.

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

Στην αγκαλιά του κύκλου, 2004

.

A Mademoiselle Polymnie K.

Ύστερα από μια πορεία κοπιαστική
αντίκρισα του Κιθαιρώνα το δερβένι:
θέαμα ανείπωτο, εικόνα ονειρική,
ο πιο όμορφος ορίζοντας τον τόπο δένει.

Των πιο αρχαίων ημερών η πόλη,
η Θήβα, μέσ’ στον κάμπο λαμπυρίζει.
Η πλούσια γη της, γόνιμο περβόλι,
χωρίς να εξαντλείται, πρασινίζει.

Ο Παρνασσός, ο Ελικών ελατοφόρος,
η επιβλητική του Σαγματά οξύτης,
μ’ όλη τη χάρι του, μπροστά, το Πτώον όρος
και πίσω μακριά η κορυφή της Οίτης.

Τα Λεύκτρα, οι Πλαταιές μέσ’ στην ευδία,
θυμίζουν αρχαιότητες που υμνούνται,
σκόρπιες σ’ αυτά της δόξης τα πεδία,
που τα παλιά τους κλέη αναγεννιούνται.

Βλέπω από δω ψηλά το αιώνιο γαλάζιο
του ουρανού της Αττικής, το μέγα θάμβος,
όπου απ’ το φως το λαμπερό και το καθάριο
παίρνει μιαν όψη συγκλονιστικήν ο κάμπος.

Εδώ το φως κάπως γλυκά ξανθίζει·
τα περιγράμματα ξεθωριασμένα·
ένας ατμός τα πάντα πλημμυρίζει
κι απ’ την αχλύ είν’ όλα καλυμμένα.

Ω! γοητευτική, πανέμορφη, Βοιωτία,
χώρα με δόξα, μ’ αρετή και με τιμή,
ποιος στην υπεροχή σου δεν θα κάμει μνεία,
στο μόχθο των ανθρώπων σου και στην απαντοχή;!

Απέναντι στην φινετσάτη Αθήνα
λάμπεις εσύ, μέσ’ στην απλότητά σου.
Έλληνες άλλοι έδρεψαν της Τέχνης κρίνα
αλλά πιο έντιμα υπήρξαν τα παιδιά σου.

Η γλυκιά και υγρή σου ατμοσφαίρα,
τις δροσερές γυναίκες σου στολίζει.
Η Τανάγρα! καθώς φωτίζει η μέρα,
η ευφορία της στη γη καρπίζει.

Του Θέσπι η ωραία κόρη, η Φρύνη,
της καλλονής το μέτρο προσδιορίζει,
έτσι που η Αφροδίτη αντίγραφο έχει μείνει
της Φρύνης, στους αιώνες να τη θυμίζει.

Αυλίδα, στη θάλασσά σου, δίχως κύμα,
οι Έλληνες συγκέντρωναν τα πλοία,
κι είδαν εκείνο το αθώο θύμα,
απ’ των θεών να διαφεύγει τη μανία.

Ο Κάδμος πρόσφερε το δώρο τ’ ακριβό
στης ένδοξης μητρόπολής σου τα παλάτια,
σημάδια πού καναν το Λόγο ικανό
για να μπορεί να κουβεντιάζει με τα μάτια.

Εδώ γεννήθηκεν η έννοια του τείχους,
που κλει την ένδοξη την πόλη πέρα ώς πέρα,
κάτω απ’ της λύρας του Αμφίωνα τους ήχους,
που αρμονικοί επλημμυρίζαν τον αέρα.

Της πιο μεγάλης δόξας είσαι η κοιτίδα.
Ο Ηρακλής τέκνο δικό σου και προστάτης.
Των τύμβων σου η σκιά καλύπτει με φροντίδα
την Αντιγόνη και τον κρύφιον έρωτά της.

Στη Θήβα είδε το φώς, τη δοξασμένη,
ο Διόνυσος, θεός του οίνου, της χαράς.
Κρασί! που χει τη δύναμη να ευφραίνει
και να μεθάει τα βάθη της καρδιάς.

Χαιρώνεια με τον στέρεο προμαχώνα
και με τον τύμβο των νεκρών σου νέων,
από την ένδοξη εκατόμβη του αγώνα·
τον ύπνο τους επαγρυπνά ο Λέων.

Απ’ του Επαμεινώνδα τ’ άστρο ο ουρανός σου
κι απ’ του Ισίοδου, φωτίζεται, Βοιωτία·
από τον Πελοπίδα και τον Πίνδαρό σου,
την Κόρρινα, τον Πλούταρχο, την Ιστορία.

Ένδοξη χώρα, η Ιστορία σ’ αγαπάει·
μάχεται κάθε μια καρδιά με την καρδιά σου,
γιατί το φωτοστέφανο ακτινοβολάει
του πόνου, γύρω απ’ τ’ ακριβό διάδημά σου.

enlevadeia.blogspot.com, 2011

.

Οι ναυαγοί στεριά γυρεύουν
κι οι νυχτωμένοι την αυγή
ποιες φαντασίες σε μαγεύουν
και άλλο δεν πατάς στη γη

Στου ονείρου σου το παραπέτο
μ’ άφησες να παραπατώ
από τα σύννεφα να πέφτω
και τα φιλιά σου να ζητώ

Είναι σκληρό να προσπαθείς
απ’ τη σκιά σου να ξεφύγεις
ήσουνα εδώ προτού να ’ρθεις
θα είσ’ εδώ κι αφού θα φύγεις

Τώρα στου δρόμου το σχολείο
δίνω διαρκώς κόλλα λευκή
ήταν φανταστικό το πλοίο
μα οι ναυαγοί πραγματικοί

Μια μελωδία μεθυσμένη
παίζουν στο δρόμο οι μουσικοί
σαν έχεις πόρτα κλειδωμένη
πώς θες η άνοιξη να μπει

δίσκος : Σ. Μάλαμας, Πέρασμα, 2010

.

1

Ήρθες μονάχος.
Θα φτιάξεις τον κήπο σου.
Μόνος θα φύγεις.

2

Στέκω μπροστά σου.
Τρεμάμενος γίγαντας!
Μαργαρίτα μου.

3

Πέφτουν σαν λόγια
στην πράσινη Έδεσσα.
Οι καταρράκτες.

4

Ο Αλιάκμονας.
Τα δάκρυα των βουνών.
Ευλογία μας.

5

Η Πανσέληνος;
Στο ποτήρι μου λιώνει,
Σαν ασπιρίνη.

6

Μπροστά στο φακό.
Το λουλούδι και τ’ άστρο,
Δε θα πεθάνουν.

7

Σπασμένο κλαδί
αλλά η άνοιξη δες —
το κυρίεψε.

8

Κρυφοί στεναγμοί.
Των αστεριών η λύρα
στ’ άδειο πηγάδι.

9
Το τρένο περνά.
Οι παλιές μου αγάπες-
Σφυρίζουνε αχ!

10

Οι παπαρούνες —
τι άκουσαν άραγε
και κοκκίνισαν.

11

Αχ! χορταράκι
το μπόι σου κάποτε
θα με περάσει

12

Όλος ο κόσμος
δεκαεφτά συλλαβές.
Τραγούδα, μπορείς!

Κεριά θυέλλης, 2005

.

Σκοτεινιασμένες βυσσινιές
πνίγουν το περιβόλι·
τούτες οι μαύρες φυλλωσιές
δεν κρύβουν τριαντάφυλλα
γερμένα από τον κάματο
πάνω σ’ ένα πηγάδι.
Μέσα σ’ εβένινα κλαριά
στάζουν κρυμμένα χείλη
γυναίκας που έβρεξε τα δάχτυλα
στο ματωμένο κάνιστρο
το στόμα της να βάψει
μπρος σε θαμπό καθρέφτη·
και το φεγγάρι βγήκε αργά,
στόλισμα της Σαλώμης.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Αστραφτερό παιχνίδισμα που κρύβει
τα βάθη του υδάτινου θηρίου
είναι από κίτρινο τη μέρα
τη νύχτα είναι από λευκό χρυσάφι
— οφθαλμαπάτη θησαυρού πάνω στο κύμα.

Άνθη του νερού, 1994

.

«Ερείπια στον περίβολο των ανακτόρων φέρουν τα ίχνη του σοβά
που λείος κάλυπτε ολόκληρη την τότε ακέραια πλινθοποιία.
Ζώα της θάλασσας ή ωκέανιες μορφές και άλλα τέρατα βουβά
διακοσμούν τα δάπεδα μέσα σε μια γεωμετρική χρωματουργία

με το βασιλικό από λευκές ψηφίδες μεγάλο έμβλημα στο κέντρο.
Ξεραμένοι καρποί τα λιθάρια που ματώνουνε γόνατα και σαγόνια.
Ολόγυρα πουθενά στον ορίζοντα δεν στέκεται κανένα δέντρο.
Τα σύγχρονα κτίρια είναι πιο πέρα μακριά σταματημένα βαγόνια.

Ο ήλιος καθώς ανατέλλει στέκει ένα κεφάλι ασώματο κομμένο
πάνω απ’ τους απαλούς αμμόλοφους που είναι σα να βασιλεύουν
και τα βουνά είναι τα πεταμένα μέλη από κορμί ξεκολλημένο
στο νερό που καθώς όλο αίμα έρχονται προς την ακτή βαριά
…………………………………………………………………………σαλεύουν».

Ανασκαφή, 1984

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

The sun is not in love with us,
Nor the corrosive sea…

Βράχια πάνω απ’ το πέλαγος· η πετρωμένη οδύνη
φυλακισμένου πλάσματος στο λίθινο εαυτό του·
ξεράθηκε το ανάβρυσμα στο ρίζωμα της πέτρας·
άρμη σαν τέφρα, οίηση θαλασσινής αιθρίας.

Αγάλματα με τον καιρό γίνονται οι αναμνήσεις
οι ακατέργαστες μορφές των θάμνων και των βράχων
μια σιωπή μεσημεριού το πυρωμένο ατσάλι.
Σε τέτοια απύθμενη σιγή ποιοι κατοικούν θαμμένοι

βαθιά μέσα στα σώματα της φλογισμένης πέτρας
πάνω σε ράχη απάνθρωπη σ’ άγριο καλοκαίρι;
Πάθη και πόνοι και λυγμοί κλεισμένοι στο γρανίτη
όπου αναπήδησε νερό, στέγνωσε με τα χρόνια,

και τα πουλιά γυρίζουνε, οι γλάροι τα κοράκια,
πάνω απ’ την άγονη στεριά· προμήνυμα θανάτου.
Βραχότοποι καρτερικοί στο θερινό τους άλγος,
κήποι και κοιμητήρια των σκύλων των προβάτων,

γεμάτοι κόκαλα ζεστά κούφια κιτρινισμένα
γεμάτοι φίδια ευέλικτα στο χώμα με τ’ αγκάθια.
Κι ο άνεμος αλύπητα περνά και μαστιγώνει
ανθεκτικά μορφώματα, ανέκφραστα, υψωμένα

μέσα στο μένος του καιρού στην άγρια αγωνία
του μελτεμιού που απλώνεται κυρίαρχο σαν άγχος
λες κι η ψυχή του αναζητά την ύστερη γαλήνη
σ’ αυτά τ’ απολιθώματα που αμίλητα κοιτάνε.

Μα πότε πέρα θα φανούν ψηλά τείχη δακρύων
(και στους συκιώνες μια οσμή – το γάλα της Ελένης)
μες στην καρδιά του λιοπυριού μια νύξη καταιγίδας:
μνήμη της λύπης που γυρνά και καταργεί τη λήθη

αλλά το σφρίγος του καιρού τη σβήνει· οφθαλμαπάτη.
Ξανά στη στέγνια την τραχιά, μαράζι της αρμύρας,
τα κύματα αδυσώπητα δέρνουν την ερημία
τα φιλντισένια βότσαλα τους ρωμαλέους όγκους.

Μια νύχτα του Ερμαφρόδιτου, 1989

.

Στην Ευδοξία Ελευθερίου

Ο κυνηγός που πιάνει το ελάφι
μονάχα στις μπογιές της ανασαίνει.
Του δίνει αιθέρα, λάβδανο και θειάφι.
Την πινελιά τραβάει την αγιασμένη
να σβήσει τη ζωή που πήγε στράφι
— στην όψη που ευλογεί αγριεμένη.
Κοιλοπονά, μα πώς να ξεγεννήσει
τους δράκους που την έχουνε γεννήσει.

Ταΐζει μ’ άστρα κι αίμα τα σκυλιά της
και γυάλινα τα κρύβει στις βιτρίνες.
Στην τελετή που βάφει τα μαλλιά της
τραβάει απ’ άκρη σ’ άκρη τις κουρτίνες.
Στο στήθος η παλιά δεντρογαλιά της
αόρατη δαγκώνει αιμοσφαιρίνες.
Τι σχέση εγώ, εσύ κι ο Ενδυμίων.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων.

Εργάτες ταπεινοί φορώντας ντρίλι
κι εργάτριες παλιές χρυσές αράχνες
νερό της ερημίας και τριφύλλι —
τα βήματά μου ανάσαιναν στις πάχνες.
Ποτέ στη γη δεν ήταν τέτοιοι φίλοι
σαν μάρμαρο που το στολίζουν δάφνες.
Γιατί δε μας τα λέγαν όσο ζούσαν
εκείνοι που κρυφά μας αγαπούσαν ;

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.
Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,
κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη,
επίφοβες παλιές αδυναμίες,
πασατέμπο, στραγάλια, ασετυλίνη,
υπεύθυνες δηλώσεις. Ατιμίες.
Γονάτισε στο Μαύρο, το δικό της,
κι ευθύς επαύθη το χερουβικό της.

Αφίσα: Παίζουν Μαυρέας-Βερώνη.
Παλτό καφέ καμηλό και λουστρίνι.
Μάλλον καστόρι παπούτσια και ζώνη.
Εγώ με καπέλο. Κρατά φιγουρίνι.
Δε διακρίνω καλά στην οθόνη.
Ο Ταρζάν. Το χαρέμι. Κοκαΐνη.
Από σκοινί, μαχαίρι και τσιγγέλι
αυτοκτονούν στα χέρια της αγγέλοι.

Δεν κλαιν μόνο τα μάτια και τ’ αυτιά μας,
τα δόντια και τα νύχια μας θρηνούνε.
Μα κλαίνε πιο πολύ τα κόκαλά μας
όταν με πόνο αργό συναντηθούνε.
Το δέρμα, oι κλειδώσεις, τα μαλλιά μας
των ουρανίων γλώσσα ομιλούνε.
Μιλούν όπως τα έπιπλα και τρίζουν
γι’ αυτό όταν κλαίνε πάντοτε ραγίζουν.

Ξερνούν οι μεθυσμένοι στα σανίδια
καρφίτσες που μαζεύει ο μαγνήτης
κι ο θάνατος φυσάει ροκανίδια.
Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της.
Σκουλαρίκια, κολιέ και δαχτυλίδια
σ’ ένα πηγάδι ριγμένα μαζί της.
Τ’ άλογά της, τ’ άλογά της στο κρύο.
Στο κρύο, τ’ άλογά της, καφενείο.

Ένα γράμμα. Λεφτά. Κάτι που ανάβει
και σβήνει, το φτερωτό μαύρο φίδι.
Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Γιουγκοσλάβοι
χαλίκια σπάζουν. Εκλογές. Φτιασίδι
ενός κόσμου που — Ζώ σ’ ένα καράβι
και μένει ακίνητο, σάπιο ταξίδι.
Τους πόνους ράβει και πόνους γαζώνει
και τους μοιράζει στον κόσμο για ζώνη.

Βρέχει. Σκυλί. Πλατεία επαρχίας.
Ιώδιο μυρίζει και αιθέρας.
Όλα συμπίπτουν. Σκηνές ναυμαχίας.
Τοπίο ακαθόριστης ημέρας.
Του χρόνου τα παιχνίδια κι ευτυχίας
γλυκό του κουταλιού, παλιός αγέρας
που σβήνει τόσα σπίρτα μες στο βράδυ.
Tο κόκκινο στα χείλη είναι σκοτάδι.

Γυαλί τριμμένο. Παράσταση. Χιόνι.
Σαν να ’τανε γιορτή και καρναβάλι.
Αγόρασα οινόπνευμα. Οι πόνοι
στα δόντια μου κι αξύριστος. Σπατάλη.
Ο Τσέχωφ. To πιοτό μου και τ’ αφιόνι,
τα χρέη της καρδιάς, κακό κεφάλι.
Ντύνομαι Άμλετ. Βάφομαι. Η μπέρτα
σκεπάζει ξίφος και μοτοσυκλέττα.

Διαμάντια στην καρδιά. Την πίεσή της
ο Λόρκα με τ’ αηδόνια του ανεβάζει.
( Αυτόν, πώς τον θυμήθηκα μαζί της; )
Τραγουδά: «Ένας σκύλος που σπαράζει».
Μ’ ενοχλεί που αναβλύζει η ψυχή της
πορφυρές μυρωδιές και διαβάζει
το γυάλινο ψάρι κορμί μου.
Χωρίς γυαλιά πώς να δω την ψυχή μου.

Το βράδυ την ακούω που καρφώνει
το ακουστικό επάνω στο αυτί της.
Τηλεφωνεί ξανά στην Περσεφόνη
ρωτά και ορίζει τη συνάντησή της.
Ληστείες, απεργίες (τόσοι φόνοι)
αδιαφορεί να μάθει το κορμί της.
Τα ψάρια καίγονται. Καίει το τηγάνι.
Θυσία στους αθάνατους τα κάνει.

Κάτι μου λέει. Τραυλίζει. Το στόμα
στραβώνει. Ο γιατρός απατεώνας.
Το ασθενοφόρο αργεί. Bγαίνει βρώμα
κι απ’ τα φτερά της. Χτυπάει κυκλώνας.
Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα
περνάει από το μάτι μιας βελόνας.
Μια μέρα πριν, μου λέει τ’ όνειρό της.
Χαρά ! της λέω. Μαυρίζει το είδωλό της.

Σιρόπια, χάπια, υπόθετα, ενέσεις,
των γιατρών συνταγές, σημειώσεις.
Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις
το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.
Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.
Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.
Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη
να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη.

Το νεκρό καφενείο, 1997

.

. . . και του δευτέρου τα τεχνικότατα έργα
παρεννοημένα δεν χρησίμευαν ειμή ως
τύπος εις ανόητα μιμήματα.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ, Προλεγόμενα

Ι

Όμως φωτιά ποτέ δεν σβήνει η φωτιά,
μα όπως στο κύμα πλέει ξυλάρμενο καράβι,
μες στων στηθών τον μέγα πόθο φως ανάβει
δίχως να πνέει πια γλυκόπνοη νοτιά.

Ή όπως την ώρα που μαυρίζει ο ουρανός
κι έν’ άστρο φέγγει επά στης γης τη σκοτοδίνη,
ξάφνου προβάλλει αναμμένη η σελήνη
κι αναγαλλιάζει η βραδιά από τόσο φως.

Έτσι, συχνά, τη συμφορά ακλουθούν δεινά
κι από κακό σ’ άλλο κακό γοργά πηγαίνει
για κάποιους μα άλλους συνοδεύει ή χαρά

κι από καλό σ’ άλλο καλό τούς ξαναφέρνει,
Α, όσα φαίνονται στον κόσμο αρεστά
για μένα θλίψη και παράπονο τα παίρνει !

.

ΙΙ

Κι όπως φωτιά ποτέ δεν έσβησε φωτιά,
ή σαν σαγίτα που στοχάζεται το κέντρο,
είδα στον ύπνο μου να θάλλει μέγα δέντρο
και να σηκώνει στους ανέμους τα κλαδιά.

Δέντρο μεγάλο, σαν το ξύλο της ζωής,
κι ήταν σαν να έτρεχε στη φλέβα του ποτάμι,
κορμός στητός, από φιλύρα ή σφεντάμι,
κι άνθος δροσάτο στη γαλήνη της αυγής.

Κι έτσι όπως έγερνε στον άνεμο ο κορμός
και με δροσίζανε στο μέτωπο τα φύλλα,
γύρω μου ο τόπος πλημμυρίστηκε από μήλα·

και μόλις άνοιξε η ρίζα του κρουνός,
κι από το νάμα της ελύγισαν τα ξύλα,
βλέπω το μέγα δέντρο, που έγινε Σταυρός !

.

ΙΙΙ

Κι όμως τη φλόγα σβήνει μόνο η φωτιά,
κι ό,τι δεν τόλμησα ποτέ να δω όξυπνά μου,
το που μ’ ετάραζε συχνά στα λογικά μου,
βλέπω να γίνεται αγάπης πεθυμιά!

Κι  όπως  νεράιδες που πιάνουν τον χορό,
ή σαν γατάκι που μπερδεύεται στο τέλι,
είναι η τύχη μου όταν θέλει ή δεν θέλει,
και μες στην έλπιση μου φέρνει το κακό.

Έτσι μου εφάνηκε η καλότυχη θωριά,
δίχως να ξέρει τη φωτιά το αστρικό μου
που ήταν να φέρει ο ορισμός της στο πλευρό μου·

κι είτε σαν χιόνι στη σκληράδα του βοριά,
είτε σαν άγγιγμα βελούδινο της άμμου,
γλυκά ασπάστηκε το φως, κι ήρθε κοντά μου.

το αστρικό μου: το ριζικό μου (βλ. Ανωνύμου, Κυπριακά ερωτικά ποιήματα).

.

ΙV

Κι έτσι τη φλόγα μου θα σβήσει η φωτιά,
το μέγα πυρ που θα δροσίσει τα λαμπρά μου,
και θα μ’ αφήσει με το σκόρπισμα της άμμου
δίχως αγάπη, σε μιαν άλλη ξενιτιά.

Έτσι κι ο άνεμος ο πιο καλός γονιός,
ώρα γλυκειά όταν θα ρθεί να με σκορπίσει,
μ’ ένα του πέρασμα ξοπίσω του θ’ αφήσει
χρόνους ζωής παλιάς, λίγη σταξιά από φως.

Α, πόσο μ’ άρεσε στη νύχτα το σφεντάμι,
το μέγα δέντρο, κι ο ξυλάρμενος κορμός,
και το βαθύ που μέσα εκύλαε ποτάμι !

Κάποια βραδιά να σηκωθεί ψηλά ως και τότε,
όταν στ’ αστρί θ’ αναγαλλιάζει ο ουρανός
και πια κανείς δεν θα ρωτά γιατί και πότε.

Προσωρινή μετάθεση, 2004

.

Ερπετού είχες πάντα για γυναίκας την όψη ;
Με τη γλώσσα διχάλα, το φιλί μου αρπάζεις·
το κορμί σου τροχίζεις στων ματιών μου την κόψη,
στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις.

Με τη γλώσσα διχάλα το φιλί μου αρπάζεις.
Λιποτάκτης ο ήλιος, σε τοπίο θανάτου.
Στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις,
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου.

Λιποτάκτης ο ήλιος σε τοπίο θανάτου
—αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει—
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου
με κατέχει, τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.

Αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει :
πεθυμιά, που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος,
με κατέχει τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος . . .

Πεθυμιά που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος
(ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα).
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος :
σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα.

Ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα.
«Θα ξανάρθω», σου είπα, «μια μέρα του Μάρτη».
Σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα,
τσακισμένη πυξίδα σε ανύπαρκτο χάρτη.

«Θα ξανάρθω», σου είπα μια μέρα του Μάρτη,
«όταν βρω το μαχαίρι που το νήμα θα κόψει».
Τσακισμένη πυξίδα, σε ανύπαρκτο χάρτη . . .
Ερπετού είχες πάντα, για γυναίκας την όψη ;

Πρώτη δημοσίευση

.

Μου φυγε ο στίχος κι είμαι πάλι δίχως άλλον
φίλο που να βαθαίνει τις σχισμές της λύπης,
θρύμματα, φύλλα κάτω, χάδι που εκλείπεις
ξανά. Δεν έχω το κεφάλι που να βάλω.

Στα εισαγωγικά προστατευμένη η ρήση
κείνου που λείπει κι όμως πια δεν τον θυμάμαι
στρέφω εκεί την προσοχή, ακούω και να μαι
δίχως γραφτό, ψυχή, να κλαίω· και το μεθύσι

που δεν με σέβεται αρκετά να με τουμπάρει
προσφέρει κατακόκκινη μια ωραία γλώσσα,
ό,τι ζητώ, μια στάλα σάλιου· αραιώσαν
τα χρώματα, οι φωνές, οι μαύροι ιαγουάροι

της σκέψης μου. Σκεβροί, σκισμένοι παλιοκλώνοι,
κρέμονται οί λέξεις σαν παιδιά κι έχω παγώσει:
«Μην την αφήνεις. Δεν το θέλεις. Aς σε νιώσει
όπως το δάκρυ ένα τέλος φαρμακώνει».

Ό,τι φέρει η βροχή, 2010

.

1

Ξέρω πως κρύβεις
ένα κομμάτι νύχτας
μέσα στην τσέπη.

2

Όταν νυχτώνει
τα μολύβια δε γράφουν,
γίνονται σφαίρες.

3

Πώς την κρέμασες
ανάποδα τη νύχτα
σαν νυχτερίδα.

4

Δράκοι της νύχτας
καταπίνουν αστέρια
και σκόρπιους στίχους.

5

Ξύπνα τον ήλιο,
μαλώσανε τ’ αστέρια
με το φεγγάρι.

6

Αίμα στ’ αγκάθια·
ο πόνος ξεγεννάει
τριαντάφυλλα.

7

Δεν είσαι δάσος,
πευκοβελόνα είσαι
στο μανίκι μου.

8

Τίναξες κλαδιά
έβγαλες και λουλούδια
μπηγμένο ξίφος.

9

Τα ξένα πουλιά
στο ξένο δέντρο τρέμουν
την καταφρόνια.

10

Σκίσε τα ρούχα.
Γυμνοί, με τα φτερά μας
ν’ αναληφθούμε.

Πυγολαμπίδες, 2011

.

Στο φλυτζανάκι βιε παρί τα κατακάθια του καφέ.
Τα νεκρά πλατανόφυλλα στην αποξηραμένη κρήνη.
Το περιστέρι, που σε αυτή νερό ζητά να πιει αλλά δεν πίνει —
κάποια απ’ όσα, φεύγοντας, δημιούργησες εφέ.

Υπάρχουν κι άλλα, όμως. Όπως:

Η σιωπή.
Η επερχομένη κρίση,
που δεν μπορεί κανείς να τη διαλύσει:
Στον ήλιο μαύρη οπή.

Ή, ακόμη:

Ο επερχόμενος χειμών.
Ένας άνευ ουσίας ή ετέρου αποχρώντος λόγου νύκτιος λειμών:

Ο θάνατος.

Πρώτη δημοσίευση

.

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα την πέτρα
Και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: Έλα και μέτρα
Πώς λαξευτήκαμε κι οι δυο με τον καιρό
Στην όχθη σώματα, ξερά, των επιζώντων
Των γυναικών αλαλαγμοί και των γερόντων
Να ξεπλυθώ, να ξεδιψάσω δεν μπορώ

Σκόνη, φωνές, Ιρακινοί κι Αμερικάνοι
Βεβηλωμένη ιστορία. Δεν σου φτάνει
Για να μετρήσεις κατακτήσεις, κατοχή
Περιπολούν οι στρατιώτες τυμβωρύχοι
Μάχες, φαντάσματα κοιτούν από τα τείχη
Με τη ματιά τους την πανάρχαια λοξή

Πάνω στο δέρμα του φιδιού μαύρο σκαθάρι
Ήλιος κανείς ή ουρανός ν’ αποκαθάρει
Αυτό που τείνουμε να λέμε παρελθόν
Και με τα νύχια μου βαθιά την άμμο σκάβω
Και του θανάτου τ’ αναθήματα ξεθάβω
Ψιλά κτερίσματα νεκρών πολιτισμών

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα τον χρόνο
Εκείνον που ζησα κι ακόμα τον στοιχειώνω
Εδώ, στην έρημο, κι εκεί, στα σκοτεινά
Κυλάει βαρύθυμος ο Τίγρης της Βαγδάτης
Σαν τη διάμετρο στον κύκλο της Εκάτης
Υπάρχουν όλα, μα δεν είναι αληθινά

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.

Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου . . .
Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι —σάπιοι— ασήμαντου νόμου)
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι.

Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι —
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι :
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.

Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε,
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.

Και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε
—άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας—
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.

Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’ τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι . . .

Πρώτη δημοσίευση

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982

.

Άραγε νύχτα είναι αυτό που ακούγεται ακόμα
και που ξυπνούν τα παιδικά θηρία της ψυχής;
Η φλεγμονή στα όνειρα κι η μόλυνση στο στόμα
νύχτα σημαίνει άραγε ή πλοίο της γραμμής;

Χρυσάφι κι αίμα της σιωπής αιμορραγούν οι αισθήσεις,
σαν λυσσασμένοι εισαγγελείς δυο σκύλοι μας κοιτούν
κι οι φίλοι ανυπεράσπιστοι που ζουν με παραισθήσεις
δεν ξέρουν πια γιατί πονούν και ποιόν σφιχτά κρατούν.

Το μαύρο γάλα των πουλιών το πίνουν ακροβάτες
κι η δόξα κομματιάζεται με φώτα και σκοινιά.
Σαν την αράχνη στήνουμε παγίδα στους διαβάτες
γι’ αυτό μυρίζουν τα φιλιά φορμόλη του φονιά.

Αναμνήσεις από την όπερα, 1987

.

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με Σένα, κι όπου σταθώ
μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.

Κύριε, δως μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να ’μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ’ το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν’ αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.

Μ. Χατζιδάκις, Αντικατοπτρισμοί, 1993