.
Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.
 
Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.
 
Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που ’ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.
 
Όμοια μ’ αυτούς τους πρίγκηπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ’ στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ’ τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.
.
Κάρολος Μπωντλαίρ, Δεκαπέντε ποιήματα, 1994

.

Μπρος πίσω δεξιά αριστερά
λαβύρινθοι σε όλα τα μέρη
λάδια σαπούνια ζουμιά γλιστερά
τα όνειρα τα φιλιά το καλοκαίρι
– το μάτι που ολόγυρα η άνοιξη ισκιώνει·
τι μένει απ’ τη λάσπη απ’ τη σκόνη απ’ το χιόνι

Χτες με τ’ ανάλαφρο βήμα είχε ανέβει
στο σύννεφο στον έρωτα στα χρώματα εσπέρας
– θαμμένος στα λόγια του, στ’ άστρα περσεύει:
κόκκαλα θειάφι μεθάνιο κι εστέρας

Άκουσμα μέσα στο αγέρι φυλλώματος
το σκουλήκι κουφό είναι μάντης αόμματος
– γερασμένο ή όχι από λέξεις το αυτί
(που να βρεις την άκρια):
είμαστε ή δεν είμαστε ακόμα θνητοί
με γέλια ενοράσεις και δάκρυα;

Δυοειδής λόγος, 1980

.

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2012

.
Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ’ επισημότητα και μ’ αίγλη μυθική
Βαθιά τούς θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,
Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι απάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τους σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα κινήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό μας θα τυλίξουν.

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.

Το μεγάλο ταξίδι, 1971


.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.

.

Tη γνώρισα στο internet σε room που κάνουν chat
μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες,
εγώ είχα για nickname μου το Yasser_Arafat
κι αυτή είχε το ψευδώνυμο kanw_pipes_spoudaies.

Δειλά δειλά είπα στην αρχή να κάνω μία κλήση,
να πάμε λίγο private να γίνει γνωριμία.
Αφού τις πίπες σκέφτηκε στο room να διαφημίσει
μάλλον δε θα ʼχει αντίρρηση κι εγώ να δώσω μία.

Κλικάρω. Ανοίγει private παράθυρο με θέα,
γράφω age, sex, location και πως πολύ γουστάρω
και μου απαντά στα greeklish της eimai poly wraia
kai dexomai an epithymeis mia pipa na sou parw.

Το δέχτηκα και πίστεψα πως θα τη συναντήσω,
της ζήτησα διεύθυνση -γαμίκος παιδιόθεν-
κι αυτή μου είπε εικονικά λέει να τη γαμήσω
γιατί γουστάρει πιο πολύ το σεξ εκ του μακρόθεν.

Άκου να δεις! Από μακριά πίπα θέλει να πάρει…
Πώς γίνεται τώρα αυτό δεν το ʼχω καταλάβει,
πώς διάολο μέσω internet θα στείλω το παπάρι;
Και πώς θα διασφαλιστεί πως όλο θα το λάβει;

Με φίλους κουβεντιάζοντας πήρε το αυτί μου κάτι,
είναι καλό το cybersex πίσω από την οθόνη,
δε θέλει προφυλακτικά δε θέλει ούτε κρεβάτι.
Το γαμημένο το internet τον κόσμο πώς ενώνει!

Από την άλλη όμως μπορεί -αν τέτοια επιλέγεις-
να μπει μέσα η γυναίκα σου στα πράσα να σε πιάσει
μπροστά από την οθόνη σου την πούτσα σου ν’ αρμέγεις.
και τότε ένα είναι σίγουρο. Ο γάμος θα χαλάσει.

Τζάμπα το ρίσκο. Cybersex και άλλες αηδίες,
πρόστυχα τηλεφωνικά με ζουμερές ατάκες,
οι νέες τάσεις των καιρών, οι on line γνωριμίες,
να δείς δεν το γλιτώνουμε, θα γίνουμε μαλάκες.

stixakias.wordpress.com, 2007

.

Σκάζανε αυγά
κι έβγαιναν στον κόσμο
άρρωστα παιδιά
σα σπασμένα άστρα
μαύρα περιστέρια
διώχνανε τον ήλιο
με κακές πετσέτες
μ’ άχαρες στριγκλιές
έβραζε η θάλασσα
καίγαν τα πουλιά της
τα διωγμένα ψάρια
κλαίγαν στο βουνό
κι ένα λυσσασμένο
κόκκινο φεγγάρι
ούρλιαζε δεμένο
σα σφαγμένο βόδι

Ο περίπατος, 1960

.
Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.

Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
πού να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;

Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας.
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
τα στυγερά λεπίδια της οργής.

Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
που όσο πάει γίνεται θηλιά.

Περιοδικό «Ο αιώνας μας», τχ. 5, 1949 ( Ποίηση, 1977)