+π+υ_Β+__Γ +γ+_+__Ε+__Δ_Η_Ξ_Β+__Γ_+Υ+__Ζ_Α_Ε+_+_+χ_2013

*****
Απ’την αρχή μέχρι τον πρόωρο θάνατό σου
η τρομερή ομορφιά επαγρυπνούσε
για σένα, όπως τους άλλους προσπερνούσε
η τύχη ή η ατυχία τους. Κι εμπρός σου
στεκόταν πάντα στου Λονδίνου τα χαράματα,
σε μια σελίδα μυθολογικού βιβλίου τυχαία,
ίσως στης μέρας τα απλόχερα οράματα,
σε μια φωνή, ένα βλέμμα ή τα μοιραία
χείλη της Φάνυ Μπράουν. Τα μύρια ρίγη
της ορμής σου, Κητς, ο χρόνος πια θαμπώνει∙
η ελληνική υδρία σου και το έξοχο αηδόνι
θα ’ναι η αθανασία σου, κι ας έχεις φύγει.
Στου πανικού της μνήμης, τώρα, τη δικαίωση
δεν είσαι η στάχτη, είσ’ η φωτιά. Η αποθέωση.

Πηγή:
Το χρυσάφι των τίγρεων, 1988

Εικονογράφηση:
Χάρης Κοντοσφύρης, 2012

Advertisements

Άγγελος Σπάρταλης_2012

***

Η φωνή μου στου Πέρση τα μέτρα γυρίζει
και πως ο χρόνος είν’ εκείνα μου θυμίζει
τ’ άπληστα όνειρα που υφαίνεις μέρα νύχτα
κι ο μυστικός Ονειροπόλος σ’ τα σκορπίζει.

Και μου θυμίζει ακόμα πως η φλόγα είναι στάχτη
η σάρκα σκόνη, το ποτάμι οφθαλμαπάτη
που καθρεφτίζει στα νερά του τη ζωή μας
καθώς μας παρασέρνει στ’ ανοιχτά σε άλλα πλάτη.

Και μου θυμίζει πως το αγέρωχο μνημείο
που υψώνει η έπαρση, είναι μόνο ένα σημείο,
μια λάμψη ασήμαντη, ένα μικρό χαλίκι
μέσα σ’ Εκείνου το απύθμενο ορυχείο.

Και μου θυμίζει πως τ’ ολόχρυσο αηδόνι
κελαηδά για μια στιγμή κι ευθύς ψηλώνει
και χάνεται στης νύχτας τους βυθούς, που τ’ άστρα της
σαν το πολύτιμο χρυσαφικό κλειδώνει.

Πέφτει το φως του φεγγαριού σ’ αυτόν τον στίχο
που γράφεις, και η λάμψη του πάνω στον τοίχο
του κήπου γίνεται μαρμαρυγή γλαυκή
ψάχνοντας μάταια της φωνής σου τον ήχο.

Να ’σουν κι εσύ όπως τις στέρνες –που αιώνες
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού αστράφτουν μόνες–
ένας υδάτινος καθρέφτης αντιγράφει
κάποιες παράξενες, αιώνιες εικόνες.

Αν ξανάρθει του Πέρση η σελήνη, κι οι χαμένοι
της άμμου ορίζοντες, στο χρυσάφι βαμμένοι.
Το χτες είναι τώρα. Κι εσύ είσαι οι άλλοι
εκείνοι που έχουν γίνει χώμα πια: οι πεθαμένοι.

Πηγή:
Το εγκώμιο της σκιάς, 1982

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης, 2012

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος*********

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα
διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το «Τετέλεσται» — ανάστα!

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

***

Ποιος με κοιτάει; ξυπνάει μέσα στο χνούδι μου ένα ρίγος
και του πουλιού είμαι η χόρταση στην αντηλιά
μες στη σιωπή μου αρχίζει η ανθοβολή και ο τρύγος
κι ο καρπός δένει στην ελιά.

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Όλες οι αισθήσεις μου μαζί στον ήλιο αεροτρεμίζουν
σαν φύλλα που στο πέταγμά του τράνταξε ο ερωδιός
άρπα μονόχορδη το σώμα μου το φωτοαγγίζουν
τα ρημαγμένα ουρανοδάχτυλα της Ηώς.

* * *

Πέτα όπου θες, τι τά ’χεις τα νιοφύτρωτα φτερά
κι εντός σου έχεις τη δύναμη για να σηκώσεις και όρη
σ’ αγκάθια και σε βάτα μέσα αστραφτερά
γίγαντα η μέρα από ψηλά σ’ εκυοφόρει.

Νά ’σαι της νύχτας —ρώταγε η ερωτοδότρα αυγή—
νά ’σαι της νύχτας το ένστικτο κι η αγρύπνια;
κι αν η ψυχή σου λαχταράει μ’ ένα άσμα σου να βγει,
σαν Ενδυμίωνα σού ’δωσαν για θάνατο τα ενύπνια.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; Το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Είπα δεν έχω πια φωνή κι ούτε με φύτεψε ον
είναι σαν να με γέννησαν ερωτοανάσες θεών.

Ο καθείς έχει δυο φτερά για να πετά εδώ κάτου
ο θεός εχτές που τά ’δωκε τα θέλει αύριο δικά του.

Όσο πετάω και τραγουδώ ποτέ δεν θα πεθάνω
κι όλα αν αλλάζουν γύρω μου, εγώ στο δέντρο επάνω

θά ’μαι μονάχα μια φωνή στη φύση που απεκρίθη
ο κόσμος είναι ανάμνηση που αρχίζει από τη λήθη.

Νεβρόπολις Ταυρωπού
Καλοκαίρι 1984

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1986

***

Σαν ρόδι που έσκασε κι έπεσε απ’ τη ροδιά
τα λόγια μου είναι τα σπυριά του που έχουνε σκορπίσει
σπίνοι μυρμήγκια σκώληκες κι ότι προστάζει η μυρωδιά
ζητούν από το θάνατο το αθάνατο μεθύσι.

«Ποιος είσαι;» τις χιλιάκουγα να με ρωτούν φωνές
μα έσβηνε κι όλο μού έσβηνε η φωνή μου ν’ απαντήσει
μόνο το φως σου έβλεπε το μάτι μου απλανές
που τύλιγε το σάπιο μου κορμί για να το ντύσει

μα εκείνο βόγκαε μέσα του να γίνει ένα τζιτζίκι
κι από τα μάτια της θεάς στα δέντρα έχει κρυφτεί,
αμέριμνο όπως κάθεται σε ταπεινό ένα ρείκι
ακούγεται στον πλάτανο ή σε μια ιτιά σκυφτή.

Τα μάτια του είναι αμέτρητα τη ροδαυγή ως κοιτάζουν
κι έχει μια διάφανη κοιλιά που τρέμει μες στο φως
και διαμαντένια της Ηώς τα μάτια δάκρυα στάζουν
μα αθέατο μένει κι άπιαστο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Όλα τα ρυάκια τις βροχές τα νέχταρά σου φύση
τα ζαρωμένα μάτια μου στο φως έχουν ρουφήσει.

Μια σε κοιτάζω μέσα μου και μια σε βρίσκω απ’ έξω
στο κάλεσμα του μυστικού σου είμαι έτοιμος να τρέξω

με αδύναμα νεφρά καρδιά και με κομμένα μέλη
και με τη μνήμη ολόξερη κερήθρα δίχως μέλι.

Μα ολόστεγνο προτού βρεθώ κουφάρι το χειμώνα
το κορμί βόγκαε μέσα του βαριά κι ανυπομόνα’

να γίνουν διάφανα φτερά τό ’να και τ’ άλλο χέρι
και τζίτζικας να τραγουδάω μόνο ένα καλοκαίρι.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Βαθιά σου αντιζυγιάζεται το νάτριο με το χλώριο
σταλαγματιά αστροθάλασσας φωτιάς πολλοστημόριο.

Ω νά ’κουγες το στρόβιλο της αρμονίας των ιόντων
κραύγαζε μες στη δίψα σου το μυστικό των όντων.

Το κάλιο δίνει στη φωτιά τη λάμψη, το μαγνήσιο
κάμνει να δείχνει πιο όμορφο το ψεύτικο απ’ το γνήσιο

κι ο άνθρακας ψευδάργυρους σμίγει ν’ αναμετρήσει
τη ρίζα από το φύλλωμα το σύννεφο απ’ τη βρύση.

Σαν το άστρο, τό ’χεις μέσα σου που θα σε τρώει το στόμα
τα γηρατειά αντιμάχονται τις στάχτες και το χώμα

κι ακόμη στων καλοκαιριών τη φλόγινη ανυδρία
στάλα τη στάλα μέσα σου σε ξεδιψάει μια υδρία

και κάτι από τα σπλάχνα σου φτερό πάει να φυτρώσει
φτερό διπλό σε φτερωτό να σε μεταμορφώσει.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Ψάξε το σώμα σου, άκουσα από μέσα να μου λέει
ο αντίλαλος που χάθηκε απ’ το μάτι του Πανός
τα γερασμένα χέρια και τα πόδια σου τα καίει
χωρίς να τ’ αφανίζει η αργή φωτιά του μηδενός.

Πίσω απ’ την αίσθηση μονιάζει ο χρόνος πλάι στο χέρι
που και στον τάφο φλέγεται από χάδι ερωτικό
σώμα μου αστράφτεις το ίδιο κάθε νύχτα ή μεσημέρι
στης Ηώς τα μάτια ως ξαναλάμπεις νεανικό.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, La rivoluzione siamo noi III, 2008

*

***

Ποιος κλαίει πικρά, ποιος τους κινδύνους του αποβάλλει
και σερπετά τα λόγια του δαγκώνουν την ουρά τους;
έχω μια λάμψη ανόλεθρη κρυμμένη στο κεφάλι
στον ήλιο είμαι ένα δέντρο με καρπούς αοράτους.

Μαθαίνω το αύριο μου στο φως όσο με τρώει
κι όσο με θάβουν χρώματα και φέγγη θηλυκά
οι αισθήσεις μου χορεύουν σε ύψη, μυστικοί θρόοι
μού ’ρχονται και αναλύομαι σε ουρανικά υλικά.

Ποιος κλαίει πικρά; τα λόγια είναι πηγάδια, η στέγνια
το φίδι η αράχνη και η τσουκνίδα που τα κατοικούν,
η ροδοπέταλη μορφή η άγρια Ερινύς και η έγνοια
η μια την άλλη δεν ακούν.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Πρώτο Λεμόνι, 2008

***

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941) 

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, χωρίς τίτλο, 2011

 

Γενέθλια κι αγόρασα σκοινί,
τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα
παραληρώντας πάνω στο σκαμνί,
στον τελευταίο ρόλο του αυτόχειρα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον,
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.

Γενέθλια και φτύνω τις ευχές,
σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα.
Ελπίζω με τις πρώτες τις βροχές
να ξεχαστώ και γω και το σημείωμα.

Πηγή:
Όλα από χέρι καμένα, 1988

Εικονογράφηση:
Εδουάρδος Σακαγιάν, 1993

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

.

Είπα κι εγώ ένα βράδυ να βυζάξω τα τοπία.
Ξερίζωσα λοιπόν τα δυο μου μάτια
κι έκαψα βούτυρο σ’ ένα φαρδύ τηγάνι
να πιω βουνά και λίμνες στέρεα τώρα.
Ο κόσμος είναι δυο μαστοί το δίχως άλλο
με μια και δυο κουτάλες της κουζίνας
πήρα να τους γευτώ μέσα στο πιάτο∙
ψαύοντας με τη γλώσσα τις θηλές τους
τα δάκρυα σαν παιδάκια είχαν κλοτσήσει
σαν τόπια τα τοπία είχαν κυλήσει
στο νέο τους χάρτη μιας πεδιάδας ομελέτας.

Αυγά και μάτια ένα μπαστούνι παίρνω τώρα
κι όπου σας βρίσκω θα τρυπάω και θα βαδίζω.

Ο θάνατος το στρώνει, 1986

.

Μελαψές φυλές
κοντοπόδαρες
Σειληνοί του κράτους
που ξερνάει και νά τους
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο Ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο άλφα τής αξίας
της αρχής τής μίας
λουτροκαμπινές
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε Μικρά Ασία
Κύπρο Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα
τη θάλασσα την πόλη το ιερό
πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο
αχ οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ’ τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες
Στους Πανέλληνες

Το κούρεμα,1989

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997

.

«Ερείπια στον περίβολο των ανακτόρων φέρουν τα ίχνη του σοβά
που λείος κάλυπτε ολόκληρη την τότε ακέραια πλινθοποιία.
Ζώα της θάλασσας ή ωκέανιες μορφές και άλλα τέρατα βουβά
διακοσμούν τα δάπεδα μέσα σε μια γεωμετρική χρωματουργία

με το βασιλικό από λευκές ψηφίδες μεγάλο έμβλημα στο κέντρο.
Ξεραμένοι καρποί τα λιθάρια που ματώνουνε γόνατα και σαγόνια.
Ολόγυρα πουθενά στον ορίζοντα δεν στέκεται κανένα δέντρο.
Τα σύγχρονα κτίρια είναι πιο πέρα μακριά σταματημένα βαγόνια.

Ο ήλιος καθώς ανατέλλει στέκει ένα κεφάλι ασώματο κομμένο
πάνω απ’ τους απαλούς αμμόλοφους που είναι σα να βασιλεύουν
και τα βουνά είναι τα πεταμένα μέλη από κορμί ξεκολλημένο
στο νερό που καθώς όλο αίμα έρχονται προς την ακτή βαριά
…………………………………………………………………………σαλεύουν».

Ανασκαφή, 1984

.

The sun is not in love with us,
Nor the corrosive sea…

Βράχια πάνω απ’ το πέλαγος· η πετρωμένη οδύνη
φυλακισμένου πλάσματος στο λίθινο εαυτό του·
ξεράθηκε το ανάβρυσμα στο ρίζωμα της πέτρας·
άρμη σαν τέφρα, οίηση θαλασσινής αιθρίας.

Αγάλματα με τον καιρό γίνονται οι αναμνήσεις
οι ακατέργαστες μορφές των θάμνων και των βράχων
μια σιωπή μεσημεριού το πυρωμένο ατσάλι.
Σε τέτοια απύθμενη σιγή ποιοι κατοικούν θαμμένοι

βαθιά μέσα στα σώματα της φλογισμένης πέτρας
πάνω σε ράχη απάνθρωπη σ’ άγριο καλοκαίρι;
Πάθη και πόνοι και λυγμοί κλεισμένοι στο γρανίτη
όπου αναπήδησε νερό, στέγνωσε με τα χρόνια,

και τα πουλιά γυρίζουνε, οι γλάροι τα κοράκια,
πάνω απ’ την άγονη στεριά· προμήνυμα θανάτου.
Βραχότοποι καρτερικοί στο θερινό τους άλγος,
κήποι και κοιμητήρια των σκύλων των προβάτων,

γεμάτοι κόκαλα ζεστά κούφια κιτρινισμένα
γεμάτοι φίδια ευέλικτα στο χώμα με τ’ αγκάθια.
Κι ο άνεμος αλύπητα περνά και μαστιγώνει
ανθεκτικά μορφώματα, ανέκφραστα, υψωμένα

μέσα στο μένος του καιρού στην άγρια αγωνία
του μελτεμιού που απλώνεται κυρίαρχο σαν άγχος
λες κι η ψυχή του αναζητά την ύστερη γαλήνη
σ’ αυτά τ’ απολιθώματα που αμίλητα κοιτάνε.

Μα πότε πέρα θα φανούν ψηλά τείχη δακρύων
(και στους συκιώνες μια οσμή – το γάλα της Ελένης)
μες στην καρδιά του λιοπυριού μια νύξη καταιγίδας:
μνήμη της λύπης που γυρνά και καταργεί τη λήθη

αλλά το σφρίγος του καιρού τη σβήνει· οφθαλμαπάτη.
Ξανά στη στέγνια την τραχιά, μαράζι της αρμύρας,
τα κύματα αδυσώπητα δέρνουν την ερημία
τα φιλντισένια βότσαλα τους ρωμαλέους όγκους.

Μια νύχτα του Ερμαφρόδιτου, 1989

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982