Στυλιανός Αλεξίου

***

Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακηρύττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

Αληθεύει πως, τόσο λόγω του περιεχομένου, όσο και του τόνου με τον οποίο αυτό εκφέρεται, η εισαγωγή του Αλεξίου θα μπορούσε κάλιστα ν’ αποτελεί μανιφέστο και γνώμονα της παρούσας ανθολογίας, με την ελπίδα πως το εκτόπισμα του μεγάλου αυτού θεωρητικού και πρακτικού της γλώσσας θα μπορούσε, αν όχι να πείσει, τουλάχιστον να συγκινήσει και τους πιο πεισμωμένους αμφισβητίες της επιστροφής στο «παμπάλαιο νερό». Δεν είναι αυτός, ωστόσο, ο λόγος της ενασχόλησής μας με τους «Στίχους επιστροφής». Πέραν του ότι είναι γραμμένοι από το συγκεκριμένο χέρι, κι αυτό τους καθιστά εκδοτικό γεγονός της χρονιάς από μόνο του, είναι είτε οι προσδοκίες για την ανεύρεση πολύτιμων πετραδιών, είτε η πιστή (παρ)ακολούθηση του Αλεξίου στον δημιουργικό του δρόμο, είτε έστω ένα αίσθημα καλοπροαίρετης περιέργειας και φιλομάθειας, είτε ακόμη κι όλ’ αυτά μαζί, που οδηγούν το σημερινό αναγνώστη γενικά και τον αναγνώστη της ποίησης ειδικότερα να πάρει στα χέρια του και να κοινωνήσει της εν λόγω συλλογής.

Ο Αλεξίου (γι’ ακόμη μια φορά) παραμένει συνεπής ως προς αμφότερα τα ζητούμενα της Επιστροφής του: τόσο ως προς τον κανόνα της «οργανωμένης μορφής του λόγου», όσο και ως προς αυτόν των βιωμάτων. Το πρώτο γίνεται πράξη στην ποίησή του, ωστόσο δεν ακολουθείται δουλικά. Έτσι, η ποίηση αυτή δεν μπορεί ν’ αποτελέσει απόδειξη αισθητικών προκαταλήψεων, ούτε όπλο στα χέρια όσων θεωρούν την έμμετρη λυρική ποίηση είδος άκαμπτο, πομπώδες και νεκρό. Ο Αλεξίου γράφει ελεύθερα κι όμως έμμετρα, συχνά δε ομοιοκατάληκτα, εισηγούμενος τον τρόπο που η «αυστηρή» ποίηση μπορεί να είναι και ζωντανή και σύγχρονη. Μια φωνή, και μάλιστα δυνατή, αρθρώνει απόψεις που έπρεπε ν’ ακουστούν, και το πράττει με συνέπεια, δίνοντας η ίδια το παράδειγμα.

Όσο για τα βιώματα, η συλλογή ολόκληρη αποτυπώνει ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και το χώρο. Θέση τίτλου στο πρώτο ποίημά της κατέχει η χρονολογία «1940», ενώ στο τελευταίο, η γεφύρωση «1939-1999». Ως προς το χώρο, ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τον ποιητή σε Ελλάδα κι εξωτερικό, από το Κράσι ως το Κάστρο της Κρήτης, από τους Θολωτούς τάφους Λέντα ως την Τραπεζόντα της Σητείας, από τη Βασιλίσσης Σοφίας ως τη Βουλιαγμένη, από το Λουξεμβούργο ως το Παρίσι κι απ’ το Μιλάνο ως την Τίβολη και τη Σικελία. Ένα ταξίδι, ίδιο το ταξίδι της έως τώρα ζωής του ποιητή, που πέρα από ημερομηνίες και τοπωνύμια είναι γεμάτο πρόσωπα, ονόματα – και στιγμές.

Ο Αλεξίου γνωρίζει κι αναγνωρίζει τη σημασία της στιγμής και την αποτυπώνει στη συλλογή του. Η αρχή γίνεται με τον ύμνο της Στιγμής, της μιας και της κάθε στιγμής, ως έκφρασης και περιέκτη του σύμπαντος. Μέσα στη Στιγμή, στο απειροελάχιστο παρόν, ενυπάρχουν παρελθόν και μέλλον. Γι’ αυτό καταλήγει: «Απέραντη η στιγμή — αν την προσέξεις.» Ακολουθεί το πλήθος των στιγμών, στιγμών που ζουν με τον ποιητή, όπως κι εκείνος ζει μαζί τους. Με διάθεση μελαγχολική και βαθειά ρέμβη καταλογογραφεί Στιγμές, θα πει εικόνες, που κάτι σημαίνουν και για τα δικά μας μάτια: πλήθος κόσμου, απομόνωση, αισθήσεις, συνιστούν την ιστορία καθενός. Τέλος, ο ποιητής επιστρέφει στις καταβολές, τις δικές του και του λαού ολόκληρου, σε στιγμές της παράδοσης και στη ζωή τους μέσα στον ίδιο: τοπία, συνήθειες, θρησκεία είναι οι «Άλλες στιγμές», οι δικές του.

Με αφορμή λοιπόν τη δικαίωση της στιγμής από τον Αλεξίου, η εβδομάδα ετούτη στο Παμπάλαιο Νερό είναι αφιερωμένη στην ποίησή του, με δύο ενότητες: Στιγμές και Σώματα.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

***

Ο Στυλιανός Αλεξίου γεννήθηκε το 1921. Είναι ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο οποίο δίδαξε από το 1977 έως το 1991, πρώην Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης και διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου (1962-1977). Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Γερμανικού Ινστιτούτου και επίτιμος διδάκτωρ των πανεπιστημίων Padova και Κύπρου. Ανακάλυψε τους υστερομινωικούς τάφους του Λιμένος Κνωσού και τους πρωτομινωικούς θολωτούς τάφους της Λεβήνος (Λέντα). Στο μουσείο Ηρακλείου δημιούργησε μια νέα πτέρυγα και την αίθουσα της Συλλογής Γιαμαλάκη. Ίδρυσε τα μουσεία Χανίων και Αγίου Νικολάου. Δημοσίευσε πολλές εργασίες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Πραγματοποίησε φιλολογικές μελέτες και εκδόσεις έργων, καθώς και μελέτες σχετικές με την κοινωνία, τη ζωή και τον πολιτισμό της Κρήτης κατά τον ΙΕ΄-ΙΖ΄αι. Άλλες εργασίες του αφορούν σε θέματα ιστορικής γλωσσολογίας και σε ετυμολογήσεις λέξεων του κρητικού ιδιώματος και των νέων ελληνικών. Το 1993 τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, και το 2003 με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Είναι επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Πηγή βιογραφικού:
biblionet.gr