PAPATSONIS.gr

Ο Τάκης Κ. Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Κωνσταντίνου Παπατσώνη και της Αικατερίνης το γένος Πρασσά. Μαθήτευσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1913 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920 και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών φτάνοντας ως τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Το 1928 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Το 1932 παντρεύτηκε την Ευανθία Εμπεδοκλή με την οποία απέκτησε μια κόρη. Ταξίδεψε πολύ σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και λόγω της εργασίας του και από προσωπικό πάθος (ενδεικτικά αναφέρονται εδώ τα ταξίδια του στο Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, την Πράγα, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Αγγλία, την Ισπανία, το Βουκουρέστι, τη Βέρνη, τα Καρπάθια, τη Νέα Υόρκη, την Κούβα, το Σικάγο, το Σαν Ντιέγο).

Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας (1941), Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης (1953-1964), Αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου (1955-1964), Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής (1963 και 1966 αντίστοιχα). Τιμήθηκε με το γαλλικό παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1920) και με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963). Το 1967 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα.

Η πρώτη έκδοση ποιημάτων του Παπατσώνη πραγματοποιήθηκε το 1934 με την «Εκλογή Α΄». Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της πρώτης ελληνικής μετάφρασης της «Έρημης Χώρας» του Τόμας Έλλιοτ από τον Παπατσώνη στο περιοδικό «Κύκλος» και με τίτλο «Ερημότοπος’. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Καθημερινή», όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Το 1944 εξέδωσε την «Ursa Minor» . Ακολούθησαν η «Εκλογή Β΄» (1962), το οδοιπορικό » Άσκηση στον Άθω» (1963), το ταξιδιωτικό κείμενο «Μολδοβαλαχικά του Μύθου», οι μελέτες «Friedrich Holderlin, 1970-1843-1970» και «Εθνεγερσία: Σολωμός, Κάλβος», και οι συλλογές δοκιμίων «Ο Τετραπέρατος κόσμος» (δυο τόμοι) και » Όπου ην κήπος». Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελλάς, Οι Νέοι, Λόγος, Λύρα, Μούσα, Πειθαρχία, Πρωτοπορία, Ρυθμός, Νέα Γράμματα, Νέα Εστία, Ελεύθερα Γράμματα, Χρονικά Αισθητικής κ.α.

Ο Τάκης Παπατσώνης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στην ποιητική γενιά του τριάντα, ως μια ιδιαίτερη όμως περίπτωση που υπερβαίνει τις όποιες κατηγοριοποιήσεις. Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντέρνα ελληνική ποίηση. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του.

Πηγή: ekebi.gr

Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη_Χρήστος Μποκόρος

***

Ανοίγω το στόμα μου * κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν * των ερώτων τα θαύματα.

Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κο * βω να περάσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * τις χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη

Προμετωπίδα του Οδυσσέα Ελύτη για τα Ρω του έρωτα 1972

****

Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα * κι εγώ
* μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
* να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
»Ο που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει
* και στην πέτρα»
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα * με φως
* ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Προμετωπίδα για τα Ρω του Έρωτα, 1972

Γιώργος Δέρπαπας_Προσωπογραφία Οδυσσέα Ελύτη_1984

***

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μες απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * τα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Γιώργος Δέρπαπας, Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ελύτη, 1984

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

***

Ένα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή
Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες * νά ’ναι στους Τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους * το σώμα του Μαγιού
Τό ’χουνε θάψει σ’ ένα * μνήμα του πέλαγου
Σ’ ένα βαθύ πηγάδι * τό ’χουνε κλειστό
Μύρισε το σκοτά * δι κι όλη η Άβυσσο.

Θε μου Πρωτομάστορα * μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα * μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα * σε μήτρα σκοτεινή
Το φοβερό της μνήμης * έντομο μες στη γη
Κι όπως δαγκώνει αράχνη * δάγκωσε το φως
Έλαμψαν οι γιαλοί * κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές
Θε μου Πρωτομάστορα * στα βουνά με θεμέλιωσες!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, κολάζ

Προμετωπίδα φωτογραφία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για δυτικά της λύπης_1995*

***

Στον πηλό το στόμα * μου ακόμη και σε ονόμαζε
Ρόδινο νεογνό * στικτή πρώτη δροσιά
Κι από τότε σου ’πλαθε * βαθιά στα χαράματα
Τη γραμμή των χειλιών * και τον καπνό της κόμης
Την άρθρωση σου ’δινε * Και το λάμδα το έψιλον
Την αέρινη άσφαλτη * περπατηξιά

Κι απ’ την ίδια εκείνη * στιγμή μου μέσα ανοίγοντας
Άγνωστη φυλακή * φαιά και άσπρα πουλιά
Στον αιθέρα ερίζοντας * ανέβηκαν κι ένιωσα
Πως για σένα τα αίματα * για σένα τα δάκρυα
Στους αιώνες το πάλεμα * το φριχτό και το υπέροχο
Η σαγήνη για σένα και * η ομορφιά

Στα πνευστά των δέντρων * και κρούοντας ο πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά * να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα * και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πράσινων * αστέρων λόγια
Και πάνω απ’ την άβυσσο * αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Δυτικά της Λύπης, προμετωπίδα, 1995

Παναγιώτα Κάπελα, Οδυσσέας Ελύτης, Μελάνι σε χαρτί, 2008

* * *

Μοναδική στιγμή της δημιουργικής του διαδρομής αλλά και γενικά της μεταπολεμικής ελληνικής ποιήσης, το «Άξιον Εστί» αντικατοπτρίζει την πεποίθηση του Ελύτη ότι:

«είναι δυνατόν η μοντέρνα εμπειρία να περάσει στην κλασική της περίοδο, όχι με την επιστροφή της στους περιορισμούς των παλαιών, αλλά με τη δημιουργία νέων περιορισμών, που θέτει ο ίδιος ο ποιητής για να τους υπερνικήσει και να επιτύχει έτσι, ακόμη μια φορά, ένα στερεό οικοδόμημα.»

Αυτός ο «νέου τύπου κλασικισμός», γράφει ο Ρ. Μπήτον, είναι

«κάτι παραπάνω από ένας απλός, τυπικός πειραματισμός. Δικαιώνεται από την προσπάθεια να παραχθεί ποιητικός λόγος, στον οποίο ‘η τεχνική να γίνεται κι αυτή μέρος του περιεχόμενου’. Αν η ποιητική γλώσσα θέλει να επιβληθεί πάνω στις δυνάμεις της βίας και της καταστροφής (πράγμα που πετυχαίνει ο ποιητής στο Άξιον εστί, τότε πρέπει να ικανοποιεί δύο παραμέτρους: να έχει αφομοιώσει τους επίσημους τύπους που διεκδίκησαν ρόλο απελευθερωτή στο παρελθόν και, επιπλέον, να είναι ‘στέρεα οικοδομημένη’, σύμφωνα με τη μεταφορά του ίδιου του Ελύτη, ώστε να αντέχει το βάρος του απολυτρωτικού ρόλου που το ποίημα απαιτεί.»

Εν μέρει πάντως, οι «νέοι περιορισμοί» που εισηγείται ο Ελύτης δεν είναι διόλου νέοι. Έτσι, οι Ωδές από τα «Πάθη», το δεύτερο μέρος του έργου, είναι γραμμένες σε «ποικίλα αλλά ομοειδή βυζαντινότροπα μέτρα» (Γ.Π. Σαββίδης). Καθένα από τα ποιήματα αυτά στηρίζεται στο παράδειγμα ενός γνωστού εκκλησιαστικού ύμνου και αναπαράγει με απόλυτη ακρίβεια τη μετρική και στιχουργική του δομή. Η ωδή ηλ.χ. βασίζεται στο περίφημο εγκώμιο «Αι γενεαί πάσαι» της Μεγάλης Παρασκευής, μπορεί δε να ψαλλεί κατά τον ίδιο τρόπο.

Να σημειώσουμε εδώ ότι παρά την ευρεία απήχηση που συνάντησε ακόμη και διεθνώς, ο Ελύτης του «Άξιον Εστί» δεν βρήκε μιμητές. Η τεράστια παρακαταθήκη των στιχουργικών μέτρων και μορφών που απαντούν στην αρχαία ελληνική και τη βυζαντινή λογοτεχνία, ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί από τη νεώτερη ποίησή μας.
Κ.Κ.

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, Οδυσσέας Ελύτης, 2008

***

Ταπεινός οπαδός της Αγίας Καικιλίας
μα και δούλος ευρώστου σαρκός και κοιλίας
από ποικίλας επιλέγει μουσικάς
μα προηγείται πάντα ο μουσακάς
ή μουσικό pasticcio του Ροσσίνι
μέσα σε μελωδίας ευφροσύνη
κι όταν του φωνογράφου τελειώνει η άρια
στο πιάτο λάμπουνε σεμνά απομεινάρια
κι όταν φινάλε σε αρπαγή απ’ τον οντά
μένει υπόλειμμα και στον κυνόδοντα
ρέκτης των πιο ακραίων συμβολισμών
από ουρανίων ηδυπότων πίνει τον εσμόν
με κάθε νέα γέυση κάθε ουσία
τον συνοδεύει η τρέλα απ’ τη Λουτσία.

Πάντοτε λέει «εν παραδείσω άδω»
μ’ ένα ρετσιτατίβο και στιφάδο
και πιπεράτη σος για το φιλέτο
το κλάμα το βουβό του Ριγκολέτο
κι αν τον ρωτήσεις για νησιώτικο μαστέλο
θα σου απαντήσει αβίαστα: Οθέλλο!

Θέλει την Κλέφτρα κίσσα και ψητή
και προτιμά την Πέστροφα ή τη
μαύρη αντίστιξη που πίκρα τού αφήνει
γι’αυτό
τον Ρήνο τον μετράει σε χρυσό
μα τη λιγούρα του σ’ ασήμι.

Ό,τι καλό ακούγεται στο ηχείο
βρίσκει το ανάλογό του στο ψυγείο
όταν στη σάλα τραγουδά ένας καστράτος
εξίσου μελωδεί ο κόκορας κρασάτος
και υπό τους ήχους μιας εύθυμης bourrée
με το ρυθμό της ετοιμάζει τον πουρέ

Και εν συνόψει
πάντοτε μ’ ερυθρά την όψη
τρελό γκαλόπ
για εσκαλόπ
ολίγον αλς
μαζί με βαλς
με impromptu
πατάτα οφτή
τενόρου άρια
τηγάνι ψάρια
πίτσα στο πιάτο
με pizzicato
και μ’ ένα presto
κάνει το πέστο.

Συχνά τον κάπελα καλεί a capella
πότε δεινόσαυρος πότε κοπέλα
μέσα του εμπλέκονται αίνος και οίνος
πότε πεντάμορφη και πότε κτήνος.

Σε νύχτα πολυφωνική, σε υπογάστριο άστρων
μονήρης και καρδιαλγής μένει πάντα προγάστωρ·
ακρόασης και γεύματος το τέλος
με μήλο που ο Γουλιέλμος φέρνει Τέλλος.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Νικόλας Κληρονόμος, Θεοφαγία, 2010

Μανώλης Σκούφιας, Pictures of Instincts or Food Pornography, 1990

***

Τη χώρα όλη εγύρισα σαν σκύλος πεινασμένος
χοχλιούς να εύρω δεν μπορώ, σιντά ‘μαι μανιασμένος
ντάκους και στάκα να γευτώ μόνο γιατί τση τάσσει
κι αν έχει και γίδα βραστή να φέρη να τη φάσι.

Ω μακαρούνες με τυρί καλά ζαφοριαμένες
κι εσείς οι μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες
τα σιουφηχτά ελάτρευσα τσιτσιριστά ωσαύτως
το όσιον γαμοπίλαφο της μοναξιάς μου τάφος.

Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε να σε ιδούσι
πρόβαλε δώσ’ τωνε το φως σε τούτο το τσιμπούσι
πρόβαλε ναίσκε δώσε μου εσύ ψωμί κι αλάτσι
ο πεινασμένος στόμαχος απόψε να Χορτάτση.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Σκούφιας, Pictures of instincts of food pornography, 1990

Ζάφος Ξαγοράρης_Υπόγεια και Αιωρήσεις_2012 (2)

***

Επειδή καλοφαγάς καθώς ο Ροσσίνι
–per un barbiere di qualità–
μέσα στου παντός τη μεγαλοσύνη
τα μικρά μου προβλήματα όλα άλυτα.

Επειδή να διασωθώ ποτέ απ’ τους στίχους
–una voce poco fa–
δεν ελπίζω, στης σιωπής μου τους ήχους
τα στερνά μου άκου λόγια, τα υπόκωφα.

Όταν η μοναξιά μου φτάσει στον άδη
και η μνήμη δεν θά ’ναι σαφής,
η κληρονομιά του ασαφούς ευσταθιάδη

θα περνά διά της γεύσεως και της αφής,
κι αντί γι’ ανάμνηση κάποιου σονέτου
σώζεται στ’ όνομα ενός φιλέτου.

Πηγή:
Στιχουργήματα, 2004

Εικονογράφηση:
Ζάφος Ξαγοράρης, Υπόγεια και Αιωρήσεις, 2012

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου