***

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941) 

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, χωρίς τίτλο, 2011

***

Ο Δημήτρης Π. Παπαδίτσας γεννήθηκε στη Σάμο στις 22 Σεπτεμβρίου 1922. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος. Μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο. Εργάστηκε ως ορθοπεδικός στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 22 Απριλίου του 1987. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1943 με τη συλλογή «Το φρέαρ με τις φόρμιγγες». Το σύνολο των ποιητικών του βιβλίων συγκεντρώθηκαν μετά τον θάνατό του από τον Κώστα Τσιρόπουλο στον ογκώδη τόμο «Ποίηση», Ευθύνη, 1997. Δοκιμιακά του κείμενα περιλαμβάνει ο τόμος «Ως δι’ εσόπτρου», Imago, 1983.

Mετέφρασε ποιήματα του Ίβαν Γκολ («Traumkraut», 1957) και σε συνεργασία με την Ελένη Λαδιά τους Ορφικούς (1984) και τους Ομηρικούς Ύμνους (1985). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Πρώτη Ύλη (1958-1959) από κοινού με τον Ε.Χ. Γονατά. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1964 («Ποίηση Ι») και το 1981 («Δυοειδής Λόγος») και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Ουράνη) το 1984 («Η ασώματη»).

«Στα πρώτα του ποιητικά βήματα ο Παπαδίτσας προσπάθησε να εκφράσει την αγωνία του για μια αναμόρφωση του κόσμου, μέσα αντισυμβατικές γλωσσικές και θεματικές επιλογές και με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού και την αρχαιοελληνική προσωκρατική φιλοσοφία. Στην πορεία του προς την ωριμότητα οδηγήθηκε προς μια απόπειρα γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στην γήινη πραγματικότητα και το ποιητικό σύμπαν, μέσω ενός ενορατικού λόγου και με επιρροές από το ρομαντισμό του Hölderlin.» (Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ekebi.gr)

Στο δοκίμιο του «Σκέψεις για τη γλώσσα και τη γλώσσα μου» ο Παπαδίτσας αναφέρει: «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα.» Και στο «Ως δι’ εσόπτρου»: «Η ποίηση είναι η αυθεντικότερη γλώσσα, δηλαδή νηπιακή γλώσσα, όπου το πράγμα, η έκφρασή του, η ονομασία του, η περιγραφή του, ο ήχος του, η μνημιακή του ανάκληση, όλα μαζί είναι ένα. (Μνημιακή ανάκληση: μια ολόκληρη διαδικασία για να ξαναμπούμε στον εαυτό μας που γνωρίζει). Κάθε ποιητής μιλάει σαν νήπιο, δηλαδή ακατανόητα για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αληθινή γλώσσα.»

Πηγές:
– Αργυρίου Α., «Δημήτρης Π. Παπαδίτσας», Η Ελληνική Ποίηση. Η Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, 2000.
http://www.ekebi.gr
– Βικιπαίδεια

***

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά το αμείλικτό τους δέρμα.

Απρόσιτες στον πύργο τους κι έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή με κάποιον εραστή τους
στης θάλασσας των ηδονών βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες μες στην κοιλιά του κήτους.

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά, νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού να τους χαϊδεύουν γάντια.
Λικνίζονται στα δάπεδα λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά βγαίνουν υγρά διαμάντια.

Κυνηγημένες μάγισσες χωρίς την πυρκαγιά τους,
μιλώντας με ακατάληπτες περίπλοκες διαλέκτους,
ωραίες, αλλοπρόσαλλες και απομακρυσμένες,
ίδιες με αυτά τα μανεκέν που βλέπω στα προσπέκτους.

Το υπόκωφο τραγούδι τους κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά η σάρκινη μεμβράνη.
Αυτή που τις παγίδεψε σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο κορίτσι δεν την πιάνει.

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό, μ’ ένα στο χέρι κέρμα,
να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ, να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα.

Πηγή:
Συγνώμη για την Άμυνα, 1991

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Art War 2, 2010

 

Γενέθλια κι αγόρασα σκοινί,
τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα
παραληρώντας πάνω στο σκαμνί,
στον τελευταίο ρόλο του αυτόχειρα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον,
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.

Γενέθλια και φτύνω τις ευχές,
σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα.
Ελπίζω με τις πρώτες τις βροχές
να ξεχαστώ και γω και το σημείωμα.

Πηγή:
Όλα από χέρι καμένα, 1988

Εικονογράφηση:
Εδουάρδος Σακαγιάν, 1993

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

***
Σαν το τραγούδι της τρελής στην ακροποταμιά
Σαν το σαλό που ανάλαμψε και τώρα φέγγει ως πέρα
Σαν άλογο που υψώθηκε με φλόγες στον αγέρα
Σαν τη σιωπή που γέμισε σταυρούς την ερημιά

Σαν το κερί που τρέμισε χλομό στο μεσοφρύδι
Σαν άστρα που στραφτάλισαν στη νύχτα των ματιών
Σαν τις ψυχές που αδημονούν στα υπόγεια των σπιτιών
Σαν σπήλαιο που σε προσκαλεί στο πιο βαθύ ταξίδι

Σαν ποιητής που στο δικό του κόσμο έχει χαθεί
Σαν παραγιός που παίζοντας το φέρετρο καρφώνει
Σαν νύφη που μαρμάρωσε στο πετρωμένο χιόνι
Σαν τον προφήτη που έλιωσε προτού ν’ αναληφθεί

Σαν γέρος που αφουγκράζεται τη μνήμη του να λέει
Σαν κόρη που αναρίγησε στη μέλουσα ενοχή
Σαν άμαξα παλιοκαιρινή που τη χτυπά η βροχή
Σαν ένας σκούφος ναυτικός που στον αφρό επιπλέει

Σαν την καλύβα του ψαρά που πάει με τα νερά
Σαν πεταλούδα που έσβησε του αρρώστου το καντήλι
Σαν το ανεπαίσθητο άρωμα που βγάζει το ασφοδίλι
Σαν άγγελος που γδύθηκε τα κάτασπρα φτερά

Σαν ταξιδιώτης που έφτασε στο μακρινό παρόν του
Σαν δύτης που ξεχάστηκε στους κήπους των βυθών
Σαν πόλη που προσάραξε στο αέναο παρελθόν
Σαν επισκέπτης που έμεινε στη χώρα των νεκρών του

Σαν μια γυναίκα-φάντασμα στο τρίποδο του μπαρ
Σαν φλόγα που στο ρόδινο ποτήρι μέσα λάμπει
Σαν το παιδί που αποζητά στο παραμύθι να μπει
Σαν όνειρο που ζέστανε τον ύπνο του κλοσάρ

Σαν πόρνη που νοστάλγησε το παιδικό κρεβάτι
Σαν τη νεκρή που ζύμωνε τα Σάββατα ψωμί
Σαν τον τυφλό που ακολουθεί την ίδια διαδρομή
Σαν το λυχνάρι που έφεξε το δρόμο του υπνοβάτη

Σαν σήμαντρο που ακούγεται βαθιά στην προσευχή
Σαν οδοιπόρος που έχασε το σώμα του στο δρόμο
Σαν ένα χέρι αόρατο που σε χτυπά στον ώμο
Σαν κάποιος που κλειδώθηκε σε μια παλιά εποχή

Σαν τη γριά που φόρεσε το νυφικό της πέπλο
Σαν τον καθρέφτη που έδειξε στο φόντο το σταυρό
Σαν αστραπή που φώτισε το απρόσβατο ιερό
Σαν τον Χριστό που απρόσμενα κατέβηκε απ’ το τέμπλο

Σαν αίγαγρος που απ’ τον γκρεμό τον ωκεανό κοιτάζει
Σαν φίδι που υποτάχτηκε κι αγάπησε τη γη
Σαν τρένο που απ’ τη σήραγγα δεν έχει ξαναβγεί
Σαν βάρκα που πετάει ψηλά κι απ’ την καρένα στάζει

Σαν ό,τι στέκει αντίγνωμο στη μοίρα του κενού
Σαν ό,τι κλείνει τις ρωγμές στο ρημαγμένο σπίτι
Σαν ένα φέγγος διάχυτο στη νύχτα του ερημίτη
Σαν οδοδείχτης που οδηγεί στο δρόμο τ’ ουρανού

Σαν να ναι ο κόσμος εύ-μορφος κι ο χρόνος αδερφός
Σαν να μην κλείνουν πίσω σου για πάντα οι τόσες θύρες
Σαν να μη σκύβουν πάνω στις πληγές σου οι ψυχοθήρες
Σαν να μην έχουν σύνορα τα μάτια και το φως

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Σπύρος Στούκας, 2012

***
Σας προσκαλώ σε σιωπηλό διαλογισμό
Τόσοι νεκροί μες στη σιωπή μας κατοικούνε
Μορφές σβημένες που εναγώνια προσπαθούνε
να κρατηθούν να μην κυλήσουν στον γκρεμό

Δεν ξέρω αν έχετε εννοήσει το κενό
ή αν ο καθρέφτης σας τη νύχτα σάς τρομάζει
Καθένας βρίσκει τη ματιά που του ταιριάζει
το ρούχο εκείνο που τον δέχεται γυμνό

Κλείστε τα μάτια σας για λίγο      Ακινητήστε
πάνω στον κόκκο της στιγμής που σας κρατεί
Μαζί με σας το σύμπαν όλο ακινητεί
Και τώρα αργά το πρόσωπό σας ψηλαφήστε

Λησμονηθείτε σιωπηλός στο αιθέριο λίκνο
Δε θα ταράξει τη γαλήνη σας κανείς
Γύρω μας λάμπουν τα νερά της προσμονής
μα εμείς κοιτάμε ειρηνικά τον μαύρο κύκνο

Μην περιμένετε τον άυλο ταχδρόμο
Κανείς δε θα ρθει να μας φέρει το κλειδί
Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί
που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο

Πηγή:
Ο απόπλους, 1999

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζερμιάς, Τρίστρατο ΙΙ, 2002-2010

***

Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Γιώργος Λαναράς, Αναζήτηση ανθρώπου, 2007

***

Ο Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε στην Αθήνα το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1992.

Έγραψε κυρίως ποίηση, παράλληλα όμως ασχολήθηκε με το δοκίμιο και την κριτική, ενώ επιμελήθηκε φιλολογικά την έκδοση των σονέτων του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, όπου παρέθεσε και εκτενή εισαγωγή (εκδ. Ωκεανίδα, 1999). Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά (Η Λέξη, Το Δέντρο, Πλανόδιον, Ανακύκληση, Ευθύνη, Πόρφυρας) και πολύ παλαιότερα με Το Πρώτο Σκαλί, Κέρκυρα 1954-1956, όπου δημοσίευσε σε νεωτερικό στίχο το ποίημα «Το τραγούδι των εφήβων», τχ. 5, Ιανουάριος 1955, σ. 29. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά και σέρβικα. Τιμήθηκε για την ποίησή του με το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Η Περσεφόνη των γυρισμών, Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα, 1974. Οι κόνδορες και το αντιπρανές, Πόρφυρας, Κέρκυρα, 1982. Η λάμψη, Κείμενα, Αθήνα, 1983. Βυθός, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1985. Ο ληξίαρχος, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1989. Αγαθά παιχνίδια, Συνέχεια, Αθήνα, 1994. Νυχτοφιλία, Ο Μικρός Αστρολάβος, Αθήνα, 1995. Υπήρξε. Επιλεγμένα ποιήματα, Απόστροφος, Κέρκυρα 1999. Μου γνέφουν, Καστανιώτης, Αθήνα, 2000. Ο μεταμφιεσμένος χρόνος, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2005. Θίασος στην εξέδρα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006. Το άλμπουμ των αποκομμάτων, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2009. Ποίηση, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2011.

***

 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της  οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά ναι δικά  μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Πηγή:
Eπιτάφιος, 1936

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Ξάφνιασμα Νο 2, 1990-1

Στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί καμία αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ’ εμείς με κυματίζουσα την κόμη
-έμβλημ’ αρχαίο καλλιτεχνών- και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μας συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί. Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμ’ ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα ξανά σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτά μας.

Αναμασάμε κάθε μέρα τα παλιά
χιλιειπωμένα αισθήματά μας· εξηγούμε
το τάλαντό μας: «κελαηδούμε σαν πουλιά»·
την ασχολία μας τόσ’ ωραία δικαιολογούμε.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ’ εμείς,
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ένα τοίχο.
Μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ’ έναν -με δίχως χασμωδίες- μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία
– ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.

Πηγή:
Tρακτέρ, 1934

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Καταπίεση, χ.χ.

***

Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» –
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το «Κάπιταλ» του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.

Πηγή:
Τρακτέρ, 1934

Εικονογράφηση:
Ηλίας Δεκουλάκος, από τη σειρά «Φωτογραφίες 1960-80»

***

Ανάμεσα στους ποιητές του Μεσοπολέμου που εισήγαγαν και καθιέρωσαν τον ελεύθερο στίχο, πολλοί είναι όσοι έχουν έργο σε αυστηρές μορφές, κάποτε εκτεταμένο και σημαντικό: Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης, Ν. Γκάτσος, Τ. Παπατσώνης, Γ. Βαφόπουλος, Κ. Μόντης, Δ.Ι. Αντωνίου, Ζ. Λορεντζάτος . . .

Ο Γιάννης Ρίτσος ανήκει σ’ αυτούς, αρχής γενομένης από τις πρώτες καρυωτακικού κλίματος συλλογές του («Τρακτέρ», 1934, «Πυραμίδες», 1935) ώς τον περίφημο «Επιτάφιο» (1936) και τα οψιμότερα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα για την πικρή πατρίδα» (πρώτη γραφή 1968) και τον «Ύμνο και θρήνο για την Κύπρο» (1974). Σ’ αυτήν, την έμμετρη, πλευρά της ποίησης του Ρίτσου είναι αφιερωμένες οι επόμενες αναρτήσεις του Παμπάλαιου Νερού.

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

Πηγή:
Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Γιώργος Κράλλης, Cirkus Mundi, 2010

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Σπύρος Μελάτος, Χωρίς τίτλο, 2012

***

Ο ΛΙΛΙΟΣ

Χαρούμενα δρουβούδιζαν και ζουπηχτά βρυξούζαν.
Μα μόλις είδαν τον Λιλιό, επέσαν και ζιζίβαν.

***

ΤΑ ΑΠΡΑΓΑΔΙΑ

Ρειθραδιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
Κάνοντας χθου και πθου,
Στις τσίνιες και στις γάβωνιες :
Το αναμπουφτούρδισμα,
Και το κακό πιτσιπιτού
Στο γιο του Φιφλιτζή,
Ζούνε τα απραγάδια.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Πέτρος Σοροπάνης, Ανατολικά-Δυτικά και Νότια, 2011

***

Αυτή την εβδομάδα το Παμπάλαιο Νερό την αφιερώνει στο έργο του Αλέξανδρου Σχινά (1924-2012). Τις προσεχείς ημέρες θα παρουσιάσουμε τέσσερα από τα τόσο ιδιότυπα λεττριστικά ποιήματά του, που πρωτοείδαν το φως το 1964, στο τεύχος 2-3 του περιοδικού Πάλι. Ο Σχινάς αποδίδει τα ποιήματα αυτά στον Ελευθέριο Δούγια, επινοημένη περσόνα του ιδίου, τα περιέλαβε δε στο μανιφέστο του «Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας».

Ο Αλέξανδρος Σχινάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Φοίτησε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο και σπούδασε στο χημικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1947-1949) άρχισε να ταξιδεύει, κυρίως σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ώς το 1959, οπότε εγκαταστάθηκε οριστικά στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία. Από εκεί συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1963-1965), την ΕΡΤ (μετά το 1974), και τον σταθμό της Deutsche Welle στην Κολωνία. Από την τελευταία θέση του ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας στην Ελλάδα.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε έφηβος το 1938 στο περιοδικό Μαθητική Ζωή με το διήγημα «Ο κατήφορος» και, πιο επίσημα, το 1951 με τη δημοσίευση του διηγήματος «Η επιστολή» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Πάλι (από τους βασικούς του συνεργάτες), Η Λέξη, Συντέλεια κ.ά. Κείμενά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Δημοσίευσε: «Αναφορά περιπτώσεων» (1966, συμπληρωμένη έκδοση 1989, διηγήματα), «Η παρτίδα» (1990, νουβέλα). Επίσης, το δοκίμιο «Για την υπεράσπιση της ελληνικής εγκεφαλοκρηπίδας. Εναντίον του σκοταδιστικού ψευτοδημοτικισμού» (1977). Μια σειρά άρθρων του συγκεντρώθηκε στον τόμο «Σ’ έναν χάρτινο δρυμό. Το ελληνικό βιβλίο έξω από το θερμοκήπιο» (1996).

«Η έντονη αίσθηση του καινούργιου και νεοτερικού που είχε δημιουργήσει στο κοινό της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας η αφηγηματική μορφή της «Αναφοράς περιπτώσεων» (περιλαμβάνει πέντε πεζά μοντέρνας τεχνικής, με χαρακτηριστικότερο το ‘Ενώπιον πολυβολητού’), έμεινε για αρκετά χρόνια δραστική. Αν και τα πεζά του Α.Σ. επιδέχονται πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις, καθώς είναι αποσυνδεδεμένα από τις δεσμεύσεις του ρεαλισμού και τών ιστορικών αναφορών,προκάλεσαν στη δεκαετία του ’60 ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρήθηκαν από την κριτική ως παρεμβάσεις μιας νέας ηθικής του λογοτεχνικού λόγου. Στην «Αναφορά», όπως και στην μεταγενέστερη «Παρτίδα», ο Σ. κατευθύνει με ανεξάντλητα παιγνιώδη και ανίερη διάθεση έναν μηχανισμό παρωδίας που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα και σχέση αιτίου-αιτιατού. Είναι από τους πρώτους της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χρησιμοποίησε στα πεζά του μεγάλες μάζες συνειρμικού λόγου, χωρίς να ακολουθεί τους συνήθεις συντακτικούς κανόνες, συγχέοντας επίτηδες το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και την ποίηση. Ωστόσο, η ειρωνική και ενίοτε σατιρική του διάθεση δεν ακυρώνει τη συναισθηματική ένταση και τον υποκειμενικό τόνο, ούτε ο αιχμηρός σαρκασμός του υποσκάπτει το ηθικό πολιτικό νόημα για τα φαινόμενα της δημόσιας ζωής.» (Αλέξης Ζήρας)

Πηγές: ekebi.gr, dedalus.gr