.

Φωτιές καταπίνω λυγίζω τ’ ατσάλι
σπάω πέτρες με μία γροθιά μου
μασάω σπασμένα γυαλιά από μπουκάλι
και τρένα τραβάν’ τα μαλλιά μου

Τη μέση στηρίζει δερμάτινη ζώνη
πατάω σε μπλε ελβιέλες
στραβά τα ποδάρια κοντό παντελόνι
μα αρέσω πολύ στις κοπέλες

Σαν μπει καλοκαίρι γεμίζω μια τσάντα
και πάω όπου έχει λιμάνι
να βρω μια πλατεία να κάνω λεζάντα
με τρόπο που ο κόσμος τα χάνει

Ισιώνω τις πρόκες, σπαθιά με τρυπάνε
μα δε στάζει αίμα μια στάλα
και όλοι σε κύκλο να χειροκροτάνε
και όλοι  να θέλουνε κι άλλα

Χτυπιέμαι —δε λέω— να βγάλω με κόπο
ένα πιάτο φαΐ και μια μπίρα
δε βρήκα —όπως λένε— ποτέ άλλο τρόπο
δεν το ’θελε ίσως κι η μοίρα

Και βρίσκω όσο να ’ναι λίγο άδικα —φως μου—
αυτά που ακούνε τ’ αυτιά μου
για κάποιους που ξέρουν τα κόλπα του κόσμου
που δεν έμαθε η αφεντιά μου

Εγώ να ματώνω να βγάλω ένα γεύμα
και γύρω μου κάτι λαμόγια
μου λεν να βαδίζω εγώ κόντρα στο ρεύμα
κι αυτοί όλο λόγια όλο λόγια

Εγώ να χτυπιέμαι να βγάλω ένα πιάτο
και γύρω —ξανά— τα λαμόγια
να τρώνε να πίνουν —οι σκύλοι— άσπρο πάτο
φωνάξτε επιτέλους το μπόγια . . .

stixakias.wordpress.com, 2008