Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

Στυλιανός Αλεξίου

***

Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακηρύττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

Αληθεύει πως, τόσο λόγω του περιεχομένου, όσο και του τόνου με τον οποίο αυτό εκφέρεται, η εισαγωγή του Αλεξίου θα μπορούσε κάλιστα ν’ αποτελεί μανιφέστο και γνώμονα της παρούσας ανθολογίας, με την ελπίδα πως το εκτόπισμα του μεγάλου αυτού θεωρητικού και πρακτικού της γλώσσας θα μπορούσε, αν όχι να πείσει, τουλάχιστον να συγκινήσει και τους πιο πεισμωμένους αμφισβητίες της επιστροφής στο «παμπάλαιο νερό». Δεν είναι αυτός, ωστόσο, ο λόγος της ενασχόλησής μας με τους «Στίχους επιστροφής». Πέραν του ότι είναι γραμμένοι από το συγκεκριμένο χέρι, κι αυτό τους καθιστά εκδοτικό γεγονός της χρονιάς από μόνο του, είναι είτε οι προσδοκίες για την ανεύρεση πολύτιμων πετραδιών, είτε η πιστή (παρ)ακολούθηση του Αλεξίου στον δημιουργικό του δρόμο, είτε έστω ένα αίσθημα καλοπροαίρετης περιέργειας και φιλομάθειας, είτε ακόμη κι όλ’ αυτά μαζί, που οδηγούν το σημερινό αναγνώστη γενικά και τον αναγνώστη της ποίησης ειδικότερα να πάρει στα χέρια του και να κοινωνήσει της εν λόγω συλλογής.

Ο Αλεξίου (γι’ ακόμη μια φορά) παραμένει συνεπής ως προς αμφότερα τα ζητούμενα της Επιστροφής του: τόσο ως προς τον κανόνα της «οργανωμένης μορφής του λόγου», όσο και ως προς αυτόν των βιωμάτων. Το πρώτο γίνεται πράξη στην ποίησή του, ωστόσο δεν ακολουθείται δουλικά. Έτσι, η ποίηση αυτή δεν μπορεί ν’ αποτελέσει απόδειξη αισθητικών προκαταλήψεων, ούτε όπλο στα χέρια όσων θεωρούν την έμμετρη λυρική ποίηση είδος άκαμπτο, πομπώδες και νεκρό. Ο Αλεξίου γράφει ελεύθερα κι όμως έμμετρα, συχνά δε ομοιοκατάληκτα, εισηγούμενος τον τρόπο που η «αυστηρή» ποίηση μπορεί να είναι και ζωντανή και σύγχρονη. Μια φωνή, και μάλιστα δυνατή, αρθρώνει απόψεις που έπρεπε ν’ ακουστούν, και το πράττει με συνέπεια, δίνοντας η ίδια το παράδειγμα.

Όσο για τα βιώματα, η συλλογή ολόκληρη αποτυπώνει ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και το χώρο. Θέση τίτλου στο πρώτο ποίημά της κατέχει η χρονολογία «1940», ενώ στο τελευταίο, η γεφύρωση «1939-1999». Ως προς το χώρο, ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τον ποιητή σε Ελλάδα κι εξωτερικό, από το Κράσι ως το Κάστρο της Κρήτης, από τους Θολωτούς τάφους Λέντα ως την Τραπεζόντα της Σητείας, από τη Βασιλίσσης Σοφίας ως τη Βουλιαγμένη, από το Λουξεμβούργο ως το Παρίσι κι απ’ το Μιλάνο ως την Τίβολη και τη Σικελία. Ένα ταξίδι, ίδιο το ταξίδι της έως τώρα ζωής του ποιητή, που πέρα από ημερομηνίες και τοπωνύμια είναι γεμάτο πρόσωπα, ονόματα – και στιγμές.

Ο Αλεξίου γνωρίζει κι αναγνωρίζει τη σημασία της στιγμής και την αποτυπώνει στη συλλογή του. Η αρχή γίνεται με τον ύμνο της Στιγμής, της μιας και της κάθε στιγμής, ως έκφρασης και περιέκτη του σύμπαντος. Μέσα στη Στιγμή, στο απειροελάχιστο παρόν, ενυπάρχουν παρελθόν και μέλλον. Γι’ αυτό καταλήγει: «Απέραντη η στιγμή — αν την προσέξεις.» Ακολουθεί το πλήθος των στιγμών, στιγμών που ζουν με τον ποιητή, όπως κι εκείνος ζει μαζί τους. Με διάθεση μελαγχολική και βαθειά ρέμβη καταλογογραφεί Στιγμές, θα πει εικόνες, που κάτι σημαίνουν και για τα δικά μας μάτια: πλήθος κόσμου, απομόνωση, αισθήσεις, συνιστούν την ιστορία καθενός. Τέλος, ο ποιητής επιστρέφει στις καταβολές, τις δικές του και του λαού ολόκληρου, σε στιγμές της παράδοσης και στη ζωή τους μέσα στον ίδιο: τοπία, συνήθειες, θρησκεία είναι οι «Άλλες στιγμές», οι δικές του.

Με αφορμή λοιπόν τη δικαίωση της στιγμής από τον Αλεξίου, η εβδομάδα ετούτη στο Παμπάλαιο Νερό είναι αφιερωμένη στην ποίησή του, με δύο ενότητες: Στιγμές και Σώματα.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

***

Ο Στυλιανός Αλεξίου γεννήθηκε το 1921. Είναι ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο οποίο δίδαξε από το 1977 έως το 1991, πρώην Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης και διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου (1962-1977). Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Γερμανικού Ινστιτούτου και επίτιμος διδάκτωρ των πανεπιστημίων Padova και Κύπρου. Ανακάλυψε τους υστερομινωικούς τάφους του Λιμένος Κνωσού και τους πρωτομινωικούς θολωτούς τάφους της Λεβήνος (Λέντα). Στο μουσείο Ηρακλείου δημιούργησε μια νέα πτέρυγα και την αίθουσα της Συλλογής Γιαμαλάκη. Ίδρυσε τα μουσεία Χανίων και Αγίου Νικολάου. Δημοσίευσε πολλές εργασίες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Πραγματοποίησε φιλολογικές μελέτες και εκδόσεις έργων, καθώς και μελέτες σχετικές με την κοινωνία, τη ζωή και τον πολιτισμό της Κρήτης κατά τον ΙΕ΄-ΙΖ΄αι. Άλλες εργασίες του αφορούν σε θέματα ιστορικής γλωσσολογίας και σε ετυμολογήσεις λέξεων του κρητικού ιδιώματος και των νέων ελληνικών. Το 1993 τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, και το 2003 με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Είναι επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Πηγή βιογραφικού:
biblionet.gr

Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

***

Μνήμη Μανώλη Μ.

Σε κλείσανε άστοργοι καιροί
σε κάγκελα και σε καθρέφτες
έρχονταν ύστερα σαν κλέφτες
να σου ανάψουνε κερί.

Δε μίλαγες, δεν έβγαζες φωνή
βουβός και παραπεταμένος
μες στη ζωή σου ήσουν ξένος
ποιος κλαίει κρυφά και ποιος πονεί;

Έγειρες να ξεκουραστείς
αμέτρητες μέτρησες ώρες
πάνω σου στέγνωσαν οι μπόρες
δεν είχες να τις μοιραστείς.

Εκεί, στο τέλος της ποινής σου
σου ’ταξε η μοίρα μιαν ευχή
τη δέχτηκες σαν προσευχή
και σαν κλειδί του παραδείσου.

Τώρα αναπαύεσαι στο χώμα
βρήκες εκεί μιαν αγκαλιά
μαζί μ’ αδέσποτα σκυλιά
μοιράζεσαι το ίδιο στρώμα.

Μα δε σε νοιάζει, δε λυπάσαι, δεν ρωτάς
αυτός ο κόσμος όλα λάθος τα ζυγιάζει
ανάπηρος περνά, δε λογαριάζει
πόσες ρυτίδες μέσα σου μετράς.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***

Δεν θα αντέξεις στη βροχή
το είδωλό σου τρεμοπαίζει
απέναντι σ’ ένα τραπέζι
κοιτάς σε άλλην εποχή.

Τζάμια θολά αχνίζει η ψυχή
σταγόνες τρέχει στο λαιμό η αγωνία
όλος ο κόσμος σου σε μια γωνία
κινδύνους η φωνή σου αντηχεί.

Να ’χες κι εσύ μια κάμαρα ζεστή
ένα λιμάνι πλοίο στην αυλή σου
σαν δώρο κάποιου παραδείσου
πατρίδα κι άξιον εστί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***Κυριάκος Μορταράκος

***

Έρχεται με παράνομα CD
με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του
μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του
φεύγει με αναπάντητα γιατί.

Οι κόρες των ματιών του ερημιά
νερό που πάγωσε πίσω στα περασμένα
άγριες θάλασσες, κουπιά σπασμένα
και η στεριά, υπόσχεση καμιά.

Θα πάει αλλού να δείξει την πραμάτεια
κι εκεί θα του την αρνηθούν
όχι, δεν θέλουμε, ευγενικά θα πουν
θα στρέψουνε κάπου μακριά τα μάτια.

Δεν περιμένει τίποτε από μας
το ξέρει πως κανείς μας δεν θα πάρει
οι μέρες ένα πρόχειρο παζάρι
αδειάζουν, σβήνουνε τα ίχνη τους με μιας.

Σε κάμαρα μικρή θα κοιμηθεί
φορώντας τους καημούς του θα ξυπνήσει
πουλάκι τα φτερά του θα μετρήσει
σ’ αυτά που ο κόσμος του ’χει αρνηθεί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Μορταράκος

Γεώργιος Κορμπάκης_Crisis 2012***

***

Τώρα μόνο μπορώ καλά να νιώσω
πώς βρήκε ο Buonarroti τον Θεό του,
και του Camões την πίκρα, και του πρώτου
στους πρώτους Shakespeare, το σονέττο, πόσο

ξεπέρασεν, αλήθεια, τον καιρό του.
Μα κ’ η Stampa, η Labé κι ο Ronsard, όσο
πάθος, σάρκα, καρδιά, θα υπάρχουν, τόσο
καθένας τους θα ζει στο αθάνατό του

σονέττο. Εκείνοι, ας εγενήκαν σκόνη.
Πάνε αιώνες, όπου η σάρκα τους πονεί
σ’ ένα μικρό τραγούδι κι αναλειώνει

δίχως ποτέ να λειώνει, τι η καρδιά τους
η χωμάτινη, η απλή, απ’ τον έρωτά τους
και σάρκα του Θεού πήρε και φωνή.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Γεώργιος Κορμπάκης, Crisis, 2012

Ευάγγελος Κουζούνης, Το φιλί,1999

***

Κάθησε στο ντιβάνι, εκεί. Τσάι θες ;
Λίγο κονιάκ ; Θέλεις να σου σκεπάσω
τα γόνατα ; Όχι ; Τότε, να πλησιάσω
το μαγκάλι στο πλάι σου. Και, τι λές,

να βάλω μουσική, ή να σου διαβάσω
σονέττα της Labé ; Βέβαια, πολλές,
άλλες, Θέ μου, δε βρίσκονται χαρές
εδώ μέσα, για να σε διασκεδάσω . . .

Μα πε μου, κάτι ζήτησε· μονάχα
ν’ ακούσω τη φωνή σου να ζητά
ό,τι σου ανήκει και να με ρωτά

για αισθήματα που δε γνωρίζεις τάχα.
Να ζήσουμε τη ζωή, που τη ζωή ζει ;
Λοιπόν, τότε, ας πεθάνουμε μαζί.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Ευάγγελος Κουζούνης, Το φιλί, 1996

Ανδρέας Δεβετζής_Λουτρό_2012*****

***

Αν μέσα μου μπορούσε να μ’ αγγίσει
το χέρι σου, δε θά ’βρισκε παρά
βαθιές πληγές μονάχα και φτερά
σπασμένα που μια άλλη είχαν φτερουγίσει

(πότε; σχεδόν λησμόνησα . . . ), φορά.
Μα πιο πολύ αν δυνόταν να βυθίσει
το χέρι σου, ώς τα βάθη αυτά, που η φύση
πλάθεται ακόμη, στην ιερή πυρά

της ύπαρξης, θά ’νιωθες βαθιά φρίκη,
γιατί ένα ακατανόμαστο κενό
θανάσιμης σιωπής, που να σου ανήκει

θά ’βρισκες. Κι αν εννοήσεις πως πονώ
τόσο για σε, τύψη να μη σου γίνει :
ο πόνος μού έχει δώσει την ειρήνη.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Λουτρό, 2012

Μιχάλης Μανουσάκης*************

Έχω μου ’παν, μια ολόκληρη προδώσει
ζωή, που την τέλειωνεν ο χρόνος
του πνεύματος, πως είμαι ο δολοφόνος
μιας ζωής, που την είχα μεγαλώσει

μ’ άσκηση και με θλίψη, άγριος και μόνος,–
για σάρκα ερωτικήν, ελάχιστη, όση
δε θα ’πρεπε τόσο να την πληρώσει
του πνεύματος ο πιο οδυνηρός πόνος.

Μα δεν ξέρουν, αγάπη μου, ότι η γη,
πνεύμα μες στην καρδιά μας έχει γίνει,
και πως, στο αίμα μας μέσα, την πηγή

βρήκαμεν όπου ο Θεός, γυμνός, αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση, κι ότι η βάρκα
που πάει στο Αιώνιο, είν’ η γυμνή μας σάρκα.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης

Caspar Baum_China_2003

***

Κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
δια μιάς στου νου τους κάλυκες εφάνη πως πηγαίνει
ανάποδα, και το τρυπάνι, που χορεία αγγέλων
αυθαίρετα σα ρυμουλκό τραβούσε, αρθρώθη λόγος
κλασματικός με πελεκούδια από θαλάσσια ξύλα,
όπου ίππος διά πυρός ελάλει διάπυρος και ασμένως.

Και διχασμένος στην πυρά παραληρούσε ασμένως
κι ο κηπουρός, που εγνώριζε οίκοθεν πώς είν’ ο κήπος,
ο μαυρωπός και ροδαλός, ο επιποθών τα ξύλα
να καλαφατιστούν βαρκούλα που θα τον πηγαίνει
στις αλβοράδες των αβγών κι εκεί που θάλλει ο λόγος
την άλλη πάντα σπώντας απ’ τις φύσεις των αγγέλων.

Κι εν πάση περιπτώσει ο κηπουρός υμνών και αγγέλλων
την πτώση, που θα πέσει κι άλλο, αρμολογούσε ασμένως
το ψέμα, που επαλήθευε όλα όσα ο κομήτης λόγος
διεκδίκησε δι’ εαυτόν (και αυτός ακόμη ο κήπος),
την ώρα που φρενήρες το άλογο ως πηγή πηγαίνει
στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα.

Στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα,
πνευμάτων κέδροι ενέδρα στήσαν σε ουλαμούς αγγέλων·
ορθώς ξεκίνησ’ η έφοδος, μα ολόστραβα πηγαίνει –
και μ’ όλο που συνηγορούσαν επωδοί ασμένως,
κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
ξεράθηκε και γέμισε με μώλωπες ο λόγος.

Στο κέντρο –μην μακρηγορούμε– ενός καθρέφτη ο λόγος
πολλαπλασίαζε τα πριν συντετριμμένα ξύλα
στον παρονομαστή, και ξυλοκόπους είδε ο κήπος
να τσεκουρώνουνε με ορμή το κράτος των αγγέλων·
και ξάφνου υδάτων πίδακες εξάντλησαν ασμένως
τα βάθη απ’ τον οπό που ως χαρωπός του αφρού πηγαίνει.

Ανάλαφρος πλην σφριγηλός –φαντάσου πώς πηγαίνει
ο πούμας στη σαβάνα– επήγαινε έπειτα και ο λόγος,
αφού στη γη του Σενναάρ τη μεταγλώσσα ασμένως
την αποθέωσε βαστώντας μι’ αγκαλίτσα ξύλα
και φράχτες ύψωσε χαράς των έφιππων αγγέλων
ο χορός εκεί, όπου εμάρμαιρε των πεπτωκότων κήπος.

Ο κήπος ο παράκλητος τα ρόδα του πηγαίνει
προσφάι των αγγέλων, όταν φλογισμένος λόγος
τα ξύλα τρώει που τρώγονται εμπειρικώς και ασμένως.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κίνα, 2003