι
πρόβαλε ναίσκε δώσε μου εσύ ψωμί κι αλάτσι
ο πεινασμένος στόμαχος απόψε να Χορτάτση.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Σκούφιας, Pictures of instincts of food pornography, 1990

Παναγιώτης Τέτσης

* * *

Αβγάερος, αβγήλιος,
ο Μάρκος ο Αυρήλιος.

*

Να και το αβγόου
του Εδγάρδου Άλαντος Πόου.

*

Ατσούγκριστα αβγά,
βλέμματα γέμουν πάθος

*

Αβγό καλό κι αξάκριστο,
αβγό καλό μαντάτο.

*

Ραμφί, ραμφάκι που κροτείς
Στο ντελικάτο τσόφλι.

Πηγή:
Αβγά μάταια, 1998

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης

***

Σε μια τεφρή γλειμμένη γη που αρνιόταν να βλαστήσει
καθώς παραπονιόμουνα κάποιο πρωί στη φύση
βαδίζοντας στα κουτουρού κι ακόνιζα τη λάμα
της σκέψης πάνω στην καρδιά σαν σε σκληρό ένα πράμα,
είδα μέσα στο φως βαρύ να ’ρχεται προς τα κάτω
μεγάλο νέφος πένθιμο νεροποντή γεμάτο
μ’ έναν εσμό από δαίμονες, μια σπείρα κακοήθη
που θύμιζε αδιάκριτους νάνους σε παραμύθι.
Βαλθήκαν να παρατηρούν μ’ απάθεια τ’ άτομό μου·
κι όπως διαβάτες που κοιτούν τον παλαβό του δρόμου
αντάλλασαν νοήματα και μουρμουρίζαν κάτι
ο ένας στον άλλο μυστικά και κλείνοντας το μάτι.

Δέστε του Αμλέτου τη σκιά, την τραγική του στάση
που διάλεξε ο γελοίος αυτός τάχα για να του μοιάσει,
με βλέμμα αναποφάσιστο, μαλλιά ανακατωμένα.
Ντροπή δεν είναι για ένα αστό καλοθρεμμένο ή ένα
απόκληρο, ένα ηθοποιό και πιο σωστά θεατρίνο,
επειδή παίζει πειστικά τον μέγα ρόλο εκείνο
να θέλει να ενδιαφερθούν για τ’ άθλια του τραγούδια
οι τζίτζικες κι οι αετοί, τα ρυάκια, τα λουλούδια
και ν’ απαγγείλει ως και σ’ εμάς πού ’χουμε επινοήσει
τ’ αρχαία αυτά τεχνάσματα ; τη θλιβερή του ποίηση ;»

Ο αλαζόνας μου εαυτός που ξεπερνά τα νέφη,
οικτίροντας τους δαίμονες την όψη του αποστρέφει,
γαλήνια κι ηγεμονική απ’ το χυδαίο τους πλήθος,
όταν, ανάμεσα σ’ αυτούς, με σπαραγμό στο στήθος
διέκρινα ήλιε πώς μπορείς ν’ αντέχεις τέτοιο ψέμα !
των λογισμών μου την κυρά με το θεσπέσιο βλέμμα
μαζί τους να γελάει με τη δική μου απελπισία
και να τους ρίχνει πού και πού μια βρώμικη θωπεία.

Πηγή:
Δεκαπέντε ποιήματα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, 1994

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Χωρίς τίτλο, 2005

***

Γυναίκα αυστηρών αρχών και ηθικής αψόγου, η Λεβίνα
εφρόντιζε το σπίτι της, κυρίως την κουζίνα.
Πέρσι το καλοκαίρι ξαφνικά, ως άπλωνε τα ρούχα
«Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,
είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη
πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.

Πηγή:
Η Ρώμη και ο κόσμος της, Θεσσαλονίκη, 2005

Εικονογράφηση:
Σταύρος Χατζηϊωάννου, Το κόκκινο γάντι, 2006

***

 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της  οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά ναι δικά  μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Πηγή:
Eπιτάφιος, 1936

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Ξάφνιασμα Νο 2, 1990-1

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

Πηγή:
Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Γιώργος Κράλλης, Cirkus Mundi, 2010

.

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

A.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.

.

Β.

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ʼσουν εσύ που θα ʼφερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού…

Η νύχτα να ʼταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

.

Γ.


Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ʼσμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

.

Δ.


Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μία ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

.

Ε.


Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ʼναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

Στροφή, 1931

.

Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.

****

Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.

****

Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;

****

Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;

****

Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;

****

Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;

****

Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;

****

Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.

****

Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.

****

Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

.

.

Στον Γιώργο Κακουλίδη

Κοιμήσου και παράγγειλα
δραγάτη το φεγγάρι
γέρνει σαν υπνοφαντασιά
λάμπει σαν παλικάρι
που νίφτηκε στολίστηκε
πέρασε φυλαχτάρι
της άνοιξης το κάλεσμα
στα στήθια κεχριμπάρι
στη μέση ζώστηκε σπαθί
στο χέρι το κοντάρι
να χτυπηθεί με το θεριό.

* * *

Του Αηγιωργιού η χάρη
κάθεται στα μαλλάκια του
σγουρά σαν το μανάρι
χτυπάει ο δράκος μια φορά
χτυπάει ο νιος σαράντα
πηδάει το αίμα του θεριού
ποτίζει το χορτάρι
βογγούν οι υψηλές κορφές
αχούνε τα φαράγγια
λιώνουν τα χιόνια στα βουνά
με τ’ Αηγιωργιού τη χάρη
κινάει ο νιος ο τυχερός
τη λυγερή να πάρει.

Ευθύνη, τχ. 284, Αύγουστος 1995

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997

.

Φθινόπωρο στον έρωτα απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά.

Φιλί γυρεύω του ουρανού κι αυτός μου δίνει στάχτη
μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι σαν θέλω να κοπείς
σαλεύουν τα πορτόφυλλα κι η κλειδωνιά γυρίζει
αέρας μου σφυρίζει, αν έρθεις μην αργείς.

Γδύσου κι από τα μάτια μου πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου είναι χειμωνανθός
την λύπη την κατοίκησα σε νύχτα και σε μέρα
σ’ αφήνω στον αέρα για να σε βρω στο φως.

Η αγάπη φόβους κι όνειρα δειπνά προτού ραγίσει
στου πόνου το ξωκλήσι αγιάζει η ερημιά
κι εγώ μια θλίψη που ζητώ για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει θα σ’ αρνηθώ ξανά.

δίσκος : Γιάννης Χαρούλης, Χειμωνανθός, 2006

.

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

Στην αγκαλιά του κύκλου, 2004

.

Σκοτεινιασμένες βυσσινιές
πνίγουν το περιβόλι·
τούτες οι μαύρες φυλλωσιές
δεν κρύβουν τριαντάφυλλα
γερμένα από τον κάματο
πάνω σ’ ένα πηγάδι.
Μέσα σ’ εβένινα κλαριά
στάζουν κρυμμένα χείλη
γυναίκας που έβρεξε τα δάχτυλα
στο ματωμένο κάνιστρο
το στόμα της να βάψει
μπρος σε θαμπό καθρέφτη·
και το φεγγάρι βγήκε αργά,
στόλισμα της Σαλώμης.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

The sun is not in love with us,
Nor the corrosive sea…

Βράχια πάνω απ’ το πέλαγος· η πετρωμένη οδύνη
φυλακισμένου πλάσματος στο λίθινο εαυτό του·
ξεράθηκε το ανάβρυσμα στο ρίζωμα της πέτρας·
άρμη σαν τέφρα, οίηση θαλασσινής αιθρίας.

Αγάλματα με τον καιρό γίνονται οι αναμνήσεις
οι ακατέργαστες μορφές των θάμνων και των βράχων
μια σιωπή μεσημεριού το πυρωμένο ατσάλι.
Σε τέτοια απύθμενη σιγή ποιοι κατοικούν θαμμένοι

βαθιά μέσα στα σώματα της φλογισμένης πέτρας
πάνω σε ράχη απάνθρωπη σ’ άγριο καλοκαίρι;
Πάθη και πόνοι και λυγμοί κλεισμένοι στο γρανίτη
όπου αναπήδησε νερό, στέγνωσε με τα χρόνια,

και τα πουλιά γυρίζουνε, οι γλάροι τα κοράκια,
πάνω απ’ την άγονη στεριά· προμήνυμα θανάτου.
Βραχότοποι καρτερικοί στο θερινό τους άλγος,
κήποι και κοιμητήρια των σκύλων των προβάτων,

γεμάτοι κόκαλα ζεστά κούφια κιτρινισμένα
γεμάτοι φίδια ευέλικτα στο χώμα με τ’ αγκάθια.
Κι ο άνεμος αλύπητα περνά και μαστιγώνει
ανθεκτικά μορφώματα, ανέκφραστα, υψωμένα

μέσα στο μένος του καιρού στην άγρια αγωνία
του μελτεμιού που απλώνεται κυρίαρχο σαν άγχος
λες κι η ψυχή του αναζητά την ύστερη γαλήνη
σ’ αυτά τ’ απολιθώματα που αμίλητα κοιτάνε.

Μα πότε πέρα θα φανούν ψηλά τείχη δακρύων
(και στους συκιώνες μια οσμή – το γάλα της Ελένης)
μες στην καρδιά του λιοπυριού μια νύξη καταιγίδας:
μνήμη της λύπης που γυρνά και καταργεί τη λήθη

αλλά το σφρίγος του καιρού τη σβήνει· οφθαλμαπάτη.
Ξανά στη στέγνια την τραχιά, μαράζι της αρμύρας,
τα κύματα αδυσώπητα δέρνουν την ερημία
τα φιλντισένια βότσαλα τους ρωμαλέους όγκους.

Μια νύχτα του Ερμαφρόδιτου, 1989

.

Άραγε νύχτα είναι αυτό που ακούγεται ακόμα
και που ξυπνούν τα παιδικά θηρία της ψυχής;
Η φλεγμονή στα όνειρα κι η μόλυνση στο στόμα
νύχτα σημαίνει άραγε ή πλοίο της γραμμής;

Χρυσάφι κι αίμα της σιωπής αιμορραγούν οι αισθήσεις,
σαν λυσσασμένοι εισαγγελείς δυο σκύλοι μας κοιτούν
κι οι φίλοι ανυπεράσπιστοι που ζουν με παραισθήσεις
δεν ξέρουν πια γιατί πονούν και ποιόν σφιχτά κρατούν.

Το μαύρο γάλα των πουλιών το πίνουν ακροβάτες
κι η δόξα κομματιάζεται με φώτα και σκοινιά.
Σαν την αράχνη στήνουμε παγίδα στους διαβάτες
γι’ αυτό μυρίζουν τα φιλιά φορμόλη του φονιά.

Αναμνήσεις από την όπερα, 1987

.

Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα μ’ έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη
Τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα

Μα εμένα μού ’δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού ’λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
«Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα»

Απ’ αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς που ’χα μαζί του μπλέξει
Έπαιζε με ένα ακκορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ’ έβαλε να γίνω τραγουδίστρα

Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού ’λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου
«εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου»

Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα
Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα κάποιον συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο

Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια
«εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια».

Μ. Χατζιδάκις, Πορνογραφία, 1982

.

ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΕΣ

Έπεσα στις ανηφοριές και πώς να τις ανέβω;
Η γειτονιά σου ανηφοριά,
ανηφοριά το σπίτι σου,
ανηφοριά η καρδιά σου,
ανηφοριά σ’ ανηφοριές κ’ η αγάπη σου.

η λέξη, τχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος 1999

.

ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΕΣ ΙΙΙ

Πήρα τρεις στίχους απ’ τα μάτια σου
και δέκα απ’ τα φιλιά σου,
τρεις από την αλήθεια σου
και δέκα απ’ την ψευτιά σου.

Νέα Εστία, τχ. 1733, Απρίλιος 2001