images

I.

Απ’ ό,τι επλάστη ωραίο θέλουμε καρπό,
να ‘ναι το ρόδο του αθάνατο στη φύση,
κι όταν ο ώριμος πεθαίνει, τρυφερό
να έχει απόγονο στη μνήμη του ν’ αφήσει.
Μα εσύ, τη λάμψη των ματιών σου μνηστευμένος, 
τρέφεις τη φλόγα σου αυτάρεσκη ουσία,
του εαυτού σου εχθρός, αμείλικτος σαν ξένος,
και μετατρέπεις σε λιμό την περισσεία.
Εσύ, που κόσμημα του κόσμου είσαι τώρα
και σαν προάγγελος της άνοιξης θαμπώνεις,
θάβεις στο άνθος σου την καρπερή σου ώρα,
σαν τον φιλάργυρο φυλώντας ερημώνεις.
Τον κόσμο ελέησε ή λαίμαργος κρατήσου
κι ό,τι χρωστάς του κόσμου πάρε το μαζί σου.
 ************************************************************
ΙΙ.
Όταν βαθύς χειμώνας έρθει στρατιώτης
να κυριεύσει τη μορφή σου στον καθρέφτη,
η λαμπερή περιβολή σου, η νεότης,
τώρα περίβλεπτη, θα έχει γίνει ξέφτι.
Κι αν σε ρωτήσουνε, πού πήγε τέτοιο κάλλος
κι ο θησαυρός των σφριγηλών σου ημερών,
θα ‘ναι ντροπή, μάταιος έπαινος, η άλως
να λες πως λάμπει των φθαρμένων σου ματιών.
Πόσο λοιπόν πιο αξιέπαινη η χρήση
της ομορφιάς σου αν δεν τους πεις, «Είναι δικό μου
αυτό το όμορφο παιδί που θα μέ αθροίσει»,
η ομορφιά σου να κριθεί δια κληρονόμου.
Να ξαναγίνεσαι γερνώντας, και αν σφύζει
δικό σου αίμα μες στο κρύο που θ’ αρχίζει.
Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα