img

***

Κοιτάξτε! Μια χοροεσπερίδα
στα έρημα κι έσχατα τα χρόνια!
Πλήθος αγγέλων πεπλοφόρο
και φτερωτό, κλαίοντας αιώνια,
στο θέατρο κάθονται να δούνε
φόβων κι ελπίδων κάποιο δράμα,
ενώ μια ουράνια μελωδία
η ορχήστρα παίζει κάτω αντάμα.

Σαν τον Θεό ντυμένοι μίμοι
σιγομιλούν και ψιθυρίζουν,
απλά νευρόσπαστα που τώρα
δώθε κι εκείθε φτερουγίζουν.
Όντα χωρίς μορφή τεράστια
αυτά τ’ ανδρείκελα προστάζουν
κι όταν χτυπούνε τα φτερά τους
απρόοπτες συμφορές τ’αρπάζουν.

Το ποικιλόχρωμο αυτό δράμα
κανένας δεν θα το ξεχάσει −
το φάντασμα που το διώκουν
(μα ο κυνηγός δεν θα το πιάσει)
γύρω στον κύκλο που επιστρέφει
ξανά στο ίδιο το σημείο.
Τρέλα και τρόμος κι αγωνία
του έργου αυτού είναι το στοιχείο.

Μα μες στη χλαλοή των μίμων
κάποιον παρείσακτο θα δεις:
ένα ματοβαμμένο πράγμα
από τα βάθη της σκηνής.
Και με θανάσιμες οδύνες
οι μίμοι γίνονται βορά του −
οι αγγέλοι κλαιν που ανθρώπου αίμα
στάζουν τα δόντια τα δικά του.

Μεμιάς τα φώτα σβήνουν όλα.
Πάνω από κάθε μια μορφή,
που τρέμει, λες καθώς σουδάρι
η αυλαία πέφτει ορμητική.
Σηκώνονται και λεν πως είδαν
κάτωχροι οι αγγέλοι δυστυχείς
την τραγωδία «Άνθρωπος», που είναι
ο σκώληξ πρωταγωνιστής.

Πηγή:
Ποιήματα, Τα Ανάλεκτα, 2015

Advertisements

salvatore

***

Τα λόγια μου τραχιά τα έχω θελήσει
σαν τα έργα αυτής της πέτρας που ομορφαίνει
ολοένα, και σκληραίνει
ολοένα –όποιος την είδε, το έχει νιώσει·
το σώμα της με ίασπη έχει ντύσει
κι ίσως γι’αυτό το λόγο ή γιατί μένει
πάντοτε καλυμμένη
σαΐτα δεν μπορεί να την πληγώσει·
εκείνη όμως μπορεί να με σκοτώσει-
και πώς να φυλαχτώ; τα βέλη αυτά
σαν να ’χανε φτερά
πετούν, συντρίβουν κάθε πανοπλία∙
κι ούτε που ξέρουν πώς δεν θα ’μουν λεία.

Δεν βρίσκω ασπίδα να μην την ραγίζει,
σπηλιά απ’ το πρόσωπό της να χαθώ·
σαν μίσχος τον ανθό,
ο νους μου την κρατά και την υψώνει·
κι αυτή, τη συμφορά μου υπολογίζει
όσο το πλοίο τον ήρεμο καιρό·
βουλιάζω, δεν θα βρω
ρίμα το βάρος τούτο να σηκώνει.
Σαράκι, που η ορμή σου δυναμώνει,
βουβά με τρως και τη ζωή μου αδειάζεις·
γιατί εσύ δεν δειλιάζεις
να ’σαι μες στην καρδιά κρυφή πληγή
όσο εγώ να πω ποιος σ’οδηγεί;

Γιατί η καρδιά μου τρέμει όταν σκεφτώ
εκείνη ενώ τριγύρω με κοιτούν·
τις σκέψεις μου μη δουν
φοβάμαι∙ ο θάνατος δεν με φοβίζει
τόσο ή του Έρωτα το κοφτερό
δόντι, που τις αισθήσεις μου εξαντλούν·
οι αισθήσεις φυλορροούν
στη σκέψη της, και η ζωή ξεφτίζει.
Ο έρωτας χτυπά και με γκρεμίζει∙
το ίδιο σπαθί είχε στρέψει στη Διδώ∙
κι εγώ εκλιπαρώ,
δούλος του εγώ που έλεος αιτείται·
μα η φύση του το έλεος το αρνείται.

Και πάλι τώρα θέλει να χτυπήσει
ο αχρείος, τη ζωή μου αψηφά·
στο χώμα με κρατά
και μ’έχει βρει πια τόσο κουρασμένο·
πάει ένα ουρλιαχτό ν’ ανηφορίσει
στο νου μου και το αίμα, που κυλά
στις φλέβες μου, χυμά
προς την καρδιά μου κι άσπρος απομένω.
Χτυπά στο μέρος της καρδιάς με μένος
τέτοιο, που στην καρδιά μου αναπηδά
ο πόνος. «μια φορά
ακόμη», λέω, «αν το σπαθί του υψώσει,
θα μ’ έχει ο τρόμος ήδη αποτελειώσει.»

Να χτύπαγε έτσι ολόισια στην καρδιά της
αυτήν που την δική μου κομματιάζει!
Κι αν θάνατο μου τάζει
η ομορφιά της, μαύρος πια δεν θα ‘ναι·
σε ήλιο ή σε σκιά το χτύπημά της,
της δόλιας φόνισσας δεν παραλλάζει.
Γιατί να μην ουρλιάζει
κι αυτή στις φλόγες που με τυραννάνε;
Αμέσως θα συνέτρεχα και θα ’τανε
χαρά μου, που πολλοί την έχουν νιώσει,
το χέρι να είχα απλώσει
στα ωραία μαλλιά, του έρωτα το υφάδι,
κι εκείνη θ’ απολάμβανε το χάδι.

Αν είχα την ξανθή πλεξίδα αδράξει,
μαστίγιο και βέργα που ματώνει,
ενώ έξω ξημερώνει,
θα έπαιζα ως τ’απόδειπνο ν’αρχίσει∙
κι όχι αβρά, μη βρέξει και μη στάξει,
μα σαν αρκούδα: παίζει και δαγκώνει·
και αν με μαστιγώνει
ο έρωτας, θα έπαιρνα εκδίκηση.
Τα μάτια της, που έχουν πυρπολήσει
ετούτη την καρδιά κι είναι νεκρή,
θα κοίταζα –κι αυτή,
που έστερξε να μ‘ αφήσει, θα κινδύνευε·
κι η αγάπη μου μετά θα τη γαλήνευε.

Τραγούδι μου, εσύ δράμε στη γυναίκα
που πήρε την καρδιά μου και με χώρισε
απ’ό,τι ο νους μου πόθησε.
πέτα, γίνε σαΐτα που βυθίζεται·
τιμή με την εκδίκηση κερδίζεται.

Πηγή:
Πέτρινες Ρίμες, 2014

Εικονογράφηση:
Σαλβατόρε Ποστιλιόνε, Δάντης και Βεατρίκη, 1906

Ιωάννα Ξημέρη_Χωρίς τίτλο_ 2012. tissue paper and cardboard*********

Γιατί αποφεύγεις τα καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δεν θα βρεις της αλυπίας την τέχνη.
Θέσπισε ο Πλάστης νά ′χει αγκάθια η γη από κάτω
και μύριες έγνοιες η ζωή μας. Βάσταξέ τες.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Ιωάννα Ξημέρη, χωρίς τίτλο, 2012

Χρόνης Μπότσογλου (2)*********

Την Αρετή στης πόλης είδα χθες τη μέση,
μαυροντυμένη, σκυθρωπή, γεμάτη θλίψη.
Τι έπαθες, ρώτησα. Κι εκείνη μου είπε: στέκουν
η Τόλμη, η Γνώση, η Φρονιμάδα στις γωνίες,
η Άγνοια κυβερνά κι η Μέθη κι η Δειλία.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

***

Αφήστε όλα τα φώτα αναμμένα
Κάποτε θα χορτάσετε σκοτάδι

Πηγή:
Χρονοσυλλέκτης, 2011

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

To portreto tis Didos Elpidas_2012_Technohoros-art-gallery_Manolis-Anastasakos_Art-Athina_2013*

***

λάινον χιτώνα

Στης μαιζονέτας του την πέτρινη θαμμένος κουστουμιά
για όσα κακά στον εαυτό του έχει κάνει
η αντίμαχή του μοίρα τού προκάνει
βάσανο και γλυκειά παρηγοριά

ωραίας γειτόνισσας να βλέπει τον χορό
όταν τα ρούχα στη βεράντα της απλώνει
ή όταν σκύβει να τινάξει το σεντόνι
της ομορφιάς της σπέρνοντας εικόνες στο κενό

Πηγή:
Απόδρομή του αλκοόλ, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Αναστασάκος, Το πορτραίτο της δίδος Ελπίδας, 2012

Νίκος Χουλιαράς, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

***

Παγετός την νύχτα και νωρίς το πρωί κι η στάχτη, ά
η στάχτινη μνήμη, υγρή μόνωση, ξεφτισμένος τοίχος.
Έρχονται καταιγίδες. Αλλά θάνατος δεν είναι η σταχτιά
απόγνωση των χαμένων. Είναι ο φιδίσιος ήχος

που σέρνεται χαράζοντας τα σπλάγχνα και δαγκώνει.
Ότι η ιστορία είναι η μόνη αστροφεγγιά.
Κορμάκια τσακιστήκανε στου τίποτα το αμόνι,
όμως η αγάπη τους δεν ξεψυχά σε τούτη την φυρονεριά.

Του πόνου Δάσκαλε, άπλωσε το χέρι σου το ανδρείο
κι απ’ την σιωπή σου θαλερή, στείλε τους βόμβους του φωτός
γιατί δεν κατοικεί ο θάνατος ούτε στον πόνο ούτε στο κρύο,
αλλά στην ερημιά, έξω απ’ την θύρα του παντός.

Πηγή:
Κρούσμα, 2011

Εικονογράφηση:
Νίκος Χουλιάρας, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Ταπεινός οπαδός της Αγίας Καικιλίας
μα και δούλος ευρώστου σαρκός και κοιλίας
από ποικίλας επιλέγει μουσικάς
μα προηγείται πάντα ο μουσακάς
ή μουσικό pasticcio του Ροσσίνι
μέσα σε μελωδίας ευφροσύνη
κι όταν του φωνογράφου τελειώνει η άρια
στο πιάτο λάμπουνε σεμνά απομεινάρια
κι όταν φινάλε σε αρπαγή απ’ τον οντά
μένει υπόλειμμα και στον κυνόδοντα
ρέκτης των πιο ακραίων συμβολισμών
από ουρανίων ηδυπότων πίνει τον εσμόν
με κάθε νέα γέυση κάθε ουσία
τον συνοδεύει η τρέλα απ’ τη Λουτσία.

Πάντοτε λέει «εν παραδείσω άδω»
μ’ ένα ρετσιτατίβο και στιφάδο
και πιπεράτη σος για το φιλέτο
το κλάμα το βουβό του Ριγκολέτο
κι αν τον ρωτήσεις για νησιώτικο μαστέλο
θα σου απαντήσει αβίαστα: Οθέλλο!

Θέλει την Κλέφτρα κίσσα και ψητή
και προτιμά την Πέστροφα ή τη
μαύρη αντίστιξη που πίκρα τού αφήνει
γι’αυτό
τον Ρήνο τον μετράει σε χρυσό
μα τη λιγούρα του σ’ ασήμι.

Ό,τι καλό ακούγεται στο ηχείο
βρίσκει το ανάλογό του στο ψυγείο
όταν στη σάλα τραγουδά ένας καστράτος
εξίσου μελωδεί ο κόκορας κρασάτος
και υπό τους ήχους μιας εύθυμης bourrée
με το ρυθμό της ετοιμάζει τον πουρέ

Και εν συνόψει
πάντοτε μ’ ερυθρά την όψη
τρελό γκαλόπ
για εσκαλόπ
ολίγον αλς
μαζί με βαλς
με impromptu
πατάτα οφτή
τενόρου άρια
τηγάνι ψάρια
πίτσα στο πιάτο
με pizzicato
και μ’ ένα presto
κάνει το πέστο.

Συχνά τον κάπελα καλεί a capella
πότε δεινόσαυρος πότε κοπέλα
μέσα του εμπλέκονται αίνος και οίνος
πότε πεντάμορφη και πότε κτήνος.

Σε νύχτα πολυφωνική, σε υπογάστριο άστρων
μονήρης και καρδιαλγής μένει πάντα προγάστωρ·
ακρόασης και γεύματος το τέλος
με μήλο που ο Γουλιέλμος φέρνει Τέλλος.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Νικόλας Κληρονόμος, Θεοφαγία, 2010

Μανώλης Σκούφιας, Pictures of Instincts or Food Pornography, 1990

***

Τη χώρα όλη εγύρισα σαν σκύλος πεινασμένος
χοχλιούς να εύρω δεν μπορώ, σιντά ‘μαι μανιασμένος
ντάκους και στάκα να γευτώ μόνο γιατί τση τάσσει
κι αν έχει και γίδα βραστή να φέρη να τη φάσι.

Ω μακαρούνες με τυρί καλά ζαφοριαμένες
κι εσείς οι μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες
τα σιουφηχτά ελάτρευσα τσιτσιριστά ωσαύτως
το όσιον γαμοπίλαφο της μοναξιάς μου τάφος.

Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε να σε ιδούσι
πρόβαλε δώσ’ τωνε το φως σε τούτο το τσιμπούσι
πρόβαλε ναίσκε δώσε μου εσύ ψωμί κι αλάτσι
ο πεινασμένος στόμαχος απόψε να Χορτάτση.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Σκούφιας, Pictures of instincts of food pornography, 1990

Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

***

Μνήμη Μανώλη Μ.

Σε κλείσανε άστοργοι καιροί
σε κάγκελα και σε καθρέφτες
έρχονταν ύστερα σαν κλέφτες
να σου ανάψουνε κερί.

Δε μίλαγες, δεν έβγαζες φωνή
βουβός και παραπεταμένος
μες στη ζωή σου ήσουν ξένος
ποιος κλαίει κρυφά και ποιος πονεί;

Έγειρες να ξεκουραστείς
αμέτρητες μέτρησες ώρες
πάνω σου στέγνωσαν οι μπόρες
δεν είχες να τις μοιραστείς.

Εκεί, στο τέλος της ποινής σου
σου ’ταξε η μοίρα μιαν ευχή
τη δέχτηκες σαν προσευχή
και σαν κλειδί του παραδείσου.

Τώρα αναπαύεσαι στο χώμα
βρήκες εκεί μιαν αγκαλιά
μαζί μ’ αδέσποτα σκυλιά
μοιράζεσαι το ίδιο στρώμα.

Μα δε σε νοιάζει, δε λυπάσαι, δεν ρωτάς
αυτός ο κόσμος όλα λάθος τα ζυγιάζει
ανάπηρος περνά, δε λογαριάζει
πόσες ρυτίδες μέσα σου μετράς.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***

Δεν θα αντέξεις στη βροχή
το είδωλό σου τρεμοπαίζει
απέναντι σ’ ένα τραπέζι
κοιτάς σε άλλην εποχή.

Τζάμια θολά αχνίζει η ψυχή
σταγόνες τρέχει στο λαιμό η αγωνία
όλος ο κόσμος σου σε μια γωνία
κινδύνους η φωνή σου αντηχεί.

Να ’χες κι εσύ μια κάμαρα ζεστή
ένα λιμάνι πλοίο στην αυλή σου
σαν δώρο κάποιου παραδείσου
πατρίδα κι άξιον εστί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***Κυριάκος Μορταράκος

***

Έρχεται με παράνομα CD
με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του
μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του
φεύγει με αναπάντητα γιατί.

Οι κόρες των ματιών του ερημιά
νερό που πάγωσε πίσω στα περασμένα
άγριες θάλασσες, κουπιά σπασμένα
και η στεριά, υπόσχεση καμιά.

Θα πάει αλλού να δείξει την πραμάτεια
κι εκεί θα του την αρνηθούν
όχι, δεν θέλουμε, ευγενικά θα πουν
θα στρέψουνε κάπου μακριά τα μάτια.

Δεν περιμένει τίποτε από μας
το ξέρει πως κανείς μας δεν θα πάρει
οι μέρες ένα πρόχειρο παζάρι
αδειάζουν, σβήνουνε τα ίχνη τους με μιας.

Σε κάμαρα μικρή θα κοιμηθεί
φορώντας τους καημούς του θα ξυπνήσει
πουλάκι τα φτερά του θα μετρήσει
σ’ αυτά που ο κόσμος του ’χει αρνηθεί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Μορταράκος

Caspar Baum_China_2003

***

Κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
δια μιάς στου νου τους κάλυκες εφάνη πως πηγαίνει
ανάποδα, και το τρυπάνι, που χορεία αγγέλων
αυθαίρετα σα ρυμουλκό τραβούσε, αρθρώθη λόγος
κλασματικός με πελεκούδια από θαλάσσια ξύλα,
όπου ίππος διά πυρός ελάλει διάπυρος και ασμένως.

Και διχασμένος στην πυρά παραληρούσε ασμένως
κι ο κηπουρός, που εγνώριζε οίκοθεν πώς είν’ ο κήπος,
ο μαυρωπός και ροδαλός, ο επιποθών τα ξύλα
να καλαφατιστούν βαρκούλα που θα τον πηγαίνει
στις αλβοράδες των αβγών κι εκεί που θάλλει ο λόγος
την άλλη πάντα σπώντας απ’ τις φύσεις των αγγέλων.

Κι εν πάση περιπτώσει ο κηπουρός υμνών και αγγέλλων
την πτώση, που θα πέσει κι άλλο, αρμολογούσε ασμένως
το ψέμα, που επαλήθευε όλα όσα ο κομήτης λόγος
διεκδίκησε δι’ εαυτόν (και αυτός ακόμη ο κήπος),
την ώρα που φρενήρες το άλογο ως πηγή πηγαίνει
στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα.

Στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα,
πνευμάτων κέδροι ενέδρα στήσαν σε ουλαμούς αγγέλων·
ορθώς ξεκίνησ’ η έφοδος, μα ολόστραβα πηγαίνει –
και μ’ όλο που συνηγορούσαν επωδοί ασμένως,
κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
ξεράθηκε και γέμισε με μώλωπες ο λόγος.

Στο κέντρο –μην μακρηγορούμε– ενός καθρέφτη ο λόγος
πολλαπλασίαζε τα πριν συντετριμμένα ξύλα
στον παρονομαστή, και ξυλοκόπους είδε ο κήπος
να τσεκουρώνουνε με ορμή το κράτος των αγγέλων·
και ξάφνου υδάτων πίδακες εξάντλησαν ασμένως
τα βάθη απ’ τον οπό που ως χαρωπός του αφρού πηγαίνει.

Ανάλαφρος πλην σφριγηλός –φαντάσου πώς πηγαίνει
ο πούμας στη σαβάνα– επήγαινε έπειτα και ο λόγος,
αφού στη γη του Σενναάρ τη μεταγλώσσα ασμένως
την αποθέωσε βαστώντας μι’ αγκαλίτσα ξύλα
και φράχτες ύψωσε χαράς των έφιππων αγγέλων
ο χορός εκεί, όπου εμάρμαιρε των πεπτωκότων κήπος.

Ο κήπος ο παράκλητος τα ρόδα του πηγαίνει
προσφάι των αγγέλων, όταν φλογισμένος λόγος
τα ξύλα τρώει που τρώγονται εμπειρικώς και ασμένως.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κίνα, 2003

Βάσω κατράκη_Το περιστέρι της ειρήνης 1949, ξυλογραφία

***

της Πολυξένης

Με μαύρα νύχια πλήττει το Αραράτ το περιστέρι
και η κιβωτός μια ζούγκλα ερώτων γίνεται αυτομάτως
στις φλόγες των βωμών οι ποιητές προσθέτουν φλόγες
και πυρετός στους αετούς την πρώτη λάβα δίνει
που λάθρα στων φυτών τις τύχες μαίνεται ώς τη ρίζα
ενώ στιγμή δεν έκοψε ο διθύραμβος να βρέχει

Τα περιστατικά του βίου εγγράφονται αυτομάτως
και βιαστικά χωνεύονται σε αστραπιαίες φλόγες
με τους κορμούς των μύθων που η θερμή αγκάλη δίνει
και σπέρνει το μεθύσι με την ιαμβική του ρίζα
στους αμπελώνες τούς θεσπέσιους όπου αιώνες βρέχει
για να έχει νόημα το τάνγκο με ένα περιστέρι

Ρολόγια καίγονται κάτω από σπηλαιώδεις φλόγες
κι η νηνεμία μιάν ατμόσφαιρα μαγείας δίνει
που φτάνει να υποσκάπτει τη συμπάθεια ώς τη ρίζα
ενόσω η μάνικα τις χλόες με διαμάντια βρέχει
που τά ’φερε νυχτιάτικα το αθώο περιστέρι
το ρήγμα του καλού να επιλαμβάνεται αυτομάτως

Στη δίνη που ηδύνει τον νου μόνο οδύνες δίνει
ο γρίφος της αρχής των πάντων με τη μαύρη ρίζα
που με αμαρτίες τους αγρούς του κάτω κόσμου βρέχει
και κομματιάζει το κυλινδρικό άσπρο περιστέρι
σαν νά ’ταν φάσγανο που σε καρατομεί αυτομάτως
απλώς και μόνον επειδή ποθείς να μπείς στις φλόγες

Και σύρριζα στην άβυσσο πετάει το δέντρο ρίζα
και σύρριζα στο σύννεφο το θαύμα αλλέγρο βρέχει
και σφάζει αηδόνια για να τηλωθεί το περιστέρι
που χαύονται εξ εφόδου από τις βάτους και αυτομάτως
καθώς τυλίγονται στων ευαισθησιών τις φλόγες
που η πρόνοια της θεογονίας στους ανθρώπους δίνει

Στα κλειδοκύμβαλα λεπτό δεν έπαψε να βρέχει
και μες στους κεραυνούς βαφτίζεται το περιστέρι
που αλλάζουν σε χοάνες της χαράς και αυτομάτως
χαρίζονται ολοκαύτωμα σε υγρές και άλλες φλόγες
που με δαψίλεια το βασίλειο των ορμών μάς δίνει
να τις γιορτάζουμε σε φρέατα με γκρίζα ρίζα

Γυρνά το περιστέρι στην κορυφή αυτομάτως
γιατί έχει μυρίσει φλόγες και μετά τη μοίρα δίνει
που μέλλει νά ’βρει ρίζα εκεί που μόνο μέλι βρέχει.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2012

Εικονογράφηση:
Βάσω Κατράκη, Το περιστέρι της ειρήνης, 1949

* * *

1
 
Νυχτώνει μέσα στο κελί,
Νοέμβρης, η μέρα γέρνει κρύα.
της πόρτας η χαραματιά στενή.

Ισχνή διέλευση φωτός – πανωλεθρία,
ελπίδα, μνήμη, υποταγή – σκιές αποτυπώνει
στον τοίχο η αχτίδα ή και σε δάπεδο υγρό.

Ημέρες δύσκολες, Νοέμβρης που νυχτώνει
βαρύ το παρελθόν, βαρύ το σκηνικό.
Ποιός θα σταθεί και ποιο το βάρος που σηκώνει;

Με άπνοια τη νύχτα ή τρικυμία
αβέβαιη χαράζοντας γραμμή
στρεβλή δώσαμε ερμηνεία.

Για ό,τι χάσαμε σκληρή η οφειλή.
    
* * *

2
 
Νύκτιες λάμψεις, τότε και τώρα
ήχος τραχύς, ριπές και σχίσμα.
Απόγευμα Παρασκευής, έξι η ώρα

διάθλαση φωτός μέσα από πρίσμα.
Ασπρόμαυρη, ωστόσο, η Πατησίων
τότε και τώρα, ήχος σκληρός, ζέστη ή κρύο.

Ιούλιος πρόσφατος, Νοέμβρης του ’73, ίδιος καπνός
το ενδιάμεσο πιο σκοτεινό· τόσο νωθρό.
Μα εμείς ακίνητοι εν μέσω ερειπίων

απ’ τα συντρίμμια· της Ταναγραίας τον κορμό
συνθέτουμε, μορφή οριακή, για να φανεί·
τι θα φανεί; τι θα χαθεί;

Πρόσωπο ατελές, ασυνεχές. Εύθραυστο ελληνικό.

* * *

3
 
Απ’ το Νοέμβριο χρόνια 38 ερμητικά
–σήμερα σημαντικά, πριν την κραυγή–
να μας κοιτούν χλευαστικά.

Βαδίσαμε με έπαρση μεθυστική
με βήμα αργό, χωρίς σκοπό
με αγωνία κι ένταση μηδαμινή.

Αλίμονο! Ξεχάσαμε της πορείας τον πλάνο ρυθμό,
τις ψευδαισθήσεις που έφερε ο χρόνος.
Με της ευμάρειας την βολή χτίσαμε στο κενό,

στην ευκολία παραφυλούσε ο πόνος.
Πόσο γλυκιά και βολική ήταν η συνήθεια,
σαν έδιωχνε το βάρος από την ψυχή.

Μα είχαμε φτηνά πουλήσει την σκουριασμένη αλήθεια.

* * *

4
 
Έτσι λοιπόν χωρίς ντροπή
ανερυθρίαστοι και πεπεισμένοι
στης πόλης την σαθρή διαδρομή

–με γνώση σύγχρονη κι ωστόσο νοθευμένη–
χαράξαμε καινούργια εκτροπή.
Σαν σε παράσταση, χωρίς ρυθμό, στημένη

με γλώσσα και κείμενο λειψό
ανήμπορο κοινό, σπαρακτικό
κι ένα άψυχο σκηνικό, παρατημένο.

Στην τελευταία, θυμάμαι, πράξη
το τραύλισμα του λόγου επί σκηνής
την συνοδεία της άχρωμης μουσικής.

Την καταρρέουσα της παράστασης δράση.

* * *

5
 
Ακολουθώ της μνήμης το παιχνίδι.
Ό,τι γερνάει, γεννιέται πάλι διαφορετικό
αυθόρμητα με υπομονεύει, με ξεσηκώνει· επιτακτικό.

Ακολουθώ, στηρίζομαι στον ίδιο τοίχο
βλέπω την πόλη μου  –το είδωλό της–  χρόνια μετά
σαν κόκκινο κοράλλι που έζησε στον μύθο

και ανασύρεται σαθρό στα δίχτυα ενός ψαρά.
Ακούω και θυμάμαι τον κάθε ήχο,
της πόλης την ανυπέρβλητη αγωνία.

Κρότοι σποραδικοί, τρομακτικοί. Εικόνες πάλι του ’73.
Δρόμοι παλιοί· περιπλανήσεις μου νυχτερινές,
αδιάβατοι δρόμοι· αναζητήσεις μου σημερινές.

Κι η συντριβή. Μοίρα ή πεπρωμένο· του χρόνου οι σταθερές.

* * *

6
 
Δρόμοι της πόλης μου, ήχοι παλιοί
σκόνη, καπνοί, νέες απόλυτες  ιδέες·
πορεία που δηλώνει ανατροπή

χωρίς αντίκρισμα, με ψεύτικες σημαίες.
Σκληρό το απόγευμα, το βράδυ θα φανεί
πώς κάθε πρόταση θα ενσωματωθεί.

Κάθε ιδέα με σταυρώνει
στα μάτια με κοιτάει,
την κοιτάω και με τυφλώνει

απ’ το μανίκι με τραβάει
κι ύστερα σκουριάζει και παλιώνει.
Μια μαύρη τρύπα είναι η ιδέα.

Τα πάντα απορροφάει και τελειώνει.

* * *

7
 
Μένω βουβός και κάνω την αναδρομή.
Θέρος θερμό, η έξαψη σκιάζει –
στέκομαι μόνος κι η κάθε εκτροπή

αθέατη, αισθάνομαι, με πλησιάζει.
Άστυ κλινόν και όρος ειμί
της αγοράς τα όρια

αναζητώ τις αποκρίσεις
της πόλης που ήτανε πηγή
και τώρα ζει το τραύμα και τις αποκλίσεις.

Ιούλιος· μεγάλη εντύπωση φωτός
που συγχωνεύει της πόλης τις γραμμές
και καθιστά τα πάντα ομογενή.

Αθήνα· η πόλη ζει ακροθιγώς
σπανίως βρίσκοντας σημείο ευσταθές
κι ισορροπεί μεσ’ στη βουή την ύστατη στιγμή.

Ιούλιος· ανατροπή. Η πλήξη και η ασυνείδητη αναμονή.

Πρώτη δημοσίευση

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Οδός Μάρνη, 2012

* * *

Ο Νοέμβριος του 1973 υπήρξε ο γενέθλιος μύθος της Μεταπολίτευσης. Στον καθρέφτη του Πολυτεχνείου, η μεταδικτατορική Ελλάδα είδε εξ αρχής το εξωραϊσμένο της είδωλο, ό,τι είχε ανάγκη δηλαδή να δει: την εικόνα ενός λαού που πάλεψε, αντιστάθηκε και εντέλει επικράτησε επί του κακού. Οι λίγες εκείνες φθινοπωρινές ημέρες έγιναν μια γενική κολυμβήθρα του Σιλωάμ, μέσα της ξεπλύθηκαν συλλογικά η υποταγή, οι ταπεινώσεις και η γελοιότητα εξήμισι ετών.

Πολιτική και Μέσα, συλλογικές παραστάσεις και μαζικοί φορείς δεν έπαψαν έκτοτε να τρέφουν και να τρέφονται από τον μύθο αυτό. Η «17 του Νοέμβρη» έγινε η τρίτη μας εθνική εορτή, η πορεία προς την Πρεσβεία μια πολιτικοθρησκευτική λιτανεία ψυχαναγκαστικών διαστάσεων, η αιματοβαμμένη σημαία το νέο μας κειμήλιο στο εικονοστάσι της φυλής πλάι στο λάβαρο της Λαύρας, ίσως και πριν απ’ αυτό.

Από τη διεργασία αυτή της μυθοποίησης, του εξηρωϊσμού του πρόσφατου παρελθόντος, η λογοτεχνία δεν ήταν δυνατό να λείψει. Αναλογίες μεταξύ της «πολιτικής» Γενιάς του Πολυτεχνείου και της «ποιητικής» Γενιάς του ’70, ο παρατηρητής αν σκύψει εγγύτερα θα βρει βέβαια πολλές, και όχι τυχαίες. Και στον ένα και στον άλλο χώρο, οι δύο αυτές «Γενεές» θα εδραιωθούν ήδη από τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας και η πρωτοκαθεδρία τους θα συνεχιστεί ώς τις μέρες μας εν πολλοίς αδιατάρακτη. Τα αυτονόητα που η πρωτοκαθεδρία αυτή συνεπέβαλε, μόλις στις μέρες μας, μέρες της κρίσης και της κοινωνικής παρακμής, θα καταστούν ξανά ερωτήματα ανοιχτά.

Σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει τον δραματικό Νοέμβριο του 1973 με τη σημερινή ιστορική στιγμή, το «Παμπάλαιο Νερό» φιλοξενεί αυτή την εβδομάδα δύο σειρές ποιημάτων που ως προς το περιεχόμενό τους στέκουν σε πολλά στους αντίποδες. Η πρώτη ανήκει στον Γιώργο Βαφόπουλο, δημοσιεύθηκε με το ψευδώνυμο Γιουβενάλης το 1975 και αντανακλά την έξαψη αλλά και τις αυταπάτες των πρώτων μεταπολιτευτικών μηνών. Η δεύτερη σειρά είναι ανέκδοτη, δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά και αποτελεί μια απόπειρα να ειδωθεί η συλλογική μας πορεία των τελευταίων 40 ετών υπό το πρίσμα της σημερινής πικρής πείρας. Ανήκει στον ποιητή Ξάνθο Μαϊντά.

Και οι δύο ποιητές, εμμέσως ή αμέσως, συνομιλούν με τον Κωστή Παλαμά. «Νέα σατιρικά γυμνάσματα» ονομάζει τους στίχους του ο Βαφόπουλος παραπέμποντας ευθέως στα «Σατιρικά Γυμνάσματα» του μεγάλου Μεσολογγίτη, έργο της κρίσιμης περιόδου 1908-1909. Στον Παλαμά ανατρέχει μορφικά και ο Μαϊντάς, στις χαρακτηριστικές τερτσίνες των «Σατιρικών Γυμνασμάτων» τις οποίες εδώ παραλλάσσει ελεύθερα. Από την πλευρά μου, σημειώνω ότι η αναδρομή αυτή δεν είναι συμπτωματική. Στο σταθερό μοτίβο που επαναλαμβάνουν οι νεώτερες πολιτικές μας κρίσεις, η ματιά του Παλαμά αποδεικνύεται διαχρονικά δραστική – επιτιμητική και σατιρική ταυτοχρόνως, κωμική και δραματική. Με μια λέξη, αενάως επίκαιρη και βαθέως πολιτική.

Κ.Κ.

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Κατζουράκης, Παράθυρο

.

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2012

.

Σαν τον προσκυνητή του Φλαμμαριόν
που τον επουράνιο θόλο διαπερνά
τη λειτουργία κοσμικών μηχανισμών
για να διακρίνει απ’ την άλλη καθαρά

σαν το δέος του παλιού προσκυνητή
που μιλώντας για τροχό μες στον τροχό
(εκεί όπου ο ουρανός συνάντησε τη γη)
ψηλαφεί τον έναν κι έναστρο θεό

σαν τα μυστικά, τα καμπύλα όνειρά του
έξω απ’ τη μεσαιωνική επίπεδη ματιά
όπου βλέπει το μυστήριο του θανάτου
να λαμπυρίζει στα ψυχρά αστρικά νερά

έτσι, τη νύχτα, η επιστήμη είν’ αμαρτία
και τα μάτια σου η μόνη αστρονομία.

.

Σημ.: Η Ξυλογραφία του Φλαμμαριόν, που πήρε το όνομά της από τον Γάλλο αστρονόμο Καμίλ Φλαμμαριόν, απεικονίζει έναν προσκυνητή του Μεσαίωνα που, διαπερνώντας τον ουράνιο θόλο, παρατηρεί τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τη λειτουργία του Σύμπαντος.

Πρώτη δημοσίευση