παστερνακ

*****************************************************************************************************************************

Δέξου στο στήθος τα φιλήματα βροχή!
Το καλοκαίρι ίσως για λίγο κελαρύσει·
απ’ τη βαθεία νύχτα μ’ αντλία θα ηχεί
το ακορντεόν, ωσότου η δίψα το εξαντλήσει.

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.

Ν’ αφρίσουν όλα. Κέντα τώρα την ψυχή!
Το μεσημέρι αυτό θα καίει για αιώνες.
Εκεί, η σκέψη σαν δροσιά θα εξατμιστεί
σ’ αχνό από σύννεφα, πουλιά, πευκοβελόνες.

Εκεί, τα τραμ της πόλης αίφνης σταματούν.
Πιο πέρα – πεύκα παν. Πιο πέρα – δίχως τραίνα.
Πιο πέρα – είναι Κυριακή. να καλυφθούν
τρέχουν τα ξέφωτα με χόρτα μουσκεμένα.

Να σκορπά βόλτες, μεσημέρια και γιορτές:
Τον κόσμο πάντα έτσι το δάσος τον γνωρίζει.
Έτσι τον θέλησαν οι λόχμες κι οι μυρτιές,
έτσι απ’ τα σύννεφα κυλά – και μας δροσίζει.

Πηγή:
Αισθηματικές Ιστορίες 3. ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ: Ρήξη -θέμα και παραλλαγές-

*Κυριακή Μαυρογεώργη,Rest,2012

***

Ας θέσω της αγάπης ασήμαντους όρους
σκαλιστά φτερά όστρακα κι ερωτιδείς.
Ας σταθώ, επιτέλους, σε ανήθικους χώρους.

Στη ζωή μου ας χαρίσω μια ελαφρότερη στέγη
καμωμένη από πέτρες και φτηνά υλικά.
Ας στραφώ, παραδόξως, προς ό,τι με θέλγει.

Ας χτίσω ναό για ιέρειες εξώλης
που θα φεύγουν την άνοιξη τρελαμένα πουλιά.
Ας πιαστεί στην ουρά τους το φουστάνι της πόλης.

Ας στηρίξω την αίσθηση με χίλιες νευρώσεις
ν’ απαλύνουν τον όγκο που σηκώνει το βάρος.
Κι ας γκρεμίσω μεμιάς μόλις λίγο ιδρώσεις.

Ας φταίω που κυλιέσαι σ’ ανοιχτό οικοδόμημα
και θηρία σ’ ορέγονται με χαίτη πυκνή.
Αν σου γλείψω τα αίματα, θα μου πλύνεις το ανόμημα;

Ένα βράδυ όλο κι όλο βραδιάζει στη γη.

Πηγή:
Δικαίωμα προσδοκίας, 2008

Εικονογράφηση:
Κυριακή Μαυρογεώργη, Rest, 2012

    Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

Σωτήρης Σόρογκας 2

***

Στη σαρκοφάγο εδώ της γης και τ’ ουρανού
κλεισμένος βρίσκομαι από γεννησιμιού.
Βεβαίως περπατώ και γράφω ακόμη
κι έχω στο κάρκαλό μου λίγη κόμη,
Κοιμούμαι, πλένομαι, μα βλέπω καθαρά
πως τρώγουνε τη σάρκα μου αργά και σταθερά
ο χρόνος ο αόρατος κ’ η άφθαρτη φθορά.

Πηγή:
Το ιδεόγραμμα του φιδιού, 2003

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας

*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

***

Ένα πολύχρωμο πουλί στους λόφους της Τοσκάνης
με ρώσικους κελαηδισμούς και χρώματα του δάσους
γράφει την απουσία μου κι είναι ο κρυμμένος άσσος
που σου κρατούσα, θάνατε, τώρα που ‘χεις  πεθάνει.

Θα βρέχει· γκρίζος ουρανός, μια κόκκινη βροχή
γεμάτη λάσπη από χωριά χαμένα στην αντάρα.
Θα πέφτουνε σταλαγματιές αίμα από την Σαχάρα
μιας ζωής στο ξερίζωμα και στην απαντοχή.

Τις γκρίζες καπαρντίνες σας τις ξέρω απ’ την καλή.
Με το φτερό του αστραφτερό, τις σκέπασε ο άγγελός μου.
Λευχείμων κι ήσυχα παρών και μ’ ένα δάκρυ σαν γυαλί
μέσα να βρίσκω το νερό, να πνίγω τ’ όφελός μου.

Ώ της Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι της ξενιτιάς μου,
ψιχάλα το χορτάρι σας και στην πατρίδα χιόνι.
Ένα πουλί πολύχρωμο, απ’ το μέλλον χελιδόνι
κι από τα ολόχρυσα μαλλιά της αγαπητικιάς μου.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

***

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
–καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα–
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα –
μ’ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης– καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
Στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

***

Ο κόσμος αυτός θα περάσει.
Ψηλά, του Γαλαξία πυρώματα
και μέσα μου αναμμένα δάση.
Βήχω πέτρες και χρώματα –

Χώματα φλογερά. Ζωή μου στο φτερό
Αυτός ο κόσμος έχει ραγίσει.
Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριό
στην άλω του θανάτου σου έχω ζήσει.

Στου Γαλαξία τ’ ασημένια δάση
σκορπίζει, άγνωστη, η ψυχή μου γύρη.
Από τη γέννα, στο βασίλεμα είχα γείρει.
Στον ώμο μου το κόκκινο πουλί θα ξαποστάσει.

Ο Ρήγας με τον Μαύρο του, έμαθα θα περάσει.
Το σφύριξε στον ύπνο μου το ιερό πουλί.
Ο κόσμος ένα ράγισμα και χύθηκα πολύ.
Μα της γενηάς μου οι φωνές ανάβουν, δάση –

Μια αγάπη να με πάρει· δίχως να δικάσει.

Πηγή:
Του νεκρού αδελφού, 2005

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

Ζάφος Ξαγοράρης_Υπόγεια και Αιωρήσεις_2012 (2)

***

Επειδή καλοφαγάς καθώς ο Ροσσίνι
–per un barbiere di qualità–
μέσα στου παντός τη μεγαλοσύνη
τα μικρά μου προβλήματα όλα άλυτα.

Επειδή να διασωθώ ποτέ απ’ τους στίχους
–una voce poco fa–
δεν ελπίζω, στης σιωπής μου τους ήχους
τα στερνά μου άκου λόγια, τα υπόκωφα.

Όταν η μοναξιά μου φτάσει στον άδη
και η μνήμη δεν θά ’ναι σαφής,
η κληρονομιά του ασαφούς ευσταθιάδη

θα περνά διά της γεύσεως και της αφής,
κι αντί γι’ ανάμνηση κάποιου σονέτου
σώζεται στ’ όνομα ενός φιλέτου.

Πηγή:
Στιχουργήματα, 2004

Εικονογράφηση:
Ζάφος Ξαγοράρης, Υπόγεια και Αιωρήσεις, 2012

Odysseas elytis -O kouros_1978

***

…una accion vil y disgraciado

1
Ας υποθέσουμε πως φτάνεις σ’ ένα όριο :
μια κίνηση – κι όλα θα γίνουνε συντρίμμια.
Ας υποθέσουμε πως στέκεσαι στο χείλος
και πως δεν ξέρεις, πρώτη σου φορά δεν ξέρεις
τι πρέπει τώρα να συμβεί : Δεν σχεδιάζεις
να πας μπροστά – ή πίσω. Απλώς – απολιθώνεσαι.

2
Ας υποθέσουμε, ναι, πως απολιθώνεσαι
στο πιο ακατάλληλο σημείο : σ’ ένα όριο.
Μοιάζει σαν να διστάζεις, σαν να σχεδιάζεις·
μα ήδη, μέσα σου, όλα γίνανε συντρίμμια –
και δίχως σχέδιο σκορπίσαν – και δεν ξέρεις
τι σου συνέβη κι έφτασες εδώ, στο χείλος –

3
δεν ξέρεις καν να πεις αν είναι εδώ το χείλος
κάποιας αβύσσου εντέλει – ή αν απολιθώνεσαι
τυχαία, εδώ, γιατί κουράστηκες . . . Δεν ξέρεις
αν έστω μπόρεσες να φτάσεις σ’ ένα όριο
ή αν απλώς στο κάθε βήμα σου συντρίμμια
γίνονται όλα μέσα σου, κι όλο σχεδιάζεις,

4
(κάθε στιγμή, αν κι άθελά σου, σχεδιάζεις)
ν’αγγίξεις  κάποτε, επιτέλους, κάποιο χείλος
ώστε να έχουν νόημα τούτα τα συντρίμμια –
κι εκεί να βρεις τον τρόπο πια ν’ απολιθώνεσαι.
Θα πρέπει βέβαια να υπάρχει αυτό το όριο,
να ’ναι κοινό – κι όχι εσύ μόνο να το ξέρεις·

5
να ’ναι αναπόφευκτο – κι εσύ απλώς να ξέρεις
πως εκεί φτάνεις ό,τι και να σχεδιάζεις . . .
Φτάνεις κι εσύ – όπως καθένας . . . Σ’ ένα όριο
δίχως ευθύνη κι ενοχή . . . Σε κάποιο χείλος,
όπου άθελά σου, όπως όλοι, απολιθώνεσαι·
κι ούτε θα πει κανείς πως φταις για τα συντρίμμια

6
γιατί προβάλλονται απλώς μέσα σου: συντρίμμια
ξένα, δικά σου – ποιος να ξέρει ;– κι ούτε ξέρεις
να πας μπροστά –ή πίσω– απλώς απολιθώνεσαι . . .
Μα εσύ πάντα διάλεγες να σχεδιάζεις
μιαν ασχεδίαστη ζωή, πάντα στο χείλος.
Για όλα διάλεγες να φταις – κι αυτό το όριο

7
δεν ξεπερνιέται – και το ξέρεις. Τα συντρίμμια
εδώ ας σταθείς κι ας σχεδιάζεις: νά το όριο,
νά σε ποιο χείλος στάθηκες κι απολιθώνεσαι !

Πηγή:
Αντιύλη, 2008

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Ο κούρος, 1978

alkis-alkaios

* * *

Ο Άλκης Αλκαίος (Βαγγέλης Λιάρος) γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Πάργα, πόλη με την οποία συνέδεσε όσο λίγοι το όνομά του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα όπου συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Με αφορμή ένα δημοσιευμένο ποίημα του που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος το 1978 στα »Τραγούδια της Λευτεριάς», ξεκινά η συμμετοχή του στη δισκογραφία. Υπήρξε δημιουργικός για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες και συνεργάστηκε και με άλλους κορυφαίους συνθέτες πέραν του Θάνου Μικρούτσικου, όπως οι Νότης Μαυρουδής, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά. και με σημαντικές φωνές του πενταγράμμου ( Μαρία Δημητριάδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νταλάρα, Κώστα Καράλη, Μανώλη Μητσιά, Χρήστο Θηβαίο κ.ά.).

Ο στιχουργικός του λόγος υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός και αναστοχαστικός, διαποτισμένος με πολιτικές και κοινωνικές αναφορές. Τα τραγούδια του ελέγχουν τις ιδεολογίες στο πέρασμα των χρόνων, εξετάζουν την προοπτική της παραίτησης, εξιστορούν τους έρωτες που δεν ευοδώθηκαν. Ο ίδιος προτίμησε ώς το τέλος να ζήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

* * *

 

Ω Ρ Ο Σ Κ Ο Π Ι Ο

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες – αύριο θα ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα – είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

Πηγή:
Υπέροχα μονάχοι, 2006

Παναγιώτης Τέτσης, 2009

* * *

Ο ήλιος ανατέλλει εδώ και δύει στην Αλαμπάμα,
τονώνοντας ξελιγωμένα μάτια :
Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα,
στενάζει ο βετεράνος μετανάστης, Στα κομμάτια !
Οι σκέψεις του κατσιάζουν στο υποτιθέμενο χθες,
πτώμα εαυτού τού πλακώνει τη μνήμη —
ο κορμοράνος βολτάρει πάνω απ’ τη λίμνη
και ας το σήκωνε το ειδεχθές.

Πηγή:
Ήλιος στην Σκοτία, 2001

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2009

Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

* * *

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκιούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ’ αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείψανο αχνό στ’ αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

Πηγή:
Παλιές ηλικίες, 2002

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

***

Γυναίκα αυστηρών αρχών και ηθικής αψόγου, η Λεβίνα
εφρόντιζε το σπίτι της, κυρίως την κουζίνα.
Πέρσι το καλοκαίρι ξαφνικά, ως άπλωνε τα ρούχα
«Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,
είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη
πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.

Πηγή:
Η Ρώμη και ο κόσμος της, Θεσσαλονίκη, 2005

Εικονογράφηση:
Σταύρος Χατζηϊωάννου, Το κόκκινο γάντι, 2006

.

Tη γνώρισα στο internet σε room που κάνουν chat
μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες,
εγώ είχα για nickname μου το Yasser_Arafat
κι αυτή είχε το ψευδώνυμο kanw_pipes_spoudaies.

Δειλά δειλά είπα στην αρχή να κάνω μία κλήση,
να πάμε λίγο private να γίνει γνωριμία.
Αφού τις πίπες σκέφτηκε στο room να διαφημίσει
μάλλον δε θα ʼχει αντίρρηση κι εγώ να δώσω μία.

Κλικάρω. Ανοίγει private παράθυρο με θέα,
γράφω age, sex, location και πως πολύ γουστάρω
και μου απαντά στα greeklish της eimai poly wraia
kai dexomai an epithymeis mia pipa na sou parw.

Το δέχτηκα και πίστεψα πως θα τη συναντήσω,
της ζήτησα διεύθυνση -γαμίκος παιδιόθεν-
κι αυτή μου είπε εικονικά λέει να τη γαμήσω
γιατί γουστάρει πιο πολύ το σεξ εκ του μακρόθεν.

Άκου να δεις! Από μακριά πίπα θέλει να πάρει…
Πώς γίνεται τώρα αυτό δεν το ʼχω καταλάβει,
πώς διάολο μέσω internet θα στείλω το παπάρι;
Και πώς θα διασφαλιστεί πως όλο θα το λάβει;

Με φίλους κουβεντιάζοντας πήρε το αυτί μου κάτι,
είναι καλό το cybersex πίσω από την οθόνη,
δε θέλει προφυλακτικά δε θέλει ούτε κρεβάτι.
Το γαμημένο το internet τον κόσμο πώς ενώνει!

Από την άλλη όμως μπορεί -αν τέτοια επιλέγεις-
να μπει μέσα η γυναίκα σου στα πράσα να σε πιάσει
μπροστά από την οθόνη σου την πούτσα σου ν’ αρμέγεις.
και τότε ένα είναι σίγουρο. Ο γάμος θα χαλάσει.

Τζάμπα το ρίσκο. Cybersex και άλλες αηδίες,
πρόστυχα τηλεφωνικά με ζουμερές ατάκες,
οι νέες τάσεις των καιρών, οι on line γνωριμίες,
να δείς δεν το γλιτώνουμε, θα γίνουμε μαλάκες.

stixakias.wordpress.com, 2007


.

Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.

Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα

αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.

Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι

δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη σαν καλλιστείων καλλονή
ξεμύτισε η σελήνη
κι ο ήλιος πλάι της μούτρωνε από την τόση ζήλια του
και έδυε εν οδύνη.

Ο φλοίσβος έκανε μουρλός τσαλίμια για τα μάτια της,
τον έλουζε ιδρώτας
κι εκστατικοί καθρέφτιζαν την όψη της ο Ιλισός,
ο Κηφισός κι ο Ευρώτας.

Αλκοόλη αβέρτα σέρβιραν οι μπάρμαν. Για τη χάρη της
οι κόρνες κελαηδούσαν
κι από τον τόσο καύσωνα μπουστάκια αραχνοΰφαντα
λύνονταν και γλιστρούσαν.

Μέσα στα υπόγεια γκαράζ τα γιωταχί ανάβανε
τα φώτα τους με βιάση
και το ένα το άλλο γύρευε φουλάροντας τα γκάζια του
να πάει να προσπεράσει.

Κι ένα σκυλί αδέσποτο λαχάνιαζε αγριεύοντας
πίσω απ’ το καβασάκι
που αίφνης εγώ καβάλησα στα πισωκάπουλα έχοντας
την Τάνια, το αγριμάκι.

Κάτω από τέντα θερινή άγρυπνη μας ανέμενε
μιας ντισκοτέκ η πίστα
που με φρενήρες λίκνισμα σειότανε και ξόρκιζε
των φουσκωτών τη νύστα.

Εκεί ουίσκια έρεαν και βότκες απ’ τα χέρια μιας
γόησσας σερβιτόρας
που χε ζωσμένο τον λαιμό με γαϊτανάκι διαμαντιών
με τ’ άρωμα της μπόρας.

Η ομορφιά της άστραφτε στο κλαμπ το θεοσκότεινο
σαν θησαυρός σε υπόγα,
μούσκεμα προσκολλιότανε στο στήθος το μπλουζάκι της
τσιτώνοντας τη ρώγα.

Και τα βαμμένα της μαλλιά, τα πλατινέ κυλάγανε
στους τορνευτούς της ώμους,
να την αδράξω έσπευδα, μα γλίστραγε ανάρπαστη
στου κλαμπ τους διαδρόμους.

Σκαμπρόζικα τα βλέμματα τριγύρω μου κορώνανε
σαν φο μπιζού τριζάτα,
κι αστραποβόλο κόσμημα ήταν μιας γάτας η ματιά
που μ’ έθελγε σταράτα.

Από τα ηχεία σάλπιζε δεινό μπιτάκι επίμονο,
νυκτόβιο ξυπνητήρι,
το ρούμι αναλωνότανε αφήνοντας μια στάλα αφρού
επάνω στο ποτήρι.

Κι ενώ είχε εκδράμει θαλερό το οινόπνευμα στις φλέβες μου
σμίγοντας με το αίμα,
πάλαι ποτέ νηφάλιος ο νους μου ξάφνου φόρεσε
λάβρου μπεκρή το στέμμα.

Κάτω απ’ τα ψηλοτάκουνα ξεσαλωμένων κοριτσιών
και το χαλί βλασταίνει,
γιατί μασχάλες αλμυρές τολμούν και το ραντίζουνε
με κάψα ξαναμμένη.

Εκεί που η νύχτα γεύεται τον έφηβο πανζουρλισμό
λίγο πριν ξημερώσει
κι αίφνης δοθεί η υφήλιος στου ήλιου τη σάρκα τη μεστή
που πάει να την οργώσει.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη η νιότη μου οδηγήθηκε
από τον κωπηλάτη
Έρωτα σε ύδατα αβαθή του ξενυχτιού διαπλέοντας
τα μήκη και τα πλάτη.

Ποιητική, τχ. 4, 2009

.

Έκλεισε απόψε το χιόνι τους δρόμους.
Έχει η ζωή δικούς της νόμους.

Σκληροί κι αμείλικτοι ενίοτε φαντάζουν
άλλοτε πάλι μοιάζουν δίκαιοι κι ορθοί.

Χάρη σ’ αυτούς μένει απαράλλαχτη η ζωή
μα αγάλι αγάλι οι νομοθέτες δοκιμάζουν

να την αλλάξουν προς στιγμήν, όπως το χιόνι
τη διάθεσή μου αλλάζει σαν κυκλώνει

μ’ άσπρες νιφάδες εκείνους που
τον δρόμο χάσανε του γυρισμού.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι

ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.

Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.

Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Λυπάμαι τον Τζιορτζιόνε.
Τον γήτευαν οι ομορφιές
μιας κοιμωμένης Αφροδίτης, μιας Μαντόνας.
Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.

 Του λόγου του ως καλός τεχνίτης
την τέχνη του αναπαριστούσε
σε όψεις ανθρώπων, στης φύσης
τις σκηνές που αγαπούσε.

 Δεν του αποδίδονται πολλά έργα
κι είν’ λιγοστές γι’ αυτόν οι όποιες πληροφορίες
μα ο πίνακάς του Η  καταιγίδα
δίνει τροφή για σχόλια και πλήθος ερμηνείες.

 Γράφει δυο λόγια για τον βίο του ο Βαζάρι
ότι βρεθήκανε με τον Ντα Βίντσι μια φορά
πως δάσκαλός του ήταν ο Μπελίνι
κι αυτό μας αφορά.

 Στην Καταιγίδα ας μείνουμε ωστόσο, έχει την όψη
του αινίγματος που είναι η ζωή.
Είναι τα αινίγματα που τρέφουνε τους μύθους
και δίνουν στις εμπνεύσεις μας πνοή.

Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.
Σύντομη πλην υμνητική
μια αναφορά επιφυλάσσουν στον Τζιορτζιόνε
της τέχνης οι ιστορικοί.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008