.

Tον γενικό είχε με βιάση κατεβάσει,
μην πέσει η νύχτα του στο φως κι αυτοκτονήσει.
Συνειδητά, όσο θυμάται, είχε σφαγιάσει
του ήλιου τη φύση.

Στοιχειά παραίσθησης, σκαστά απ’ τ’ όραμά του,
πίσω απ’ την όραση, το βλέμμα του στραγγίζουν.
Πέτρινες θύμησες τα γυάλινα φτερά του
τα θρυμματίζουν.

Χαϊδεύει η πείνα του τ’ αειπάρθενο σκοτάδι
ηδονικά, καθώς τη σάρκα μοιχαλίδας,
να χορταστεί από το γλυκόπιοτο μαγνάδι
κούφιας ελπίδας.

Κι απέ απογέρνει σε στιγμές ναυαγισμένες
λυσσάει η αιτία η ψυχή όταν αγαλλιάζει.
Με πόρνες χίμαιρες, τυφλές, βλογιοκομμένες,
γλυκά πλαγιάζει.

Κι ως φιδοσέρνονταν η απουσία εντός του
νωχελικά, σα βήμα ολέθριου περιπάτου,
τον ερωτεύτηκε ο ανέραστος εαυτός του
μέχρι θανάτου.

Τα μπλουζ των παραισθήσεων, 2006