Yesenin3

*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ
τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το χώμα·
των αγίων το εικονοστάσι προσκυνώ·
σαν κερί αναμμένο λιώνει μου το σώμα.

Στο ρολόι του φεγγαριού, βραχνοί, βραχνοί,
όταν δώδεκα αυστηροί σημάνουν χτύποι,
τον Μεσσία θαϊδώ που ορθός θ’ αναφανεί
στο γαλάζιο, εκεί στο βάθος, ανθοκήπι.

Και το χέρι του από σίδερο σκληρό
το σανό των τραγουδιών μου θα θερίσει,
και τους σπόρους μου, που μόνο στον αγρό
θα μπορούσαν να βλαστήσουν, θ’ αφανίσει.

Τότε, στάχυα κι άλογά μου, θλιβερά
θα καλούν αυτόν που λείπει πέρα, πέρα
και το κλάμα τους θα χύνεται βουερά
και θα σβήνει μες στα ουρλιάγματα του αγέρα.

——————————-

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα – η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δεν θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σπορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
Ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.

Πηγή:
Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, 1981