Μποκόρος, Χέρια, 2000

* * *

Μ’ ένα ποίημα του Γιώργη Μανουσάκη κι ένα έργο του Χρήστου Μποκόρου
οι Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό σάς εύχονται Καλές Γιορτές και ανέμελες ώρες.

* * *

Είν’ ήσυχα στην εκκλησιά.

Οι άγιοι ασάλευτοι στο τέμπλο,
ατάραχες οι φλόγες των κεριών.
Κι οι γέροντες σκυφτοί, συλλογισμένοι
σα να προσμένουν κάτι που ίσως
να βρίσκεται κιόλας στο δρόμο του ερχομού του.

Ο ψάλτης με μονόκλωνη φωνή επαναλαμβάνει:
«Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει…»
Κι όλα είναι ήρεμα, πραϋντικά
μια ειρήνη απλώνεται μέσα σου
σιμώνεις στα όρια της πίστης.

Ώσπου ν’ αρχίσουν νά ’ρχονται
οι πεφυσιωμένοι, να συνωθούνται μπρος στην πύλη
με πρόσωπα καθημερνά, πολυάσχολα
απαιτώντας Σώμα και Αίμα
όπως γυρεύει ο σπιτονοικοκύρης
το καθυστερημένο νοίκι απ’ το νοικάρη.

Πηγή:
Τα ποιήματα 1967-2007, τ. Β΄, ανέκδοτα-αθησαύριστα, 2013

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Χέρια, 2000

+ν+_+¬_Ζ+¬+¦+υ+_+¬ +γ+-+¦+¦+¬+χ_Γ 2012

***

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης σου το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.

Πηγή:
Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα, 1980

Εικονογράφηση:
Τζουλιάνο Καγκλής, 2012

Νίκος Χουλιαράς-Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

88 8

Εσύ που μπήκες μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θλιμμένη,
αγέλη εσύ δαιμονικιά
που αλλόφρονη και στολισμένη

το ταπεινό μου ήρθες μυαλό
να κάνεις κοίτη σου και χτήμα
– Άνανδρη που ’χεις με δετό
καθώς την άλυσο στο κρίμα,

καθώς τον παίκτη στα χαρτιά,
καθώς τον πότη στο μπουκάλι
και το νεκρό στη σκουλικιά,
– Καταραμένη ας είσαι πάλι!

Είπα του γρήγορου σπαθιού
τη λευτεριά να μου χαρίσει,
είπα του δόλιου φαρμακιού
τη δείλια μου να σταματήσει.

Μ’ αλί! Φαρμάκι και σπαθί
μου αντείπανε με καταφρόνια:
«Δεν πρέπει σου νά ’χεις λυθεί
απ’ τη σκλαβιά σου την αιώνια,

γιατί απ’ Εκείνης τη σκλαβιά
–χαμένε– αν σ’ έλυναν, στοχάσου,
Θ’ ανάσταινες με τα φιλιά
Το πτώμα του βρυκόλακά σου!»

Πηγή:
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970

Εικονογράφηση:
Nϊκος Χουλιαράς, Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

Marios Prasinos_1982

* * *

Ήταν δυο δρόμοι που αποκλίναν μες στο δάσος.
Μα δεν μπορούσα να τους πάρω και τους δύο
Χωρίς να γίνω ο ίδιος δύο∙ λυπημένα
Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τον ένα
Για να τον χάσω μες στη χλόη σ’ ένα σημείο.

Πήρα τον άλλον κι έμοιαζε καλά να κάνω∙
Ίσως και να χε ένα δικαίωμα παραπάνω
Όντας πιο θαλερός, λιγότερο φθαρμένος,
Μ’ όλο που ως προς αυτό σχεδόν δεν διαφέραν∙
Ήταν κι αυτός περίπου εξίσου πατημένος.

Κι οι δυο ξετυλιγόνταν σκεπασμένοι ακόμη
Φύλλα πρωινά, ίδιοι απαράλλαχτοι, όμως
Κράτησα εγώ τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα∙
Αν κι οδηγώντας σ’ άλλους δρόμους κάθε δρόμος
Επιστροφή δεν έχουν όσο ξέρω οι δρόμοι.

Θα λέω με στεναγμό σαν θα μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1982

Marios Prasinos_1964 (1)

 

***

Τίνος είναι τα δάση αυτά, θαρρώ το ξέρω.
Ωστόσο μένει στο χωριό, κι ενώ το στρώνει
Δεν θα το μάθει πως σταμάτησα εδώ πέρα
Να δω που σκέπασε τα δάση του το χιόνι.

Στ’ αλογατάκι μου θα μοιάζει ξένο πράμα
Που σταματώ καθώς δεν βλέπει γύρω σπίτι
Τούτο το πιο σκοταδερό του χρόνου βράδυ
Δίπλα σε δάση και μια παγωμένη κοίτη.

Δίνει ένα σείσμα στα κουδούνια της σαγής του
Ρωτώντας μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος
Πέρα απ’ αυτό μόνο το θρόισμα των νιφάδων
Κι ο άνεμος θωπευτικός από το βάθος.

Χαριτωμένα, σκοτεινά, πυκνά τα δάση
Μα εγώ χω ακόμα μίλια εμπρός μου για να φτάσω
Κι έχω ένα πλήθος υποσχέσεις να τηρήσω
Πριν πέσω για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1964