Yesenin3

*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ
τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το χώμα·
των αγίων το εικονοστάσι προσκυνώ·
σαν κερί αναμμένο λιώνει μου το σώμα.

Στο ρολόι του φεγγαριού, βραχνοί, βραχνοί,
όταν δώδεκα αυστηροί σημάνουν χτύποι,
τον Μεσσία θαϊδώ που ορθός θ’ αναφανεί
στο γαλάζιο, εκεί στο βάθος, ανθοκήπι.

Και το χέρι του από σίδερο σκληρό
το σανό των τραγουδιών μου θα θερίσει,
και τους σπόρους μου, που μόνο στον αγρό
θα μπορούσαν να βλαστήσουν, θ’ αφανίσει.

Τότε, στάχυα κι άλογά μου, θλιβερά
θα καλούν αυτόν που λείπει πέρα, πέρα
και το κλάμα τους θα χύνεται βουερά
και θα σβήνει μες στα ουρλιάγματα του αγέρα.

——————————-

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα – η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δεν θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σπορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
Ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.

Πηγή:
Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, 1981

Advertisements

Apostolos Yayannos_Paphiopedilum Royale_2012 

***

3

Μαργαροφέγγει
το ξύπνημα της μέρας
πριν να το φτάσει
στα μάτια σου ζωγράφε
χρυσόπλουμη σαΐτα.

5

Με ανοιξιάτικη
σε είδα βροχή να περνάς
και τα χρώματα
του κόσμου χορεύοντας
μαζί μου σε πήρανε . . .

8

Πέρασε ο κόσμος
της μέρας και της νύχτας·
στη σιωπή έμεινα
και στα κλειστά μάτια σου
για να ξαναγεννηθώ.

10

Δεν γιατρεύτηκε
στα σκίνα, μες στα έλατα·
τα συνήθισε,
δολερή η μοναξιά τους,
εκεί σε αποζήτησε.

14

Σε ουρανό θολό
βουρκωμένες θάλασσες
τον περίμενα
που είπε φτάνοντας: εδώ
θα ξαναβρώ τον ήλιο . . .

18

Τις πέντε αισθήσεις,
δεν φτάνουν, στις χαρίζει·
θέλει αμέτρητες
τον κόσμο αυτό να μάθει,
του ξύπνιου με το όνειρο.

24

Δίψα του κόσμου
στο καρποφόρο δέντρο·
χαρά κι ελπίδα
δεν μπορεί να χορτάσουν
το ένα με δίχως το άλλο.

26

Άχρηστα φύλλα
που κόπηκαν οι καρποί·
τι περιμένεις;
Ίδια τον άλλο χρόνο :
χαρά, μαζί σου λύπη . . .

30

Θα πάθεις πάλι
με ποίηση παίζοντας·
είν’ σαν φάρμακο :
πρέπει δόση να ξέρεις,
στη γιατρειά από φαρμάκι.

31

Πού πήγαν αυτά
που πόθησες ; Άλλαξαν
δίχως εσένα·
με τον καιρό στο χρόνο,
ή γίναν μόνο στάχτη ;

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Paphiopedilum royale, 2012

Apostolos Yayannos_Anthos_2012

* * *

1
Ύπνος του νερού
στα μάτια σου κοιμάται
το χρυσό βράδυ.

12
Δυο πεταλούδες,
της πολύχρωμης γιορτής
είταν άγγελοι.

13
Δυο πεταλούδες
σε κάθε που εκοίταζες
αναπαυόνταν . . .

14
L’ impair
Τρεις πεταλούδες
ω, κάθε που χάριζες
τα δυο σου μάτια!

24
Φυσά ο αγέρας
μα τα σπαρτά δεν γέρνουν,
ζωγραφισμένα . . .

30
Γαλάζιος κάμπος
σ’ ύπνο βοσκού κοιμάται·
μην τον ξυπνήσεις!

35
Η πιο μεγάλη
σιωπή μας ξεκουφαίνει·
είν’ η δική μου;

36
Ποιου να μιλήσεις;
θά ’ταν τα λόγια πικρά
της μοναξιάς μου..

56
Λόγια πουλιά ’ναι·
τον κόσμο γυροφέρνουν,
ξένα από σένα.

61
Όταν μιλούσες
στ’ αγριολούλουδα ο Θεός
σ’ άκουγε μόνο.

62
Όταν φώναξες
τ’ αγριολούλουδα ο Θεός
στεκόταν δίπλα.

75
Είν’ από σένα
στη σιωπή τα λόγια μου,
λίγα, πολλά ’ναι;

76
Στο κλουβί το άδειο
κι άλλο πουλί κλείστηκε,
πουλί θλιμμένο . . .

81
Μίση κι έρωτες
του κόσμου τούτου στάχτες,
κληρονομιά σας.

82
Κόκκινο, μαύρο,
τ’ αταίριαστα θα σμίξουν,
σ’ αρχή με τέλος.

91
Αυτός με γλάρους
και σιωπή, μονάχος
έφερε ξένους.

103
Έμεινε ο κήπος
δέντρο δίχως τα φύλλα
στη μοναξιά του.

105
Ακόμα χιόνι!
Πώς μεθυσμένα πουλιά
μαζεύουν άνθη;

116
Το ξαφνικό είταν
αδιάφορο μ’ εσένα,
τριμμένο ρούχο.

117
Τριμμένο ρούχο
που δεν φορούσα καιρό,
σαν άλλη γύμνια.

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Άνθος, 2012

+ν+_+¬_Ζ+¬+¦+υ+_+¬ +γ+-+¦+¦+¬+χ_Γ 2012

***

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης σου το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.

Πηγή:
Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα, 1980

Εικονογράφηση:
Τζουλιάνο Καγκλής, 2012

Νίκος Χουλιαράς-Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

88 8

Εσύ που μπήκες μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θλιμμένη,
αγέλη εσύ δαιμονικιά
που αλλόφρονη και στολισμένη

το ταπεινό μου ήρθες μυαλό
να κάνεις κοίτη σου και χτήμα
– Άνανδρη που ’χεις με δετό
καθώς την άλυσο στο κρίμα,

καθώς τον παίκτη στα χαρτιά,
καθώς τον πότη στο μπουκάλι
και το νεκρό στη σκουλικιά,
– Καταραμένη ας είσαι πάλι!

Είπα του γρήγορου σπαθιού
τη λευτεριά να μου χαρίσει,
είπα του δόλιου φαρμακιού
τη δείλια μου να σταματήσει.

Μ’ αλί! Φαρμάκι και σπαθί
μου αντείπανε με καταφρόνια:
«Δεν πρέπει σου νά ’χεις λυθεί
απ’ τη σκλαβιά σου την αιώνια,

γιατί απ’ Εκείνης τη σκλαβιά
–χαμένε– αν σ’ έλυναν, στοχάσου,
Θ’ ανάσταινες με τα φιλιά
Το πτώμα του βρυκόλακά σου!»

Πηγή:
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970

Εικονογράφηση:
Nϊκος Χουλιαράς, Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012***

***
Στα μάτια σου πετούν πουλιά
Και φλόγες στα μαλλιά σου.
Διατρέχουν σύννεφο φιλιά
Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν
Νιογέννητα ζαρκάδια,
Στο στόμα σου λαμποκοπούν
Αστραφτερά πετράδια.

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,
Θα φύγουν τα ζαρκάδια,
Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,
Κάτι θαμπά πετράδια.

Πηγή:
Εμπρός, φύλλο της 6ης Ιανουαρίου 1962

Εικονογράφηση:
Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012

Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος-Ορφέας, 1957

***

Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδεντρων την αρμονία;
Όχι – όχι – μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήση να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

Να ελπίζης – να ελπίζης πάντα – πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
– που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία» –
θα συναντήσης απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη – πόθος ευγένειας – ηρεμία

ίσως όχι πολλές – ίσως νά ’σαι άτυχος: καμμία
τότες εσύ προσπάθησε να γενής καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθη κάποια σχετική ισορροπία

Άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου – τώρα πια – με τί γλυκειά γαλήνη
προσμένεις νά ρθ’ η ώρα να ξαπλώσης στο παρήγορο
************του θανάτου κρεββάτι

Πηγή:
Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, 1978

Εικονογράφηση:
Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος-Ορφέας, 1957

Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

***

Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει.
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

Πηγή:
Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος2*

***

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Πηγή:
Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος*********

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα
διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το «Τετέλεσται» — ανάστα!

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

Τόνια Ανδριώτη_οικογενειακος-περιπατος ΙΙ_2013

***
Παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη. Και πάλι
παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη πάλι.

Και δεν γνωρίζεις αν είναι άλλοι
οι νικηταί κι οι νικημένοι άλλοι.
Και όλ’ αυτά για μια ζωή άλλη,
μεγάλη και καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Για μια ζωή χωρίς τη ζάλη
από του χρόνου τη σπατάλη.
Χωρίς της τύχης την κραιπάλη.

Χωρίς το φόβο τι θα βγάλει
η μνήμη ή το αύριο. Γι’ άλλη
ζωή. Καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Πηγή :
Άλλοτε και Αλλού, 1966

Εικονογράφηση :
Τόνια Ανδριώτη, Οικογενειακός περίπατος ΙΙ, 2013

Δημήτρης Αληθεινός_Χωρίς τίτλο_1971

***

Οι Έλληνες αποσύρθηκαν !  Ιαχές ουρανομήκεις
ας φθάσουν ως τον Άρη, τον προστάτη μας θεό,
εμάς των Τρώων. Σχεδόν δεν είναι πιστευτό
πως, έτσι, απότομα, οι μέρες ετελείωσαν της φρίκης.

Οι Έλληνες αποσύρθηκαν !  Άφησαν μάλιστα κι αυτό
εδώ το ενθύμιο, τον ίππο. Υψηλός, επιμήκης,
τεράστιος, στην πόλη ας μείνει σύμβολο αιώνιο της νίκης
μας της μεγάλης. Μέσ’ ας τον σύρουμε. ( Κι ας φώναζε

−κακό πάντα στο νου του έβαζε αυτός− ο γέροντας
ιερέας μας: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».
Να παρασύρει μερικούς στη δυσπιστία του είχ’ επιτύχει
αλλά, ευτυχώς, από τις περιπτύξεις των φιδιών πέθανε 
________ασπαίροντας ).

Εμπρός !  Τώρ’ ας κυλήσουμε τον ίππο μες στα τείχη.
Τι τύχη που έφυγαν οι Έλληνες !  Τι τύχη !

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Δημήτρης Αληθεινός, Χωρίς τίτλο, 1971

Κυριακή Μαυρογεώργη_ Be good_2012

***

σε γλώσσα καθαρεύουσα

. . . Κρατώ την μνήμην
διαρκούς αδυναμίας: ότι ερήμην
της θελήσεώς μου έχουν συντελεσθεί
τα γεγονότα του βίου μου. Ότι ήμην
αμέτοχος της προετοιμασίας τους κι ετοίμην
εύρισκα την διαδοχήν τους, την ευπαθή.

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Κυριακή  Μαυρογεώργη, Be good, 2012

Στέφανος Καμάρης_Δούρειος Ίππος_Ξύλο από κορνίζες_2011

***

Έχει πολλά να θυμηθεί απ’ τη ζωή του !
( Όσα ίσως κανείς θνητός ). Η γοητεία
της Κίρκης βαραίνει την ανάμνησή του.
Κι όταν έφυγε απ’ την Κίρκη, η τρικυμία.

Εκινδύνεψε πολλές φορές. Μα η πανουργία
( και η τύχη ) τον οδήγησαν σώο στο νησί του.
Ο Πολύφημος, τυφλός, ωρύεται. Η κραυγή του
ακόμα του φέρνει αγωνία.

Στη μνήμη του έρχονται του γυρισμού του
οι περιπέτειες και οι δόλοι. ( Του παλατιού του
γαλήνιος απλώνεται εμπρός του τώρα ο κήπος ).

Ξάφνου ταράζει την καρδιά του χτύπος
μεγάλος. Το φοβερό τέχνασμα του νου του
ιδού :  ο Δούρειος ίππος.

Πηγή :
Ορφεύς, 1958

Εικονογράφηση :
Στέφανος Καμάρης,  Δούρειος ίππος, 2011

Στέφανος Ρόκος, Η φύση 2, 2008

***

Σ’ όσα, χθες βράδυ, έζησα με πάθος
ο ύπνος τη θύμηση έδεσε σφιχτά.
Και τώρ’ από του είναι μου το βάθος,
που μόλις αρχινάει και ξυπνά,

ξανάρχονται στο νου μου βιαστικά
όσα, χθες βράδυ, έζησα με πάθος.
Όλα σωστά. Κανένα λάθος.
Το ένα γεγονός ακολουθά

το άλλο, όπως ακριβώς και χθες . . .
Αλλ’ έχει αναμορφώσει τις σκηνές
κάποια του ύπνου ανεξιχνίαστη πράξη :

έχει αδιόρατα τονίσει μερικές.
Τόσο, που αν και κρατούν την ίδια τάξη,
κάτι πολύ έχει αλλάξει απ’ αυτές.

Πηγή:
Χωρίς τίτλο, 1956

Εικονογράφηση:
Στέφανος Ρόκος, Η Φύση 2, 2008

Άγγελος Σπάρταλης_Νίκη της Σαμοθράκης_2012

***

Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ώς το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο

κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω

από τη μια στιγμή ώς την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),

ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.

Πηγή:
Σονέττα, 1953

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης,  Νίκη της Σαμοθράκης, 2012

 

Απόστολος Γεωργίου_Άτιτλο_2013 Ακρυλικό σε καμβά 130x110εκ.Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου

***

Μες στα διαμερίσματα αχολογάν τραγούδια.
Νέοι και νέες τραγουδάν, νέα τραγούδια λένε:
Από του κόσμου τα καλά θα προτιμήσουν τρία.
Φιλία, ψυχανάλυση κι εργασιοθεραπεία.

Πηγή:
Κέρματα, 1980

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Άτιτλο, 2013

Δημοσθένης Αβραμίδης, Η Εις Άδου Κάθοδος, 2011

***

* * *

Με ένα ποίημα του Γ.Θ. Βαφόπουλου και μια αγιογραφία του Δημοσθένη Αβραμίδη, το Παμπάλαιο Νερό εύχεται σε όλους και όλες σας Καλές Γιορτές. 

* * *

***

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω . . . »
Κι’ ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Πηγή:
Τα ρόδα της Μυρτάλης, 1931

Εικονογράφηση:
Δημοσθένης Αβραμίδης, Η εις Άδου Κάθοδος, 2011

Σόρογκας, 2008

***
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία.

                                             Απόψεις της Θαλάσσης,
μακριά από των ανθρώπων Σκηνώματα και Μάνδρες·
ενώνει τα διεστώτα· κομίζει την Φιλία,
τον Σύνδεσμο, την Σκέψη, σε πλήθος Παραλίες
διάχυτες σε Εκτάσεις. Συναγωγός Αγάπης,
σε επίσκεψη καλαίνει. Ο Ασπασμός, ενάλιος
ανέκαθεν υπήρξε και ο Εναγκαλισμός,
μίμηση της Αγκάλης, που ανοίγεται σε Αχτές.
Λικνιστική Θωπεία μας ήρθε από Θαλάσσης.
Οίστροι ρευμάτων πάνε κι ορμούνε από παντού,
και διασταυρώσεις βρίσκουν. Ύδατα μεθ’ υδάτων.
Καπεταναίοι, Λοστρόμοι, Γένος των Ναυτικών,
την ταπεινότητά τους την ξαγρυπνούν στα πλοία.
«Υπέρ Σύμπαντος κόσμου», «Μεγάλων Ιδεών»
δεν δίδουν την ξαγρύπνια. Το σκάφος πώς να ορμίσουν,
πάντοτε επί καλού, ιδού το μέλημά τους.
Τον πλου τον διορισμένο να πλεύσουν, τίποτ’ άλλο.
Κι ενώ βαρείες Φροντίδες δεν έχουν, είναι ωστόσο
το σκάφος τους το Σύμπαν· και ατοί τους κατασταίνονται
Πρόνοιες Θεού. Χρυσός και άλλα στολίδια και είδη,
δεν λείπουν κανενού. Αντίς για σμύρνα, μόνο
το Επάγγελμα έχει αρμύρα. Ο χρόνος καταλυέται.
Περίοδο νέα υψούται, όσο βαστάει το κάθε
ταξίδι. Και από το ένα στο άλλο ταξίδι, κάνει
νεφέλη Δημιουργίας. Των περασμένων Μνήμες,
τους νόμους της Ομοιότητας φέρνουν στο νου, τους νόμους
της Εμπειρίας, τους νόμους της Διαφοράς,  κι’ επίσης
τους νόμους της Αγάπης, που από Καρδιάς πηγάζουν.

Πλωτοί, καμαρωτοί κόσμοι, κυβερνημένοι
με της Σοφίας τους Δείχτες, απόψεις της Θαλάσσης,
κοντά σας καταργείται, και απολησμονημένη
τραβά για Ανυπαρξία.

Πηγή:
Εκλογή Α´, 1934

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας, 2008