.

Απ’ όλους τους καθρέφτες πίσω
η μνήμη σέρνεται του χρόνου·
μετρά στα γυάλινα ποτάμια
θαμμένες φώτων αλυκές.
    Στων αλμασέν το μαύρο γείσο
    σταλιάζουν οι φυλές του πόνου·
    κι ο Ομέρο Μάνσι στα καλάμια
    του ονείρου τέμνει κάλυκες.

Νερά λιμνάζουν και μελάνια
μες στων ματιών τις ψυχοκόρες·
ζευγάρια αρπάζονται οι φολίδες
στου τζαμωτού τη φυλακή.
….Στο τάνγκο πέφτουνε τ’ αλάνια
….θλιμμένες να ψαρέψουν ώρες –
….Πομπέγια, Σαν Χουάν, Βοέδο (είδες)
….σαν σκύλου εγίναν υλακή.

Πλατύγυρα καπέλλα πάνε
κοπέλλες ν’ ανταμώσουν, όπου
κλασματικές στροφές προβάρουν
με γόβες από κρύσταλλο.
….Μα θραύονται μεμιάς και σπάνε
….γυαλιά και μνήμες επί τόπου,
….σαν βγουν σελήνες να σε πάρουν
….στο μαγαζί το νύσταλο.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010