Μάκης Θεοφυλακτόπουλος*********

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα
διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το «Τετέλεσται» — ανάστα!

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος