Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

***

Αφήστε όλα τα φώτα αναμμένα
Κάποτε θα χορτάσετε σκοτάδι

Πηγή:
Χρονοσυλλέκτης, 2011

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

Σόρογκας, 2008

***
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία.

                                             Απόψεις της Θαλάσσης,
μακριά από των ανθρώπων Σκηνώματα και Μάνδρες·
ενώνει τα διεστώτα· κομίζει την Φιλία,
τον Σύνδεσμο, την Σκέψη, σε πλήθος Παραλίες
διάχυτες σε Εκτάσεις. Συναγωγός Αγάπης,
σε επίσκεψη καλαίνει. Ο Ασπασμός, ενάλιος
ανέκαθεν υπήρξε και ο Εναγκαλισμός,
μίμηση της Αγκάλης, που ανοίγεται σε Αχτές.
Λικνιστική Θωπεία μας ήρθε από Θαλάσσης.
Οίστροι ρευμάτων πάνε κι ορμούνε από παντού,
και διασταυρώσεις βρίσκουν. Ύδατα μεθ’ υδάτων.
Καπεταναίοι, Λοστρόμοι, Γένος των Ναυτικών,
την ταπεινότητά τους την ξαγρυπνούν στα πλοία.
«Υπέρ Σύμπαντος κόσμου», «Μεγάλων Ιδεών»
δεν δίδουν την ξαγρύπνια. Το σκάφος πώς να ορμίσουν,
πάντοτε επί καλού, ιδού το μέλημά τους.
Τον πλου τον διορισμένο να πλεύσουν, τίποτ’ άλλο.
Κι ενώ βαρείες Φροντίδες δεν έχουν, είναι ωστόσο
το σκάφος τους το Σύμπαν· και ατοί τους κατασταίνονται
Πρόνοιες Θεού. Χρυσός και άλλα στολίδια και είδη,
δεν λείπουν κανενού. Αντίς για σμύρνα, μόνο
το Επάγγελμα έχει αρμύρα. Ο χρόνος καταλυέται.
Περίοδο νέα υψούται, όσο βαστάει το κάθε
ταξίδι. Και από το ένα στο άλλο ταξίδι, κάνει
νεφέλη Δημιουργίας. Των περασμένων Μνήμες,
τους νόμους της Ομοιότητας φέρνουν στο νου, τους νόμους
της Εμπειρίας, τους νόμους της Διαφοράς,  κι’ επίσης
τους νόμους της Αγάπης, που από Καρδιάς πηγάζουν.

Πλωτοί, καμαρωτοί κόσμοι, κυβερνημένοι
με της Σοφίας τους Δείχτες, απόψεις της Θαλάσσης,
κοντά σας καταργείται, και απολησμονημένη
τραβά για Ανυπαρξία.

Πηγή:
Εκλογή Α´, 1934

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας, 2008

.

Είπα κι εγώ ένα βράδυ να βυζάξω τα τοπία.
Ξερίζωσα λοιπόν τα δυο μου μάτια
κι έκαψα βούτυρο σ’ ένα φαρδύ τηγάνι
να πιω βουνά και λίμνες στέρεα τώρα.
Ο κόσμος είναι δυο μαστοί το δίχως άλλο
με μια και δυο κουτάλες της κουζίνας
πήρα να τους γευτώ μέσα στο πιάτο∙
ψαύοντας με τη γλώσσα τις θηλές τους
τα δάκρυα σαν παιδάκια είχαν κλοτσήσει
σαν τόπια τα τοπία είχαν κυλήσει
στο νέο τους χάρτη μιας πεδιάδας ομελέτας.

Αυγά και μάτια ένα μπαστούνι παίρνω τώρα
κι όπου σας βρίσκω θα τρυπάω και θα βαδίζω.

Ο θάνατος το στρώνει, 1986

.

Αστραφτερό παιχνίδισμα που κρύβει
τα βάθη του υδάτινου θηρίου
είναι από κίτρινο τη μέρα
τη νύχτα είναι από λευκό χρυσάφι
— οφθαλμαπάτη θησαυρού πάνω στο κύμα.

Άνθη του νερού, 1994

.

Σαν να χα αποκοπεί απ’ την αλήθεια μου

Και σήκωσα ψηλά τα μάτια κι είδα
επάνω απ’ το κεφάλι μου μια Ανάσταση.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος
πάνω σε τούτο το
κωδωνοστάσι;
Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει
κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες
με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου

Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα
Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;
Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;

Νιώθω νερά στα πόδια μου
κοάζουν
τριγύρω μου βατράχια
με φωτίζει
ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου
που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει

Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου
τί θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι
θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια

Κι απορημένος κάνει το σταυρό του

Ο ληξίαρχος, 1989

. 

Όμως
ποια να σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
—με τόση λάμψη τόση μουσική—
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

Το άλμπουμ των αποκομμάτων, 2009
,.
.
Μπαρ Saint Tropez d’amour
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει

Υπήρξε, 1999

.

Μη σπέρνεις γύρω σου σκοτάδι, γίνε φως·
γι’ αυτούς που βλέπουν με τα μάτια σου το φως
και παίρνουν από σένα την ανάσα,
γι’ αυτούς που κάποτε θα γίνεις ίσκιος, μη –
μη θησαυρίζεις μαύρη νύχτα, γίνε φως,
κάνε να φαίνονται τα μάτια που αγαπούν,
να φέγγουνε στο νύχτωμα του κόσμου.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Δεν το ξεχνώ το πανδοχείο εκείνο
Τον ξενοδόχο που χαμογελούσε
με το ένα μάτι πάντοτε κλεισμένο
σα να ’χε βρει του αινίγματος τη λύση
Την καμαριέρα με το μαύρο δόντι
που διέσχιζε τους έρημους διαδρόμους
κρατώντας πάντα μια σβησμένη λάμπα
λες κ’ είχε κάτι να μας φανερώσει
Το θάλαμο    τα δώδεκα κρεβάτια
–γύρω βαλίτσες
μπόγοι
πατερίτσες
κι η μυρωδιά παντού του σάπιου χόρτου–
Ν’ ακούγεται βροχή    να κάνει κρύο
να χώνεσαι στα βρώμικα σεντόνια
να βγάζει ο διπλανός το πρόσωπό του
μέσ’ από τις κουβέρτες και να λέει
Καλά να σκεπαστείς να μη κρυώσεις
νύχτα θα καβατζάρομε το κάστρο
μπάζει φαρμάκι από τις χαραμάδες

Υπήρξε, 1999

.

Εδώ φωτογραφία είναι του τέλους
η θάλασσα γαληνεμένη ο ήλιος δύει
χρυσίζουν τα νερά λόφοι χαριτωμένοι
κι αυτός ας πούμε εσύ να τα μαζεύεις
τα σύνεργα της γραφικότητας και πάλι
στο δρόμο πίσω σπίτι φιλαράκια
ουζάκια στην αυλή ψάρια στη θράκα
του δειλινού τραβώντας την αυλαία
παρατυχών Τραπεζικός και Ποιητής

Πλην της σκιάς σου αυτής που πάει
στα σίγουρα με το κεφάλι προς τα κάτω
σαν κάτι εκεί να ξέχασε να πάρει
ή κάποιος να της νεύει απ’ το σκοτάδι
από αυτούς που δεν σηκώνουνε κουβέντα
μια προσημείωση κρυφή για τα ως άνω
και να μη μένει αφωτογράφιστο και τ’ Άλλο
κάτι η Μαύρη Θάλασσα των Στεναγμών
και προπαντός ο Εύξεινος ο Πόνος

Ακτή Καλλιμασιώτη, 2009

.

Όχι, δεν είμαι εγώ καθώς νομίζεις
αυτός που κυβερνάει από τα βάθη
προκαθορίζοντας πορεία και στόχους

Ο άλλος είναι – ο αποκεκρυμένος

Εγώ –μα ποιος εγώ ;– παγιδευμένος
«αιχμάλωτος μιας αποτρόπαιης μοίρας»
ο ποιητής Πι Δέλτα ή Γάμα Βήτα
ή Ορέστης Αλεξάκης τέλος πάντων
δεν είμαι παρά μόνον υπηρέτης
αγνώστου Αυθέντη που ποτέ δεν είδα
και που δεν έχω ακούσει τη φωνή του
γιατί τα μάτια μου είναι σφραγισμένα
τ’ αυτιά μου βουλωμένα και τα χέρια
δέσμια για να μπορούν να κάνουν μόνο
τις απολύτως αναγκαίες κινήσεις.

Μοίρα σκληρή – μα δεν παραπονιέμαι
Γιατί οι ενδείξεις συνεχώς πληθαίνουν
πως είναι κι ο Αυθέντης μου τυφλός
κωφός
βωβός

και με το στήθος άδειο. . .

Πόρφυρας, τχ. 132, 2009

.

« Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι –
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν’ ακούσεις – »
. … .     . ………………………..
τί ν’ ακούσω, τί να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
« Ο νους σου στο μουνί – »
……………… . ……..  … …….. ….. .
.ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.

Και κάτω απ’ την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ’ την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος – θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ’ άλλα θα
ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ’ ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα ναι το γαμήσι.

Αν κάποιος αγαπήσει μια γυναίκα,
το σώμα μιας γυναίκας ή κι ακόμη
μέρος του σώματός της ( αυτό μόνο
ένας αληθινός ηδονοθήρας
είναι σε θέση να το καταλάβει ),
μπορεί να εγκληματήσει, να σκοτώσει
τη μάνα, τον πατέρα, τα παιδιά του·
ο Πούσκιν είχε πάθος με τα πόδια
των γυναικών κι έγραψε στίχους· άλλοι,
χωρίς να γράφουν στίχους, δεν αντέχουν
να τα κοιτάξουν καν με ηρεμία

( Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ ).

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας –
αυτό ποθώ, δεν το
κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας : το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ’ άλλα.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Ανοίγω τη μικρή γυάλινη θύρα
του σκοτεινού παλαιοπωλείου, χτυπάει
παλιοκαιρνό κουδούνι μα κανένας
δεν έρχεται
.. Τριγύρω βασιλεύει
τέφρα σιωπής κι ακινησία θανάτου
Ποιος είναι εδώ; Ρωτώ και το κουδούνι
ξαναχτυπά καθώς η θύρα κλείνει
Νιώθω πως είμαι πια παγιδευμένος
σ’ ένα ψυχρό νεκροταφείο πραγμάτων
Μισοσβημένες προσωπογραφίες
παμπάλαια βάζα και μουγγά ρολόγια
ζώα και πετεινά ταριχευμένα
που με κοιτούν με το νεκρό τους βλέμμα
Χαμογελά χορεύτρια πορσελάνης
Μου γνέφει φιλικά μακάριος βούδας
Κάτι σα χνούδι νιώθω να μ’ αγγίζει
Ποιος είν’ εδώ; Ξαναρωτώ
και τότε
φέγγος θαμπό το χώρο πλημμυρίζει
Ξανθό κορίτσι βγάζει το κεφάλι
πίσω από τη ροτόντα και μου λέει
Σιγά .. μη σας ακούσει και σωπάσει
Παίζει φαγκότο πάλι .. τον ακούτε;
Παίζει φαγκότο
Κάτω
Στα θεμέλια

Υπήρξε, 1999

drahm2

.

Αύγουστος μήνας, έλιωνε η άσφαλτος
κάτω α
π’ τις ρόδες των αυτοκινήτων,
καθώς κυλούσαμε όλοι ναρκωμένοι
θαρρείς προς κάποιο μαγικό προορισμό,
δικό του ο καθένας κι όμως ίδιο:
τόποι καταγωγής, θαμποί κι ατόφιοι,
με κόκαλα ιερά κατοικημένοι,
πολύ κοντά μας κι όμως τόσο μακρινοί –
σαν ίσκιοι συμπαγείς, σαν ψευδαισθήσεις:
η Ελλάδα που δεν ξέρει να πεθαίνει.

Κυλούσαμε, κι εμείς κι οι διπλανοί μας
κι άλλοι μπροστά και πίσω, ένα πλήθος
μέταλλα που άστραφταν στο φως του δειλινού,
καθρεφτισμοί και φευγαλέα πρόσωπα,
κάθε αυτοκίνητο και μία κιβωτός
σ’ ένα παιχνίδι επιστροφής που κάποιος
το κούρδισε και τ’ άφησε να παίζει
χωρίς κανένα νόημα· κυλούσαμε,
με όγκους βουνών που έριχναν στο δρόμο
από δασόφυτες πλαγιές λίγη δροσιά:
τον ίσκιο μιας απώλειας· κυλούσαμε
καθένας στο δικό του μικροσύμπαν
ιδιοτέλειας και προσδοκίας,
με μια λαθραία θλίψη κερδισμένη
ποιος ξέρει από ποια κρυφή συναλλαγή
με το αδιανόητο ενός άλλου κόσμου,
όλοι γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει
επιστροφή, πως δεν υπάρχει τέλος
κανένα, μόνο κίνηση και πόνος
κι ο χρόνος μιας αέναης επιστροφής
σ’ αυτό που δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει.

Κι ο ένας λέει “εδώ είναι η πατρίδα μου·
εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα,
και πάλι εδώ θα έρθω να πεθάνω”·
κι ο άλλος δεν μιλά, σχεδόν δεν νιώθει,
τα χρόνια του στιγμές που αποσταλάζουν
φόβο το φόβο σ’ ένα κέλυφος σιωπής,
με το λαμπρό τους κέντημα από μέσα
ανεύρετο ακόμη και στα όνειρα.

Όμως εκεί, μπροστά στα μάτια μας, το φως
διηγόταν μια πολύ παλιά ιστορία,
και θά
λεγες – τίποτα δεν αλλάζει,
το ακοίμητο νερό κυλάει ακόμα
και πλέκει τον αέναό του κύκλο
μέσα σε δάση από έλατα και δρυς,
αδιάβατα ρουμάνια και χαράδρες
και ρεματιές με τα ψηλά πλατάνια,
κι ευλογημένος από μέσα τους φυσά
αέρας δροσερός τα καλοκαίρια
και κρύος το χειμώνα με τα χιόνια.
Αν είναι ακόμα αιώνιος ο κόσμος.

Κυλούσαμε όλοι, κάπου δεκαπέντε
δισεκατομμύρια χρόνια μακριά
απ΄ τη μεγάλη έκρηξη· ο δρόμος
ήταν σπαρμένος με κουφάρια ζώων
που αδιάφοροι οδηγοί τα προσπερνούσαν,
το τρίχωμα, τα κόκαλα κι οι σάρκες
ένας αδιάφορος πολτός· κυλούσαμε
στην άσφαλτο που έλιωνε σαν λίπος,
ρευστοί μέσα στο φως, ιχνογραφίες
στη λάμψη του μεγάλου γυρισμού, καθώς
σωπαίνοντας κοιτούσαμε τον ήλιο
να βασιλεύει αυτοπυρπολημένος
αργά προς την αιώνια αδιαφορία.

Ο κρότος του χρόνου, 2007