images (3)

VIII.

Εσύ που είσαι μουσική, γιατί θλιμμένα
τη μουσική ακούς; Η χάρη με τη χάρη
κι η γλύκα με τη γλύκα χαίρονται. Κι εσένα
της ηδονής η θλίψη σ’ έχει συνεπάρει;

Ενώσεις ήχων μιας πνοής συγκερασμένης,
κι αν σε προσβάλλει η λεπτή τους αρμονία,
μόνο γλυκά σε αποπαίρνουν, που σημαίνεις
όλα τα μέρη σου σε μια μονοτονία.

Τι αμοιβαία γλύκα χύνουν στον αέρα,
κι η μια χορδή την άλλη δίπλα της δονεί·
όπως πατέρας, γιος και άσμενη μητέρα,

που όλοι ένας, τραγουδούν σαν μια φωνή.
Άρρητος ήχος πολλαπλός και μοιάζει ένας,
σα να σου λέει, «μόνος, γίνεσαι κανένας».

******************************************************************************************************************************
XVIII.

Πώς να σε πω – καλοκαιριάτικο πρωί;
Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία·
γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί,
τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία.

Κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός
και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,
κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός
την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει.

Μα εσύ αιώνιο θα έχεις καλοκαίρι
κι η ομορφιά σου δεν θ’ απαλλοτριωθεί,
δεν θα επαίρεται ο Άδης πως σε ξέρει

καθώς θα γράφεσαι στου χρόνου την πληθύ.
Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν
σ’ αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα