.
Παράτησα τα ουράνια
και ντύθηκα την ύλη
κ’ αισθάνθηκα στα χείλη
τη δίψα του φιλιού

Αισθάνθηκα στα σπλάχνα
του στεναγμού τη φλέβα,
κ’ είπα σεμνά στην Εύα
τραγούδια τ’ ουρανού.

«Ανέβα, ανέβα, ανέβα»,
μου φώναζαν τα ύψη,
κ’ εγώ μέσα στη θλίψη
ζητούσα να κρυφτώ.

«Ανέβα, ανέβα, ανέβα»,
μου φώναξαν τ’ αστέρια,
κι άνοιξα ευθύς τα χέρια
στη γη να σταυρωθώ.

.

|||

Μεγάλη Εβδομάδα και Εβδομάδα της Διακαινησίμου, το Παμπάλαιο Νερό αργεί. Σε όλους και όλες, ευχόμαστε καλές γιορτές και ανέμελες ώρες.

|||


.

.

Εντός ορίων.
Πέντε, επτά και πέντε.
Ελευθερία!

Χρώματα πέφτουν.
Φεύγουν τα αστέρια.
Χαράζει ξανά.

Μινιατούρα.
Της ίριδας η κόρη.
Η πεταλούδα.

Μετά τη βροχή.
Στο νερόλακκο δίπλα.
Ένα σπουργίτι.

Λόγια ψυχής.
Ακατέργαστα βγαίνουν.
Άκρατος οίνος.

. . .τακ τικ τακ τικ τακ. . .
Ακόμα και η σιωπή
στόλισμα θέλει.

Έρμο παγκάκι.
Στην άκρη της προβλήτας.
Η νύχτα αργεί.

Στην Ιωνία.
Τον καλύτερο σπόρο
Έριξαν τότε.

Σε λευκό χαρτί.
Δάκρια και λέξεις.
Αποχαιρετισμός.

Νίκο Σκαλκώτα
όλο σου το Έργο
του Είναι ο αχός.

Χελιδόνια.
Θα μας λείψουνε φέτος.
Αντιπαροχή!

Καμένα δάση.
Γκρίζα βουνά και πόλεις.
Δολοφονία!

Ελευθερωτής.
Νέα τάξη πραγμάτων.
Θρήνος ολούθε.

5+7+5 ακριβώς ή περίπου χάικου, 2009

.

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Κλέφτες, τσακάλια, λωποδύτες,
προέδροι, σύμβουλοι, αγιογδύτες.

Μικροί υπουργίσκοι, ιδιαιτέρες,
πανούκλα, μούργα και εταίρες.

Γραμματικοί και ποιητάδες,
κατουροκάνατα, χουρμάδες.

Ανθρωπογλείφτες και κλανιόλες,
υπαλληλίσκοι και ξεκώλες.

Κομματικοί, ειδησεογράφοι,
οι χατζηαβάτες και οι τάφοι.

Ακαδημία και δασκάλοι,
μολυβοσπρώχτες μα και κάλοι!

Ελλάδα όμορφη και νέα
δεν είν’ στον κόσμο πιο ωραία . . .

Πλανόδιον, τχ. 49, Δεκέμβριος 2010

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997

.

Με χάρη αλαφροπάτητης ελάφου των ονείρων
γέρνεις το χέρι σου ευθύς στο πλουμιστό σου στήθος.
Απ’ των χειλιών σου τη σχισμή ξεμύτισε ο μύθος
της άνοιξης κι η ευωδιά φρεσκολουσμένων μύρων

τυλίγει αργά το σώμα σου που γεύομαι κι αγγίζω.
Στης ομορφιάς σου τη σκιά πολλών ματιών μελίσσι
σπεύδει και περιστρέφεται. Σ’ απύθμενο μεθύσι
καλεί του Μάη η ατόφια γη τον ουρανό τον γκρίζο.

Σαν σε κοιτώ να στέκεσαι και με τα δάχτυλά σου
να στρώνεις το άσπρο φόρεμα που διάλεξες για απόψε
ο καβαλάρης νιώθω εγώ πως είμαι του Πηγάσου

κι εσύ φωνή αναγγέλλουσα «Σήκω» μου λές «και κόψε
έν’ άνθος. Χάρισέ μου το γοργά για να ξηλώσει
το πάλλευκό μου νυφικό του έρωτα η βρώση».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.
Το προσωπείο του έρωτα δακρύζει,
το πρόσωπο από μέσα σιωπηλό
σαν πέτρα∙ είτε πλασμένοι από πηλό
είτε από μέταλλα ευγενή, ορίζει

άλλος την ώρα της επιστροφής:
έγκλειστος μέσα μου σε χαμηλό
κελί, περνούν οι μέρες μου, μιλώ
μόνος με τις σκιές της οροφής

κι εκτίω μιας αόριστης ποινής
τις εποχές∙ με λίγο φως τα βράδια
μετέρχομαι μιας τέχνης ταπεινής

την ταπεινή παρηγοριά σκοτάδια
αργοπορούν τριγύρω μου σαν χάδια,
εδώ που δεν αγάπησε κανείς.

Εδώ κι εκεί, 2010

.

Πόσες ώρες θυσίασες, εαυτέ ταξιδιάρη,
τα πελάγη κοιτάζοντας και τα πέρα βουνά,
καρτερώντας παλίρροια ταξιδιών να σε πάρει
απ’ τα φώτα του τίποτα στο λευκό πουθενά.

Τι σοφία σπατάλησες, εαυτέ στιχοπλέκτη,
τις προτάσεις σου σπέρνοντας σε απότιστη γη
και ποθώντας η ποίηση, σα μια αίσθηση έκτη,
ν’ αναγάγει το χάος σου σε γαλήνια σιγή.

Πόσο θάνατο ξόδεψες, εαυτέ ριψασπίδα,
προσπερνώντας τη γένεση σιωπηλής ενοχής
και ρολόγια συνείδησης αγνοώντας, μ’ ελπίδα
ν’ ανταλλάξεις τη ζήση σου με ειρήνη ψυχής.

Εαυτοί, στις τρεις διαστάσεις σας με χτίσατε
κι ούτε στιγμής ελευθερία δε μ’ αφήσατε . . .

Όσο υπάρχει ποίηση, 6 Δαφνοστέφανα, 1993

.

Φθινόπωρο στον έρωτα απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά.

Φιλί γυρεύω του ουρανού κι αυτός μου δίνει στάχτη
μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι σαν θέλω να κοπείς
σαλεύουν τα πορτόφυλλα κι η κλειδωνιά γυρίζει
αέρας μου σφυρίζει, αν έρθεις μην αργείς.

Γδύσου κι από τα μάτια μου πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου είναι χειμωνανθός
την λύπη την κατοίκησα σε νύχτα και σε μέρα
σ’ αφήνω στον αέρα για να σε βρω στο φως.

Η αγάπη φόβους κι όνειρα δειπνά προτού ραγίσει
στου πόνου το ξωκλήσι αγιάζει η ερημιά
κι εγώ μια θλίψη που ζητώ για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει θα σ’ αρνηθώ ξανά.

δίσκος : Γιάννης Χαρούλης, Χειμωνανθός, 2006


.

Μιλώ εδώ για πράγματα απλά,
…………………μα θέλω να τους δώσω κάποιο χρώμα.
Αυτό νομίζω είναι θεμιτό –
…………………και ιδού ένα παράδειγμα ακόμα.
Καθήκοντα αναθέτει ο στρατηγός
…………………με βάση τα προσόντα του καθένα:
ας πούμε, άλλος πάει πεζικό,
…………………άλλος πηγαίνει τεθωρακισμένα.
Το μήνυμα λοιπόν είναι σαφές –
…………………κοντά στον νου, κορίτσια, και η γνώση·
σκεφτείτε τα ατού του καθενός
…………………και πάρτε ό,τι έχει να σας δώσει:
τη συμβουλήν εκ του νομομαθούς,
…………………το χρήμα, φυσικά, εκ του ευπόρου,
και συνδρομήν δικαστικήν παρά
…………………του έχοντος την πείραν συνηγόρου.
Σε στίχους εντρυφεί ο ποιητής·
…………………να του ζητήσεις στίχους επομένως·
και είναι επιρρεπές στα ερωτικά
…………………κατεξοχήν των ποιητών το γένος.
Στον έρωτα, κορίτσια, ο ποιητής
…………………είναι συγχρόνως τζέντλεμαν και ιππότης·
η δε ωραία κι εκλεκτή του ποιητή
…………………προώρισται να γίνει διασημότης.
Μέσω της ποίησης κατέστησαν πολλές
…………………πασίγνωστες σε Ρώμη και Αθήνα·
κι όσο για την δικιά μου, ερωτούν
…………………«ποιά είναι, ρε παιδιά, αυτή η Κορίννα;»
Οι ποιητές απέχουν παντελώς
…………………απ’ τη λεγόμενη ερωτική απάτη·
την τέχνη μετά ήθους διακονούν
…………………και δείχνουν διαγωγή κοσμιοτάτη.
Οι ποιητές δεν θέλουνε πολλά,
…………………δεν τους αγγίζει η ματαιοδοξία·
δεν μπλέκονται με την πολιτική
…………………και προτιμούν να ζουν στην ησυχία.
Συνάπτουν σχέσεις μετά γυναικών
…………………που διακρίνονται από μεγάλο πάθος·
στη σύντροφό τους μένουνε πιστοί
…………………και αγαπούν, ούτως ειπείν, σε βάθος.
Είναι η τέχνη, όπως είπα πριν,
…………………όπου τους κάνει έτσι φινετσάτους·
το ήθος τους –και θα το πω ξανά–
…………………εναρμονίζεται προς το λειτούργημά τους.
Γι’ αυτό, κορίτσια, για τους ποιητές
…………………να δείχνετε μεγάλη προθυμία:
τους δόθηκε ταλέντο απ’ το θεό
…………………κι απολαμβάνουν θεία προστασία.
Είμαστε σαν τους άγιους εμείς,
…………………με το θεό στενά συνδεδεμένοι,
κι η έμπνευσή μας είναι θεϊκή
…………………διότι ουρανόθεν κατεβαίνει.
Μην περιμένεις χρήματα, λοιπόν,
…………………από σοφούς ανθρώπους σαν κι εμένα·
θα ήταν ένα έγκλημα αυτό  –
…………………και, δυστυχώς, απ’ τα συνηθισμένα.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Παίρνει τους δρόμους η νταλίκα               Δεν θα μπορέσω να σου πω
Ότι τo χνάρι της το βρήκα                            Κι είμαι κοντά, σ’ ακολουθώ
Εδώ τελειώνει τ’ οξυγόνο                              Μα δεν το πήρες μυρωδιά
Θα ξεμακραίνω, θα ζυγώνω                         Κι άλλος μαζεύει τη σοδειά

Η τίγρη θ’ ανασάνει για λίγο πριν πεθάνει
Κι ας έχει κιόλας φύγει για το μακρύ κυνήγι

Το Danny F για τη Συρία                               Θαλασσινή μεταφορά
Σαν κιβωτός· για τα σφαγεία                       Τη ζωντανή φέρνει βορά
Μα με τα κύματα βουλιάζει                          Μες στα νερά και τη σιωπή
Της θάλασσας που δεν ξεβγάζει                 Κηλίδα κόκκινη νωπή

Και πάνω στον αφρό της, αρχαίος ταξιδιώτης
Θα βόσκει το κοπάδι σ’ υδάτινο λιβάδι

Είναι καιρός για τη θυσία                             Και το μαχαίρι σιωπηλό
Κόβει βαθιά την αρτηρία                              Και σου πουλά με το κιλό
Αυτό το σώμα το δικό σου                            Το μεσημέρι να γευτείς
Σαν γιατρικό της μαύρης νόσου                 Και σαν φαρμάκι της γιορτής

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

.

Και εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου
και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησεν τόπω
και εκοιμήθη εκεί· έδυ γαρ ο ήλιος· και έλαβεν
από των λίθων του τόπου και έθηκεν προς κεφαλής
αυτού και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω. και ενυπνι-
άσθη, και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η
κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν, και οι άγγελοι
του θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτής.

ΓΕΝΕΣΙΣ, 28 10-12

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το γράψω·
είναι νωρίς ν’ ανέβω στους αιθέρες,
ν’ αναπαυθώ στα μέρη σας, να κλάψω·
και είν’ αργά, ξεκλήρισαν τις μέρες,
κι οι νύχτες μου ηχούν σαν ιστορίες
που απόστρατοι ψελλίζουν σε κυρίες.

Πλαγιάσαμε μαζί για ν’ αναρρώσει
η γη της πληγωμένης Αρκαδίας·
κοιμήθηκα του ύπνου σας τη γνώση
να ονειρευτώ μιας ένδον Ιαπωνίας
τις ανθισμένες κερασιές, την πτώση
αγγέλων που εξαγόρασαν τα ψεύδη,
τα τρόπαια του κόσμου που καθεύδει.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μας
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μας
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μας·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία.

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
πόσο βαθιά στη φλέβα σας να σκάψω·
μα θα ναι αργά, σαν έρθω στους αιθέρες
να καρπωθώ τη λύπη σας, να κλάψω
τους ήρωες που δόξασαν τις μέρες·
κι οι νύχτες μου θα ζουν σαν παρωδίες,
με ιππότες, ξωτικά και βαλκυρίες.

Μυστήριο η έναστρη λατρεία
μιας θερινής μας νύχτας μυρωμένης·
μυστήριο οι σιωπές στα καφενεία,
όταν σκυφτοί σε σκότος ειμαρμένης
φωτίζουμε μια μακρινή σοφία,
και  πνέει αργά σαν ύπνος στην οδύνη
μια προσεχής τού κόσμου καλοσύνη.

Μυστήριο οι κάμαρες του βίου
μ’ ό,τι αμυδρό θα ’ρθεί να τις φωτίσει,
οι αναμονές σε σπλάχνα αεροδρομίου
κι η Ελένη που μοιραία θα δακρύσει
βουβή σαν συνοδός επιταφίου·
οι μαίες πού χαρμόσυνα κομίζουν
το μέλλον μας με κόρες που δακρύζουν.

Γνωρίζω τι θα ψέλνατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το ψάλω·
είναι αργά να σβήσω τους αστέρες
που ευδοκιμούν στο βλέμμα σας, την άλω
που σας φορούν κοσμήτορες αιθέρες·
δική σας η σιωπή που βασιλεύει
κι η δόξα που αναπέμπουμε στα ερέβη.

Ήρθαν στον ύπνο κάλλιστα γραμμένα
ερώτων απογεύματα, τα χείλη,
τα μέλη που μυρώθηκαν, και ξένα
πολύ μου φάνηκαν· ήρθαν και φίλοι
αμίλητοι στην άπλετην αρένα·
ήρθε στον ύπνο μέριμνα και στήνει
μιαν άρρωστη, λεμφατική σελήνη.

Ήρθαν στον ύπνο μαύροι εντολοδόχοι,
αγγέλματα που δεν γυρίζουν πίσω,
οι μάταιες αποστολές, τα όχι
που δεν κατάφερα να εξανθρωπίσω,
τεράτων μορφασμοί σε κάθε κόχη·
ήρθε στον ύπνο απόκοσμο σινάφι
σαν πλήρωμα χρησμού που δεν εγράφη.

Φοβάμαι τις ελπίδες σας, πατέρες,
το σκάφος που κατάφωτο πηγαίνει
και χάνεται σε σύμβολα κι αστέρες,
τον ύπνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
μεμιάς σ’ ανυπολόγιστους αιθέρες·
δικό σας κι ό,τι εντός συγκατανεύει
στον τρόμο που τον κόσμο λιτανεύει.

Σε τόπο θερισμένο περιφέρει
τα πάθη της η Ρουθ η Μωαβίτις·
βραδιάζει, κι απ’ τ’ ολόδροσο το χέρι
του αρχάγγελου κυλά ο αποσπερίτης
πιο πένθιμος στο πλήρες καλοκαίρι·
στα πόδια της, αθώοι παρωρίτες,
συνάζονται κοτσύφια και σπουργίτες.

Λαμπρύνεται η Ρουθ η Μωαβίτις
αθέριστη σε χώρα θεριζόντων·
στο στήθος της κατέλυσε ό θύτης
νυχτερινός Θεός της και των όντων
θλιμμένος λογιστής κι ονειροκρίτης·
κι υψώνεται σαν προσφορά στ’ αστέρια
με στάχυα που της πέφτουν απ’ τα χέρια.

Κρυώνουμε, πατέρες, μας σαρώνουν
διατάγματα θανάτου· τις αργίες
τα σώματα πονούν και ζευγαρώνουν·
σε γάμους, σε βαφτίσια, σε κηδείες,
φοβόμαστε και μας κατευοδώνουν
στις παγερές του σύμπαντος βεγγέρες
κυρίες των δυνάμεων, μητέρες.

Κι ήρθαν βαθιά στον ύπνο μιλημένα
(σαν λόγια τραγουδιών που ξεχαστήκαν,
σαν από χάδι μητρικό λυμένα
τα μάγια που τα φύλαγαν) και βρήκαν,
τ’ αδάκρυτα κι ανώνυμα, για μένα,
βαθύτερα κι απ’ του παιδιού το κλάμα,
μια πίκρα και μια δύναμη συνάμα.

Προσήλθαν κι οι τιμώμενοι του Άδη
με λάμψεις παιδικού ρεπερτορίου,
βασίλισσες χιονιού που κάθε βράδυ
μια μουσική σκορπούσαν δωματίου,
ανοίγοντας πατρίδες στο σκοτάδι·
και μόνος σε λυκόφως ιπποσύνης
τους φόβους πολεμούσα μιας Μυρσίνης.

Χαρίζετε, φιλάσθενοι πατέρες,
στον κόσμο μας ωραία παρελθόντα
κι ατέλειωτες δικάσιμες ημέρες·
τις νύχτες, μ’ ένα θρήνο κατιόντα,
κλητεύετε στους άχραντους αιθέρες
τις κόρες σας που σκόρπιζαν κοχύλια
με πέτρινο μειδίαμα στα χείλια.

Εξάντλησε τις λέξεις, και το σώμα
σαν κέλυφος λατρείας στο κρεβάτι
επέπλεε, κι ανέβαινε στο δώμα
η μουσική του μαύρου κωπηλάτη·
στο πλάι αποκοιμήθη η νοσοκόμα,
και τ’ όνειρό της μέσα στ’ όνειρό του
εμάντευε το φως, τον πυρετό του.

Ο θάνατος, μια νύχτα του Φλεβάρη,
τον πότιζε τ’ αργό ναρκωτικό του·
σαν βρέφος βυθιζόταν κι είχε πάρει
στο πρόσωπο μαλάματα του νότου,
στο σώμα του ανώνυμα τη χάρη
(για μια στιγμή, κι ο Άδης επικράνθη)
μιας δόξας δίχως μνήμα, δίχως άνθη.

Το ξέρω πως ο χρόνος μου τελειώνει,
κι ο όρκος σας με κέρδισε, πατέρες,
σαν άνεμος της νύχτας που σαρώνει
τα πάθη μας, τα έργα και τις μέρες,
και τα κεντά στην υψίστη οθόνη·
κι οι πόλεις μας ακούν τα μυστικά του
με θέα σε μια θάλασσα θανάτου.

Τον γνώρισα, με το χωλό του βήμα,
με τα σγουρά μαλλιά και τα μεγάλα
τα μάτια, καθώς άνοιγε το μνήμα
επίσημα στου ονείρου μου τη σάλα,
ντυμένος των πατέρων του το σχήμα,
και μίλησε σε πλήθος καλεσμένους,
βαρίσκιωτους προστάτες με τηβέννους.

Και θά γραφε, νεκρός, ο Λόρδος Βύρων,
στα μέρη των Ελλήνων ιστορία,
ο μέθυσος, ηδονολάτρης, είρων,
που κάποτε γυρεύοντας την Τροία,
κολύμπησε τον Βόσπορο, μαρτύρων
κι  ηρώων αδελφός και χορηγός μου,
εδώ, στα κατεχόμενα του κόσμου.

Φοβάμαι τη σημαία σας, πατέρες,
τα εμβλήματα στη φονική σας χλαίνη,
κομήτες, μισοφέγγαρα κι αστέρες·
το φθόνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
και πυρπολεί τους άναρχους αιθέρες,
το  χέρι σας στο σχήμα του πολέμου
κι ό,τι σκιρτά στην ιαχή «λαέ μου».

Πλατεία Ομονοίας, κι έχει δύσει
ο ήλιος των ανθρώπων· απ’ τα βύθη
μιας πόλης που κι αυτός θα τη μισήσει
ξεπρόβαλε, εθελοντής στη λήθη,
ο πρόσφυγας του Πόντου, να ρωτήσει
απρόσιτους διαβάτες, Αθηναίους,
ονόματα των δρόμων και του κλέους.

Σε καφενεία Αλβανών κι Αράβων,
σε ξένη θαλπωρή καταποντίζει
μια νοσταλγία μακρινή των κάβων,
μια πρότερη ζωή που δεν αξίζει·
ο ύπνος ο ανέραστος των σκλάβων,
μπροστά σε κάποια πρόστυχην οθόνη,
σαν άγνωστο θεό τον βαλσαμώνει.

Το ξέρω πως ενήμεροι τελείτε
κι ενήμερους μας παίρνετε, πατέρες,
εκεί που αορίστως κατοικείτε,
ψηλά, στους πεισιθάνατους αιθέρες,
μηχανικοί μιας δόξας που αιωρείται·
προσφάτως, με τον άρρωστό μου γύπα,
σας έστειλα τραγούδια που δεν είπα.

Και φάνηκε στον ύπνο μου φερμένος
απ’ το βορρά, συνένοχος στο φως μου,
ο Βιζυηνός, αλλόκοτα ντυμένος,
προσφύγων συμπολίτης και του κόσμου
αντίδικος στη δόξα και το μένος,
μετρώντας, όπως τό ’θελεν ή τύχη,
μια τσακισμένη τέχνη με την πήχη.

Μου φάνηκε, σε μια στιγμή φενάκης,
την ώρα που προσεύχονταν οι κήποι,
πως κατοικούσαν στις σιωπές της Θράκης
συνέταιροι στο θάμβος και τη λύπη,
ο Σολωμός κι ο Κώστας Καρυωτάκης,
κι ανέβαινε στο φως κατακορύφως
σαν σκαλωσιά της τέχνης τους το ύφος.

Μικρύνατε στον κόσμο μας, πατέρες,
σαν πλάσματα νωχελικά μιας νήσου
που πλέει στους απόμακρους αιθέρες
πλησίστια με ναύλο παραδείσου·
στον ύπνο μας λικνίζονται γαλέρες,
που φέρνουν επιστρέφοντας στο μέλλον
μια νόσο από τα μέρη των αγγέλων.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μου
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μου
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μου·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία,

και σκέπασε τις μέρες μου σαν φάσμα
η λύπη σας, πατέρες, κι η  σοφία,
μα κράτησα για μια στιγμή στο χάσμα
του κόσμου που αποσύρθηκε μέ βία
μια δόξα που λαμπάδιασε σαν άσμα:
Θεέ, με δόσεις παίρνε με μαζί σου
στο φως του τεχνητού σου παραδείσου.

Υπό κλίμακα, 1991