.

A Mademoiselle Polymnie K.

Ύστερα από μια πορεία κοπιαστική
αντίκρισα του Κιθαιρώνα το δερβένι:
θέαμα ανείπωτο, εικόνα ονειρική,
ο πιο όμορφος ορίζοντας τον τόπο δένει.

Των πιο αρχαίων ημερών η πόλη,
η Θήβα, μέσ’ στον κάμπο λαμπυρίζει.
Η πλούσια γη της, γόνιμο περβόλι,
χωρίς να εξαντλείται, πρασινίζει.

Ο Παρνασσός, ο Ελικών ελατοφόρος,
η επιβλητική του Σαγματά οξύτης,
μ’ όλη τη χάρι του, μπροστά, το Πτώον όρος
και πίσω μακριά η κορυφή της Οίτης.

Τα Λεύκτρα, οι Πλαταιές μέσ’ στην ευδία,
θυμίζουν αρχαιότητες που υμνούνται,
σκόρπιες σ’ αυτά της δόξης τα πεδία,
που τα παλιά τους κλέη αναγεννιούνται.

Βλέπω από δω ψηλά το αιώνιο γαλάζιο
του ουρανού της Αττικής, το μέγα θάμβος,
όπου απ’ το φως το λαμπερό και το καθάριο
παίρνει μιαν όψη συγκλονιστικήν ο κάμπος.

Εδώ το φως κάπως γλυκά ξανθίζει·
τα περιγράμματα ξεθωριασμένα·
ένας ατμός τα πάντα πλημμυρίζει
κι απ’ την αχλύ είν’ όλα καλυμμένα.

Ω! γοητευτική, πανέμορφη, Βοιωτία,
χώρα με δόξα, μ’ αρετή και με τιμή,
ποιος στην υπεροχή σου δεν θα κάμει μνεία,
στο μόχθο των ανθρώπων σου και στην απαντοχή;!

Απέναντι στην φινετσάτη Αθήνα
λάμπεις εσύ, μέσ’ στην απλότητά σου.
Έλληνες άλλοι έδρεψαν της Τέχνης κρίνα
αλλά πιο έντιμα υπήρξαν τα παιδιά σου.

Η γλυκιά και υγρή σου ατμοσφαίρα,
τις δροσερές γυναίκες σου στολίζει.
Η Τανάγρα! καθώς φωτίζει η μέρα,
η ευφορία της στη γη καρπίζει.

Του Θέσπι η ωραία κόρη, η Φρύνη,
της καλλονής το μέτρο προσδιορίζει,
έτσι που η Αφροδίτη αντίγραφο έχει μείνει
της Φρύνης, στους αιώνες να τη θυμίζει.

Αυλίδα, στη θάλασσά σου, δίχως κύμα,
οι Έλληνες συγκέντρωναν τα πλοία,
κι είδαν εκείνο το αθώο θύμα,
απ’ των θεών να διαφεύγει τη μανία.

Ο Κάδμος πρόσφερε το δώρο τ’ ακριβό
στης ένδοξης μητρόπολής σου τα παλάτια,
σημάδια πού καναν το Λόγο ικανό
για να μπορεί να κουβεντιάζει με τα μάτια.

Εδώ γεννήθηκεν η έννοια του τείχους,
που κλει την ένδοξη την πόλη πέρα ώς πέρα,
κάτω απ’ της λύρας του Αμφίωνα τους ήχους,
που αρμονικοί επλημμυρίζαν τον αέρα.

Της πιο μεγάλης δόξας είσαι η κοιτίδα.
Ο Ηρακλής τέκνο δικό σου και προστάτης.
Των τύμβων σου η σκιά καλύπτει με φροντίδα
την Αντιγόνη και τον κρύφιον έρωτά της.

Στη Θήβα είδε το φώς, τη δοξασμένη,
ο Διόνυσος, θεός του οίνου, της χαράς.
Κρασί! που χει τη δύναμη να ευφραίνει
και να μεθάει τα βάθη της καρδιάς.

Χαιρώνεια με τον στέρεο προμαχώνα
και με τον τύμβο των νεκρών σου νέων,
από την ένδοξη εκατόμβη του αγώνα·
τον ύπνο τους επαγρυπνά ο Λέων.

Απ’ του Επαμεινώνδα τ’ άστρο ο ουρανός σου
κι απ’ του Ισίοδου, φωτίζεται, Βοιωτία·
από τον Πελοπίδα και τον Πίνδαρό σου,
την Κόρρινα, τον Πλούταρχο, την Ιστορία.

Ένδοξη χώρα, η Ιστορία σ’ αγαπάει·
μάχεται κάθε μια καρδιά με την καρδιά σου,
γιατί το φωτοστέφανο ακτινοβολάει
του πόνου, γύρω απ’ τ’ ακριβό διάδημά σου.

enlevadeia.blogspot.com, 2011