Δημοσθένης Αβραμίδης, Η Εις Άδου Κάθοδος, 2011

***

* * *

Με ένα ποίημα του Γ.Θ. Βαφόπουλου και μια αγιογραφία του Δημοσθένη Αβραμίδη, το Παμπάλαιο Νερό εύχεται σε όλους και όλες σας Καλές Γιορτές. 

* * *

***

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω . . . »
Κι’ ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Πηγή:
Τα ρόδα της Μυρτάλης, 1931

Εικονογράφηση:
Δημοσθένης Αβραμίδης, Η εις Άδου Κάθοδος, 2011

Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

 ganas

***

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΥΒΡΕΩΣ

Καμμιά εκατοστή χρόνια πριν, ένας σπουδαίος Ευρωπαίος, ο Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, έγραφε ότι ο δημιουργός δυο πράγματα έχει ανάγκη. Το πρώτο είναι να πείσει τους ομότεχνούς του και τους κριτικούς. Το δεύτερο, ν’ αγγίξει το ευρύ κοινό. Ο Μιχάλης Γκανάς τα έχει πετύχει και τα δυο. Απέσπασε τον έπαινο και του Δήμου και των Σοφιστών. Κατάφερε να είναι περίοπτος χωρίς να γίνει ρηχός. Με τα ποιήματα, τα πεζά, τους στίχους του κατόρθωσε να γίνει δημοφιλής αλλά την ίδια στιγμή παρέμεινε μέγεθος σεβαστό και για τους πιο καχύποπτους από τους κριτικούς μας. Είπαν γι’ αυτόν, και έχουν δίκιο, ότι είναι ο τελευταίος από τους ποιητές μας εν ζωή που κατόρθωσε να μπει στον Κανόνα, αυτή την ακατάδεκτη λέσχη των κορυφαίων.

Ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του (Άψινθος, Μελάνι 2012) παραπέμπει στις σελίδες της Αποκάλυψης, στο δυσοίωνο εκείνο αστέρι που είναι να πέσει από τον ουρανό για να πικράνει τους ποταμούς και να μολύνει «τας πηγάς των υδάτων». Αλλά και στο φυτό αψιθιά, απ’ όπου το αψέντι, ποτό απαγορευμένο ώς πρόσφατα σχεδόν, για τις παραισθησιογόνες του ιδιότητες. (Λένε ότι ο βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του όντας υπό την επήρειά του.)

Ο/Η Άψινθος είναι ποίημα συνθετικό. Ισχύει συνεπώς και γι’ αυτό ό,τι ισχύει για την άλλη σύνθεση του Γκανά, την Παραλογή, αλλά και για όλες τις κατορθωμένες συνθέσεις: η αξία του όλου υπερτερεί εκείνης του αθροίσματος των μερών. Στο πρώτο τμήμα του βιβλίου, ο Γκανάς μάς αφηγείται αποσπασματικές στιγμές του Αρμαγεδδώνα: την καταιγίδα που έρχεται, την όξινη βροχή, το τελευταίο χορτάρι, τον έσχατο άνεμο, τη διαβρωτική απληστία των πολλών, το αλάφιασμα της πυρκαγιάς. Με ένα μοντάζ σχεδόν κινηματογραφικό, παραθέτει εικόνες της ύβρεως: «Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν / και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα / ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα / κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν // κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα / και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη / που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος / και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν // και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω / για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα«.

Το θέμα του ποιήματος είναι παμπάλαιο: η κατακυριάρχηση της φύσης από τον άνθρωπο. Ο κόσμος που μας περιγράφει είναι αυτός της βιβλικής επαγγελίας: «…πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής». Όμως χωρίς εξωραϊσμούς. Εξόριστοι από την Εδέμ, αυτή είναι η ιστορία που μας αφηγείται ο Γκανάς, οι γόνοι του Αδάμ και της Εύας κατακτούν πράγματι τη γη, όχι όμως ως πρόσφυγες που αναζητούν άσυλο, αλλά ως σφετεριστές, αδιάφοροι αν την αφανίζουν.

Μολονότι βίβλος αποκαλύψεως, το έργο δεν κλείνει απαισιόδοξα. Τον κύκλο του θανάτου συμπληρώνει διαλογικά ο κύκλος της αγάπης: πέντε ποιήματα επιτάφια ή ερωτικά, γραμμένα για τους προσφιλείς, εξίσου πένθιμα όμως. Ίσως γιατί και η Αγάπη τον καιρό της Απειλής δεν μπορεί παρά να μοιάζει με το πένθος.

Με το τελευταίο του βιβλίο ο Γκανάς, πρέπει να τονιστεί, γράφει ποίηση δημόσια, όχι ιδιωτική. Το ποιητικό εγώ, κι ας αχνοφαίνεται συχνά, υποχωρεί για να δώσει φωνή στο καίριο και το ώριμο, πάει να πει στο ζητούμενο του καιρού και της ώρας. Και ζήτημα μεγαλύτερο από τη βεβήλωση του πλανήτη αυτη τη στιγμή δεν υπάρχει. Εμπρός του, και αυτός ο εφιάλτης της οικονομικής κατάρρευσης φαντάζει ψυχαγωγικό ενύπνιο.

Ο Γκανάς εμμένει σε μια γλώσσα ποιητική ανοιχτή, μια γλώσσα οικεία, απέριττη και άμεση που περικλείει, δεν αποκλείει τον αναγνώστη. Μας θυμίζει έτσι ότι στις μεγάλες της στιγμές η ελληνική ποίηση ήταν ταυτόχρονα η τέχνη του Εγώ και του Εμείς, του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου. Και μας υποδεικνύει έναν δρόμο ώστε αυτή πάλι σήμερα να αφήσει πίσω της την αυτάρεσκη  ιδιώτευση των τελευταίων δεκαετιών και να επανέλθει εκεί που ανήκει: στην Πολιτεία και την Αγορά.

Κώστας Κουτσουρέλης
Εφημερίδα των Συντακτών, 20.1.2013

* * *

Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν και τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του «Παραλογή». Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Πηγή:
biblionet.gr

Σόρογκας, 2008

***
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία.

                                             Απόψεις της Θαλάσσης,
μακριά από των ανθρώπων Σκηνώματα και Μάνδρες·
ενώνει τα διεστώτα· κομίζει την Φιλία,
τον Σύνδεσμο, την Σκέψη, σε πλήθος Παραλίες
διάχυτες σε Εκτάσεις. Συναγωγός Αγάπης,
σε επίσκεψη καλαίνει. Ο Ασπασμός, ενάλιος
ανέκαθεν υπήρξε και ο Εναγκαλισμός,
μίμηση της Αγκάλης, που ανοίγεται σε Αχτές.
Λικνιστική Θωπεία μας ήρθε από Θαλάσσης.
Οίστροι ρευμάτων πάνε κι ορμούνε από παντού,
και διασταυρώσεις βρίσκουν. Ύδατα μεθ’ υδάτων.
Καπεταναίοι, Λοστρόμοι, Γένος των Ναυτικών,
την ταπεινότητά τους την ξαγρυπνούν στα πλοία.
«Υπέρ Σύμπαντος κόσμου», «Μεγάλων Ιδεών»
δεν δίδουν την ξαγρύπνια. Το σκάφος πώς να ορμίσουν,
πάντοτε επί καλού, ιδού το μέλημά τους.
Τον πλου τον διορισμένο να πλεύσουν, τίποτ’ άλλο.
Κι ενώ βαρείες Φροντίδες δεν έχουν, είναι ωστόσο
το σκάφος τους το Σύμπαν· και ατοί τους κατασταίνονται
Πρόνοιες Θεού. Χρυσός και άλλα στολίδια και είδη,
δεν λείπουν κανενού. Αντίς για σμύρνα, μόνο
το Επάγγελμα έχει αρμύρα. Ο χρόνος καταλυέται.
Περίοδο νέα υψούται, όσο βαστάει το κάθε
ταξίδι. Και από το ένα στο άλλο ταξίδι, κάνει
νεφέλη Δημιουργίας. Των περασμένων Μνήμες,
τους νόμους της Ομοιότητας φέρνουν στο νου, τους νόμους
της Εμπειρίας, τους νόμους της Διαφοράς,  κι’ επίσης
τους νόμους της Αγάπης, που από Καρδιάς πηγάζουν.

Πλωτοί, καμαρωτοί κόσμοι, κυβερνημένοι
με της Σοφίας τους Δείχτες, απόψεις της Θαλάσσης,
κοντά σας καταργείται, και απολησμονημένη
τραβά για Ανυπαρξία.

Πηγή:
Εκλογή Α´, 1934

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας, 2008

+Υ+¦+υ+_+_+__Γ +ε+¦_Θ+-+_+¬+ψ+++__Γ_+ε+_+¬+υ+_+¦_2012

***
Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μαυρίλα πόπεφτε απ’ τα ύψη
άπλωσε γύρω γύρω θλίψη.
Χαρούμενον, με κύκλωνε όμως
ο μεταφυσικός ο τρόμος,
και λίγο λίγο, λίγο λίγο,
ευρύτατο ένα χάος ξανοίγω,
που ούτε να βλέπω ή να θυμούμαι
ή να ονειρεύομαι ως κοιμούμαι
δεν θέλω πλέον, τόσο μου δίδει
φαρμάκι το ανοιχτίρμον φίδι
του Μέλλοντος, που μαρτυριέται
στο σκότος, που ως αστράφτει σβηέται.

«Μάταια χαράς ζητάς πηγάδι,
όαση μικρή σε άπειρον Άδη
που περιφέρνεσαι, Άδη αμμώδη,
που κάθε βήμα και το πόδι
βουλιάζει πιότερο ώς το γόνα
φέρνοντας κούρασες γι’ αρρεβώνα
του Μέλλοντος που σ’ απαντέχει,
όταν το σώμα δεν αντέχει.
Λίγης βροχής η οπτασία,
δυο τρεις σταγόνες ευλογία,
καινούργιο Βάφτισμα θα σου ήτο,
ελπίδες χίλιες θα σου διηγείτο.
Αλλ’ ενού Ήλιου η περιφορά,
διαρκής, ξεραίνει τη χαρά».

Τί κι’ αν το Βρέφος εγεννήθη
απόψε, ο Θεός μέσα στα πλήθη,
κι’ ο ουρανός αναγαλλιάζει
με μελωδίες αγγελικές·
της Βηθλεέμ τί κι’ αν γιορτάζει
μιαν ερημιά με τ’ άλογά της,
τις στάνες, τα βόδια, τ’ αρνιά της
και τις ποιμενικές χαρές;
Για μένα στήθηκε προχείρως
«Τόπος Κρανίου». Ένας γύρος
σταυροί με ζώσανε, να εκλέξω
τον πιο αλαφρό και νάβγω έξω,
να με κρεμάσουν Ιουδαίες
άνομες, οι Έγνοιες φρικαλέες.

Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μου προείπε πώς θα με δροσίσει
μονάχα των δακρύων η βρύση:
στη μοναξιά θαρθούν, θα τρέχουν,
το πρόσωπο να περιβρέχουν
με την παθητικιά λαχτάρα
της Αγάπης. Με τη λαχτάρα
τη μητρική που φλέγει τη όλη
η συγκλόνιση, η πολλή συμπόνια
και δείχνει ολόανθο το περβόλι
της παρηγόριας, με πλεγμένα κλώνια
ελπίδας, πίστης και λατρείας,
τους τρεις κισσούς μονώσεως αιωνίας.

Μου είπεν η Σίβυλλα, «Συλλογίσου
το ποτάμι που ρέει του Παραδείσου
με φλοίσβο εωθινό. Σκέψου το αηδόνι,
να κελαηδά παθητικά τη μόνη
γοητεία, πρωί πρωί, που δίνει
η Αυγή με τη σιγή και τη γαλήνη.
Το Φεγγάρι, που χλωμαίνει, που χλωμαίνει,
αλλά, με όλον τον Ήλιο, παραμένει
και φαίνεται σαν νέφος. Το αεράκι,
που σκορπίζει της αχλύος τα ράκη.
Το ποταμόπλοιο τέλος με τριπλοανοιχτά
τα ολόλευκα λαμπρά πανιά,
που, σιγανό αλλ’ ασφαλές, δεν παύει
να πλέει προς σένα, να σε παραλάβει».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μιχαηλίδης, Μελάνι, 2012

Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

***

Πεθαίνουμε κι’ αφήνομε το κάλλος του Χειμώνα,
που είναι ο ουρανός σαν σάβανον ωχρός, σαν τέφρα ωχρός·
κι’ αφήνομε την Άνοιξη, που είναι ο καιρός
ο ήπιος, μοσκοβολάει στον κάθε ανθώνα
ο αγέρας που ανασαίνομε. Πεθαίνομε, και την εικόνα
αφήνομε του υπέροχου Καλοκαιριού, που ο χλιαρός
μας περιλούζει ολόκληρους χαυνωτικός ιδρώς,
που οι οπώρες μέλι αργοσταλάν. Και την Κορόνα
του Πένθους, το Φθινόπωρο, το αφήνομε κι’ αυτό.
— Για τούτο και μας έζωνε την Άνοιξην η λύσσα
για τις απόλαυσες· το Καλοκαίρι το ζεστό,
μύριων πόθων αδύνατων η επιθυμία·
κι’ η Ελπίδα το Φθινόπωρο μας έζωνε, καθώς εφύσα
ο άνεμος· και το Χειμώνα, η θεία Μελαγχολία.

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

Roter Morgen

***
Οι πλούσιες των παραποταμίων των λιβαδιών φυτείες
μολύνονται από τα φαρμακερά, τα αισχρά τα φίδια:
τα ωραία καλάμια, θρυλικά της δροσιάς των οχτών τα στολίδια,
χάμου, των πλατανιών τα πηχτά φύλλα, — εστίες
όλα γινήκανε στις όχεντρες, που είναι Αμαρτίες
παλιές, βαρειές, τιμωρημένες:  — «Σεις την ίδια
τη Γη, που σας εγέννα, να την τρώτε! Και τις θείες
εκστάσεις τ’ ουρανού να στερηθείτε, ω αισχρά φίδια!»
είπεν ο Θεός.
                            — Μα κι’ από σένα, ω Γόητα, κι’ απ’ το κορμί σου
το αγαλματένιο, Έφηβε μάγε, το μουντό σαν γάλα,
με τις απόπνοιες μόσχου αγνού βουνίσιου,
κι’ από τα μάτια σου τα ερωτικά και τα μεγάλα,
κι’ από τα μελιστάλαχτα τα χείλια,
πετιέται βάρβαρη όχεντρα και με δαγκώνει, η Ζήλεια.

Πηγή:
Εκλογή Β, 1962

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Roter Morgen, 2009

+Φ+_+-+χ_Ε_Β+__Γ +Υ+¦+-+_+_+φ+¬+¬_Γ_+θ +_+__Α+__Δ+-+φ+_+¬_Γ +Φ+__Β+-+ψ_Δ+__Γ_2012

***

Σε ψηλό βουνό που δεσπόζει
στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη
της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει
απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει
τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει
πλουσίων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,
έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει
σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει
ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει
και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης
και μυστικός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Τον ελεεινόν σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:
« Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα·
» στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα ».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Γιαννέλος, Ξεπεσμένος δερβίσης, 2012

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012