Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι

ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.

Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.

Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Λυπάμαι τον Τζιορτζιόνε.
Τον γήτευαν οι ομορφιές
μιας κοιμωμένης Αφροδίτης, μιας Μαντόνας.
Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.

 Του λόγου του ως καλός τεχνίτης
την τέχνη του αναπαριστούσε
σε όψεις ανθρώπων, στης φύσης
τις σκηνές που αγαπούσε.

 Δεν του αποδίδονται πολλά έργα
κι είν’ λιγοστές γι’ αυτόν οι όποιες πληροφορίες
μα ο πίνακάς του Η  καταιγίδα
δίνει τροφή για σχόλια και πλήθος ερμηνείες.

 Γράφει δυο λόγια για τον βίο του ο Βαζάρι
ότι βρεθήκανε με τον Ντα Βίντσι μια φορά
πως δάσκαλός του ήταν ο Μπελίνι
κι αυτό μας αφορά.

 Στην Καταιγίδα ας μείνουμε ωστόσο, έχει την όψη
του αινίγματος που είναι η ζωή.
Είναι τα αινίγματα που τρέφουνε τους μύθους
και δίνουν στις εμπνεύσεις μας πνοή.

Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.
Σύντομη πλην υμνητική
μια αναφορά επιφυλάσσουν στον Τζιορτζιόνε
της τέχνης οι ιστορικοί.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΟΥΡΣΑ ΣΤΟΝ ΜΠΕΝ ΧΟΥΡ

“Μπεν Χουρ
τώρα που πια η πληβεία σου ρώμη
σηκώθηκε να μετρηθεί μαζί μας
κι απόψε έχουν για μας τους δυο
κάτω στο Δέλτα όλα τα φώτα ανάψει
εμένα μ’ εμψυχώνει εκεί στο πάντοκ
μια κουρασμένη από ηδονές ακολουθία
μ’ αρώματα με ραίνει και μ’ ευχές
εκ των προτέρων βέβαιη για τη νίκη.
Μπεν Χουρ
οι μύες του αλόγου σου κι οι φλέβες
που τώρα μου ραβδίζουνε το νου
μου αρκούν για τιμωρία.
Τώρα που εσύ με τους λαϊκούς μέσα στους στάβλους
χτενίζετε τις δροσερές σας χαίτες
πώς θα θελα κι εγώ οπαδός σου να μαι
μαζί να μοιραστούμε τη δική σου νίκη
κι αν ίσως μας χρειαζόταν ραδιουργία
εγώ πρώτος εγώ
βαρύ νερό τ’ άλογα του Μεσσάλα να ποτίσω
εγώ και να δωροδοκήσω το σταβλίτη
εγώ να εξαγοράσω τους ελλανοδίκες.
Όμως Μπεν Χουρ
οι δυο μας πριν βρεθούμε στην εκκίνηση
ισότιμοι για το ηλίθιο πλήθος που αλαλάζει
μόνον αυτός ο λίγος χρόνος μένει που σου γράφω
για να σου πω για τη γενναία ψυχή σου
για να σου πω πως ίσως θα μπορούσες
αν όχι να νικήσεις μ’ ένα φίνις
βιτσίζοντας τρελά μπρος απ’ το νήμα
αν όχι να βραδυνεις στην αρχή
χαρίζοντάς μου μια πλαστή πρωτοπορία
τουλάχιστον δήθεν τυχαία
να τρίψεις μια στιγμή
επάνω στον τροχό μου
τον τροχό σου
το άρμα να κουτσαθεί ν’ ανατραπώ
να τσακιστώ στο χώμα.
Ικέτης σου λοιπόν τί σου ζητώ
μια σύμπτωση αναπότρεπτη μια ευπρόσωπη ήττα
μέσα στη δόξα που ήδη πια σε στεφανώνει
λυπήσου Μπεν έναν πατρίκιο, εσύ
εσύ που μόνο το μπορείς
σ’ ευχαριστώ
πιστός στη βέβαιη νίκη σου, Μεσσάλας”.

.

Μέσα στο τρόλλεϋ λίγα γερόντια
νέοι, αλλοδαποί, κάνας φαντάρος.
Ψυχρός ο οδηγός, μέσα απ’ τα δόντια
μουρμούρα… του Μπωντλαίρ ο γλάρος.

Η αφετηρία -σκέφτεται- είν’ ο τάφος
και κάθε στάση μοιάζει ωχρό σημάδι
που δείχνει όσων μπουν εκεί το λάθος…
το λάθος που τους πάει ντουγρού στον Άδη

Κι όταν θα έρθει η ώρα να σχολάσει
με θλίψη τον κοιτούν νέοι και γέροι
στη μοίρα τους σαν να τους έχει αφήσει.

Ποιος άραγε θεός τον έχει πλάσει
-αναρωτιούνται- αυτόν τον τραβαγιέρη;
τρομάζοντας με τη διπλή του φύση…

sfencos.blogspot.com, 2010

.

Aς είμαστε  πιο σοβαροί, γλυκιά μου, μες              
στην τόση αυτάρεσκη και χαρωπή εφηβεία.             
Τώρα που ο έρωτας δεν έχει αντοχές,             
μι’ αδιανόητη ας είμαστε εικασία.             
Όπως εκείνο το δεντράκι ελιάς,  αν θες,            
στης πόλης την παρατεινόμενη  αγωνία.

peopleandideas.gr, 2010

.

Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.

****

Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.

****

Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;

****

Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;

****

Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;

****

Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;

****

Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;

****

Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.

****

Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.

****

Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

.

Άδειασαν τα μπαρ από νωρίς
Πάλι λησμονήθηκα στο σώμα
Θέλετε να πιούμε κάτι ακόμα ;
Σε ποιο μέλλον ψάχνεις να με βρεις ;

Δρόμοι μουσκεμένοι στη βροχή
Πλαστικά νερά και φώτα νέον
Είσαστε Τοξότης είμαι Λέων
Είμαι το ποτάμι κι είσαι η γη

Νύχτα των αμόλυντων παθών
Δυο τυφλοί στην πύλη της αβύσσου
Φωτοκρήνη το άσπιλο κορμί σου
στη γαλάζια πάχνη των βυθών

Σου μιλώ στη γλώσσα της σιωπής
Σε κρατώ σαν γύψινο εκμαγείο
Μέσ’ από το γυάλινο ενυδρείο
μάταια κάτι θέλεις να μου πεις

Κάποιος στης ψυχής μου το κελί
το κερί του ανάβει και πλησιάζει
Μέσ’ απ’ την ομίχλη με κοιτάζει
το φαρμακωμένο μου σκυλί

Μου γνέφουν, 2000

.

Tο ακουαφόρτε είναι πικρό,
σου καίει το λαρύγγι.
Το ξυραφάκι κοφτερό
και η θηλιά σε σφίγγει.
Τα όπλα είναι παράνομα
και τα χαπάκια επίσης.
Βρωμάει το γκάζι άσχημα.
Καλύτερα να ζήσεις.

Ξένοι λυρικοί, 2003

.

. . . Ο Κάτουλλος, δόξα στους θεούς, μ’ άφησε γεια.
Μια συμβουλή σου δίνω, αγαπητή :
Πάρε όποιον σου αρέσει για εραστή
αλλά ποτέ ποιητή. Όλοι τους είναι για

δέσιμο. Ψάχνουν αφορμές κι αιτίες
–σ’ έναν καβγά, σ’ ένα φιλί– θλιμμένα
για να σκαρώσουν ποιηματάκια. Εμένα
πάντα μ’ αρέσανε οι επιχειρηματίες.

Αυτό που έγραψε για το νεκρό
αηδόνι (τόσο ανούσιο κι απωθητικό)
του είπα πως το βρήκα συγκινητικό.
Τι βλαξ ! Φαντάσου, τα πουλιά δεν τα μπορώ . . .

Ξένοι λυρικοί, 2003

.

.

Στον Γιώργο Κακουλίδη

Κοιμήσου και παράγγειλα
δραγάτη το φεγγάρι
γέρνει σαν υπνοφαντασιά
λάμπει σαν παλικάρι
που νίφτηκε στολίστηκε
πέρασε φυλαχτάρι
της άνοιξης το κάλεσμα
στα στήθια κεχριμπάρι
στη μέση ζώστηκε σπαθί
στο χέρι το κοντάρι
να χτυπηθεί με το θεριό.

* * *

Του Αηγιωργιού η χάρη
κάθεται στα μαλλάκια του
σγουρά σαν το μανάρι
χτυπάει ο δράκος μια φορά
χτυπάει ο νιος σαράντα
πηδάει το αίμα του θεριού
ποτίζει το χορτάρι
βογγούν οι υψηλές κορφές
αχούνε τα φαράγγια
λιώνουν τα χιόνια στα βουνά
με τ’ Αηγιωργιού τη χάρη
κινάει ο νιος ο τυχερός
τη λυγερή να πάρει.

Ευθύνη, τχ. 284, Αύγουστος 1995

.

Tον γενικό είχε με βιάση κατεβάσει,
μην πέσει η νύχτα του στο φως κι αυτοκτονήσει.
Συνειδητά, όσο θυμάται, είχε σφαγιάσει
του ήλιου τη φύση.

Στοιχειά παραίσθησης, σκαστά απ’ τ’ όραμά του,
πίσω απ’ την όραση, το βλέμμα του στραγγίζουν.
Πέτρινες θύμησες τα γυάλινα φτερά του
τα θρυμματίζουν.

Χαϊδεύει η πείνα του τ’ αειπάρθενο σκοτάδι
ηδονικά, καθώς τη σάρκα μοιχαλίδας,
να χορταστεί από το γλυκόπιοτο μαγνάδι
κούφιας ελπίδας.

Κι απέ απογέρνει σε στιγμές ναυαγισμένες
λυσσάει η αιτία η ψυχή όταν αγαλλιάζει.
Με πόρνες χίμαιρες, τυφλές, βλογιοκομμένες,
γλυκά πλαγιάζει.

Κι ως φιδοσέρνονταν η απουσία εντός του
νωχελικά, σα βήμα ολέθριου περιπάτου,
τον ερωτεύτηκε ο ανέραστος εαυτός του
μέχρι θανάτου.

Τα μπλουζ των παραισθήσεων, 2006

.

Απ’ όλους τους καθρέφτες πίσω
η μνήμη σέρνεται του χρόνου·
μετρά στα γυάλινα ποτάμια
θαμμένες φώτων αλυκές.
    Στων αλμασέν το μαύρο γείσο
    σταλιάζουν οι φυλές του πόνου·
    κι ο Ομέρο Μάνσι στα καλάμια
    του ονείρου τέμνει κάλυκες.

Νερά λιμνάζουν και μελάνια
μες στων ματιών τις ψυχοκόρες·
ζευγάρια αρπάζονται οι φολίδες
στου τζαμωτού τη φυλακή.
….Στο τάνγκο πέφτουνε τ’ αλάνια
….θλιμμένες να ψαρέψουν ώρες –
….Πομπέγια, Σαν Χουάν, Βοέδο (είδες)
….σαν σκύλου εγίναν υλακή.

Πλατύγυρα καπέλλα πάνε
κοπέλλες ν’ ανταμώσουν, όπου
κλασματικές στροφές προβάρουν
με γόβες από κρύσταλλο.
….Μα θραύονται μεμιάς και σπάνε
….γυαλιά και μνήμες επί τόπου,
….σαν βγουν σελήνες να σε πάρουν
….στο μαγαζί το νύσταλο.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

Φωτιές καταπίνω λυγίζω τ’ ατσάλι
σπάω πέτρες με μία γροθιά μου
μασάω σπασμένα γυαλιά από μπουκάλι
και τρένα τραβάν’ τα μαλλιά μου

Τη μέση στηρίζει δερμάτινη ζώνη
πατάω σε μπλε ελβιέλες
στραβά τα ποδάρια κοντό παντελόνι
μα αρέσω πολύ στις κοπέλες

Σαν μπει καλοκαίρι γεμίζω μια τσάντα
και πάω όπου έχει λιμάνι
να βρω μια πλατεία να κάνω λεζάντα
με τρόπο που ο κόσμος τα χάνει

Ισιώνω τις πρόκες, σπαθιά με τρυπάνε
μα δε στάζει αίμα μια στάλα
και όλοι σε κύκλο να χειροκροτάνε
και όλοι  να θέλουνε κι άλλα

Χτυπιέμαι —δε λέω— να βγάλω με κόπο
ένα πιάτο φαΐ και μια μπίρα
δε βρήκα —όπως λένε— ποτέ άλλο τρόπο
δεν το ’θελε ίσως κι η μοίρα

Και βρίσκω όσο να ’ναι λίγο άδικα —φως μου—
αυτά που ακούνε τ’ αυτιά μου
για κάποιους που ξέρουν τα κόλπα του κόσμου
που δεν έμαθε η αφεντιά μου

Εγώ να ματώνω να βγάλω ένα γεύμα
και γύρω μου κάτι λαμόγια
μου λεν να βαδίζω εγώ κόντρα στο ρεύμα
κι αυτοί όλο λόγια όλο λόγια

Εγώ να χτυπιέμαι να βγάλω ένα πιάτο
και γύρω —ξανά— τα λαμόγια
να τρώνε να πίνουν —οι σκύλοι— άσπρο πάτο
φωνάξτε επιτέλους το μπόγια . . .

stixakias.wordpress.com, 2008

.

— Γλιστρά το άσπρο, πιάσου
στου γιασεμιού το γεια σου.
— Μα έχω εγώ πτυχίο
του ανωτάτου Αντίο.
— Ξημέρωσε στα χείλη
και φίλα τα ώς το δείλι.
— Του έρωτος η γεύση
δεν θα με τιθασεύσει.
— Τίναξε πια το χιόνι
καρδιά να μην παγώνει.
— Του νου μου οι νιφάδες
γεννούν και τις λιακάδες.

— Πάψε τα μοιρολόγια.
— Αν πάψουν τα ρολόγια . . .

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Η Ραπουνζέλ κουρεύτηκε, κι ας είχε συνηθίσει
Να ρίχνει τις πλεξούδες της δίχτυα και να ψαρεύει
Ποτέ της πια δεν σκέφτηκε Ανατολή και Δύση
Και πήγε για διακοπές. Μόνη στρατοπεδεύει
Στην άμμο πάνω την ψιλή, στη φάτνη των αλόγων
Εκεί, χωρίς ν’ αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη
Την τρύγησε ο Μέγας Παν και ο Κυανοπώγων

Ακτή-ακτή, διαδρομή που έμοιαζε φιδίσια
Θα βάλει για τα Κύθηρα και για την Κρήτη ρότα
Το τελευταίο της το ΚΤΕΛ γραμμή που αν ήταν ίσια
Θα φτανε στην Αμερική και τα σβηστά του φώτα
Της Σφακτηρίας οι νεκροί, νεκροί στο Ναβαρίνο
Για τα μεγάλα αλάδωτες κλειδώσεις γεγονότα
Το πτώμα του καλοκαιριού ποντάρει στο καζίνο

Και το φθινόπωρο πικ νικ στο Σύνταγμα, στον Κήπο
Θα κρεμαστεί στον πλάτανο κι εκεί θα ξεψυχήσει
Βουκουρεστίου, στον βουβό του ρολογιού τον χτύπο
Και μια ζωή αλλιώτικη κι αλλοτινή θα ζήσει
Μες στο ψυγείο να βουτά, βαθιά, των Δαναΐδων
Με τις μπουκιές της να μετρά τον χρόνο και την κρίση
Στην τελική διάβαση των χρυσοφόρων Μήδων

Χοροί, μονάρχες έκπτωτοι και λυσσασμένοι σκύλοι
Διασπορά, ίδια σπορά και ξεχασμένοι τρόποι
Σαν ένα λάξεμα βαθύ από αρχαία σμίλη
Το βλέμμα της απόμεινε στραμμένο στην Ευρώπη
Σιέστα να ναι; Έκσταση; Για πάντα βυθισμένη
Με το προφίλ της πάγωσε πάνω σε μια μετώπη
Και νά τη! Απ’ τα κόκαλα το βράδυ αργά να βγαίνει

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Πρόλογος

Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.

Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.

Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.

Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.

Οι γέροι φωτογράφοι, σα γυρίζουν
στο σκοτεινό τους σπίτι σιωπηλοί
τα είδωλα της μιας στιγμής αγγίζουν
με το μυαλό, μ’ αισθήσεις που ραγίζουν.
Δεν έχουν αυταπάτες και φυλή.
Συνήθισαν παντού να γονατίζουν.

Χιονίζει στα χρυσά ινδάλματά τους
σε χέρια, πόδια, στόματα, φωνή,
και πώς να φτιάξουν, πώς, το άγαλμά τους
πριν προδοθεί το σώμα από θανάτους.
Παγίδεψαν το χρόνο στο χαρτί
γι’ αυτό χιονίζει πάντα στην καρδιά τους.

Και μοιάζουν μ’ όσους ζουν σα μεταπράτες
μα πιο πολύ θυμίζουνε κουρείς
με τσέπες από ενθύμια γεμάτες.
Μαλλιά που κόψαν από κωπηλάτες,
εργάτες, καλλιτέχνες, ιερείς
και στη φωτιά τα ρίξαν και τις στάχτες

να βρουν αγάπες, τρόπους και υποσχέσεις
και συνταγές του έρωτα παλιές.
Τους τόκους που έχουν κάποιες καταθέσεις:
και τι αναλογεί στις αφαιρέσεις
και λένε ευχές και ξόρκια σε θηλιές.
Τι επιτέλους κάνεις για ν’ αρέσεις.

Έτσι χιονίζει χρόνια και για μένα
στα ξένα σπίτια μέσα που ξυπνώ
κι ανακαλώ φαντάσματα αγιασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ για λάθη ξεχασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ κι εδώ καθώς γερνώ
για πράγματα που σφάλασι για μένα.

Ο νοητός λύκος,  2010

.

Μελαψές φυλές
κοντοπόδαρες
Σειληνοί του κράτους
που ξερνάει και νά τους
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο Ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο άλφα τής αξίας
της αρχής τής μίας
λουτροκαμπινές
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε Μικρά Ασία
Κύπρο Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα
τη θάλασσα την πόλη το ιερό
πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο
αχ οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ’ τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες
Στους Πανέλληνες

Το κούρεμα,1989

.

«Αυτό σας κάνει;» Τόσο νέα, με κοιτάζει
σαν να μην έχει μπροστά της έναν πελάτη
μα τον παλιό καλό της γνώριμο, κεφάτη,
πρόθυμη να μου δείξει τα κομψοτεχνήματα
του χώρου της, άνετη που θα προσελκύσει
αυτή κυρίως τα βλέμματα,
χωρίς να το διαφημίζει,
χωρίς να ντύνει την υπεροχή με νάζι.

Και σαν να με μαγεύει η προθυμία της λάμψης της
φτάνω πιο γρήγορα από το συνηθισμένο
να ξεχωρίσω —αν και πάντα περιμένω
εκρήξεις ανασφάλειας— δυο-τρία ζευγάρια
ανάμεσα στα  οποία μάλλον προτιμάω
το πιο ακριβό. Τα μάτια-
-της το εγκρίνουν και τολμάω,
πλημμυρίζοντας αγαλλίαση απ’ τη στάση της.

Ήδη στο σπίτι, προτού φύγω, ήμουν γεμάτος
ορμή, κουράγιο για ζωή και μέλλον. Φαίνεται
η προσδοκία της κατανάλωσης μαζεύεται
σαν μια χιονοστιβάδα που μεταμορφώνει
ιδανικά στιγμές. Και τώρα αναρωτιέμαι
μήπως για λίγο ακόμη
μπορώ, κάνοντας πως κοιτιέμαι,
να μείνω εδώ, σ’ αυτό το μήκος και το πλάτος.

Στρέφει το βλέμμα στη συνάδελφό της, όπως
αλλού θα στρέφεται στο άναμμα τσιγάρου,
αφήνει τα γυαλιά στις κοπελιές του πάγκου,
γελάει: «Τρίτη και δεκατρείς, μα μέχρι τώρα
μου πάει καλά». Δεν μ’ αποχαιρετά, πληγώνομαι,
κρατάω όμως τα δώρα
απ’ το χαμόγελό της — χαίρομαι
που πρόλαβα να πληγωθώ, μ’ αρέσει ο τρόπος.

Βγαίνω ξετυλίγοντας το καινούριο απόκτημα
στη συννεφιά. Ξέρω, καταλαβαίνω ότι
ήταν ψέμα, παρά την τραβηγμένη νιότη
του ενθουσιασμού μου (κι όσο κι αν πιστεύω
πως, δεν μπορεί, θ’ ανταποκρίθηκε για λίγο).
Τα γυαλιά μου χαϊδεύω
και στη χρήση τα παραδίδω,
μόλο που δεν επιτρέπει να γίνουν έμβλημα.

Στο λεωφορείο προσπαθώ να μην κοιτάζω
τις κοπέλες, για ν’ ανιχνεύσει το μυαλό μου
πάλι (σαν να ζητούσα απ’ το ραδιόφωνό μου
μια μουσική δοσμένη μοναχά σε όνειρο)
το πρόσωπό της. Κάθε λεπτό που περνάει
προστίθεται στο άπειρο
της απομάκρυνσης. «Μου πάει…»:
συχνότητα παράδεισου που δεν θα πιάσω.

Προτού χαθεί τελείως, η ζήλια σαν προστάτης
μου την προσφέρει: συζητάει με τον επόμενο,
τον βλέπει να διαλέγει ένα αντικείμενο
πανάκριβο, η σιγουριά και η κίνησή του
δείχνουν τη δύναμη με την οποία θα παίρνει
το χρήμα για ζωή του —
μια απόδοση βελτιωμένη
στη σειρά των δειγμάτων που κυλούν μπροστά της.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Το λεβεντόπαιδο που υπήρξα, το ’χει πάρει
εδώ και χρόνια ο κατήφορος, και πάει…
Στην κοινωνία ώρα μηδέν, κάθε τομάρι
κλέβει μια Στέλλα που ένας άλλος αγαπάει.

Οι πόθοι στον καταραμένο βάλτο, πάντα
γεμίζουν λάσπη την ψυχή κι ακολασία.
Πάω στα κόκκινα φανάρια –στα σαράντα–
όμως ποτέ την Κυριακή στην εκκλησία.

Ποιον ουρανό τάχα παντρεύτηκε η Αστέρω
κι έμεινα σαν νυμφίος ανύμφευτος στην λάβρα;
Καμιά Μαρία Πενταγιώτισσα δεν ξέρω
κι είναι η ζωή σαν το κορίτσι με τα μαύρα.

Την Γερακίνα πήραν σκλάβα οι λεφτάδες.
Κυριαρχούν σαπίλα κι αριστοκρατία.
Επανακάμπτει ο νόμος 4.000
και την διαπόμπευση την λεν δημοκρατία.

Ταινία παίζει στης Ομόνοιας το σεντόνι
η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου – και φοβίζει!
Ψάχνω ρωμαίικη καρδιά σε μια οθόνη,
ενώ το έθνος σαν κωθώνι μαϊμουδίζει.

Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους
βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης.
Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους
Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης.

Σαν τον Ξανθόπουλο αντιπάλεψα την μοίρα,
μα σαν τον Βέγγο έχω πεθάνει στις σκουντούφλες.
Κι αφού κατάντησε η ζωή κάλπικη λίρα,
έγινα πλέον ένας ήρωας με παντούφλες.

dimsol.blogspot.com, 2011

.

Ο Μήτρος είδε
Δαιμόνια στο ρέμα.
Αχ! Παναΐα μ’!

Τσορβάς δεν είναι
Ο έρωτας στα χιόνια.
Σεβτάς, Γιαννιέ μου!


Αχ! η Ματούλα!
Αγρίμης θέρος – έρως
Πάει να την πνίξει


Βοσκόπουλό μου,
Σχοινιάστηκ’ η Μοσχούλα
Και δε βελάζει…


Ήπιε η Χαδούλα
Του αλμυρού θανάτου
Το πικρόν ύδωρ.

 
Μες στην ψυχή μας
Το σκοτεινό τρυγόνι
Έχει απαγγιάσει.

.

Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών, 2011