ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ, Παραλλαγές σε στίχο του Πετράρχη

17.03.2011

.

. . . και του δευτέρου τα τεχνικότατα έργα
παρεννοημένα δεν χρησίμευαν ειμή ως
τύπος εις ανόητα μιμήματα.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ, Προλεγόμενα

Ι

Όμως φωτιά ποτέ δεν σβήνει η φωτιά,
μα όπως στο κύμα πλέει ξυλάρμενο καράβι,
μες στων στηθών τον μέγα πόθο φως ανάβει
δίχως να πνέει πια γλυκόπνοη νοτιά.

Ή όπως την ώρα που μαυρίζει ο ουρανός
κι έν’ άστρο φέγγει επά στης γης τη σκοτοδίνη,
ξάφνου προβάλλει αναμμένη η σελήνη
κι αναγαλλιάζει η βραδιά από τόσο φως.

Έτσι, συχνά, τη συμφορά ακλουθούν δεινά
κι από κακό σ’ άλλο κακό γοργά πηγαίνει
για κάποιους μα άλλους συνοδεύει ή χαρά

κι από καλό σ’ άλλο καλό τούς ξαναφέρνει,
Α, όσα φαίνονται στον κόσμο αρεστά
για μένα θλίψη και παράπονο τα παίρνει !

.

ΙΙ

Κι όπως φωτιά ποτέ δεν έσβησε φωτιά,
ή σαν σαγίτα που στοχάζεται το κέντρο,
είδα στον ύπνο μου να θάλλει μέγα δέντρο
και να σηκώνει στους ανέμους τα κλαδιά.

Δέντρο μεγάλο, σαν το ξύλο της ζωής,
κι ήταν σαν να έτρεχε στη φλέβα του ποτάμι,
κορμός στητός, από φιλύρα ή σφεντάμι,
κι άνθος δροσάτο στη γαλήνη της αυγής.

Κι έτσι όπως έγερνε στον άνεμο ο κορμός
και με δροσίζανε στο μέτωπο τα φύλλα,
γύρω μου ο τόπος πλημμυρίστηκε από μήλα·

και μόλις άνοιξε η ρίζα του κρουνός,
κι από το νάμα της ελύγισαν τα ξύλα,
βλέπω το μέγα δέντρο, που έγινε Σταυρός !

.

ΙΙΙ

Κι όμως τη φλόγα σβήνει μόνο η φωτιά,
κι ό,τι δεν τόλμησα ποτέ να δω όξυπνά μου,
το που μ’ ετάραζε συχνά στα λογικά μου,
βλέπω να γίνεται αγάπης πεθυμιά!

Κι  όπως  νεράιδες που πιάνουν τον χορό,
ή σαν γατάκι που μπερδεύεται στο τέλι,
είναι η τύχη μου όταν θέλει ή δεν θέλει,
και μες στην έλπιση μου φέρνει το κακό.

Έτσι μου εφάνηκε η καλότυχη θωριά,
δίχως να ξέρει τη φωτιά το αστρικό μου
που ήταν να φέρει ο ορισμός της στο πλευρό μου·

κι είτε σαν χιόνι στη σκληράδα του βοριά,
είτε σαν άγγιγμα βελούδινο της άμμου,
γλυκά ασπάστηκε το φως, κι ήρθε κοντά μου.

το αστρικό μου: το ριζικό μου (βλ. Ανωνύμου, Κυπριακά ερωτικά ποιήματα).

.

ΙV

Κι έτσι τη φλόγα μου θα σβήσει η φωτιά,
το μέγα πυρ που θα δροσίσει τα λαμπρά μου,
και θα μ’ αφήσει με το σκόρπισμα της άμμου
δίχως αγάπη, σε μιαν άλλη ξενιτιά.

Έτσι κι ο άνεμος ο πιο καλός γονιός,
ώρα γλυκειά όταν θα ρθεί να με σκορπίσει,
μ’ ένα του πέρασμα ξοπίσω του θ’ αφήσει
χρόνους ζωής παλιάς, λίγη σταξιά από φως.

Α, πόσο μ’ άρεσε στη νύχτα το σφεντάμι,
το μέγα δέντρο, κι ο ξυλάρμενος κορμός,
και το βαθύ που μέσα εκύλαε ποτάμι !

Κάποια βραδιά να σηκωθεί ψηλά ως και τότε,
όταν στ’ αστρί θ’ αναγαλλιάζει ο ουρανός
και πια κανείς δεν θα ρωτά γιατί και πότε.

Προσωρινή μετάθεση, 2004

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s