.

α

Ψυχή δεν έχεις
Άλλο καταφύγιο
Στον κόσμο τούτο

Μονάχ’ αυτούς τους τοίχους
Αυτούς τους πέντε στίχους

β

Πέφτει το βράδι
Λουφάζουν στη μονιά τους
Όλα τ’ αγρίμια

Πάψε κι εσύ ψυχή μου
Τη σελήνη ν’ αλυχτάς

γ

Όσο κι αν τρέχει
Ο λαγός το βόλι τρέχει
Γρηγορότερα

Κανείς λαγός ωστόσο
Δεν το πίστεψε ακόμα

δ

Βόλι που φεύγει
Απ’ το όπλο δίχως στόχο
Τη βολή του χάνει

Αστόχαστα τελειώνει
Στην καρδιά του μηδενός

ε

Ίσια στα μάτια
Το θάνατο κοιτώντας
Τον ημέρεψα

Άτρομα το κεφάλι
Χώνω στα σαγόνια του

στ

Βολίδα ρίχνει
Ο βουτηχτής μετρώντας
Το κουράγιο του

Μαργαριτάρι λάμπει
Στον πυθμένα ο θάνατος

ζ

Θαμπέ καθρέφτη
Στο γυαλί σου φυλακίζεις
Τα είδωλά μας

Μες στα θολά νερά σου
Αμέτρητοι πνιγμένοι

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.
Στα πεύκα που γέρνουν σαν πράσινες φλόγες,
στητές το μπλουζάκι τσιτώνουν οι ρώγες,
χρυσόσκονη η άμμος την κόμη στολίζει,
ο αλλήθωρος πόθος κλεφτά προσεγγίζει,
φυσάει τη φωτιά που δεν κόρωσε ακόμα,
πικρίζει το σάλιο στο ανέγγιχτο στόμα

κι ο ήλιος να δύει, να χάνεται η μέρα,
φωνές να πετούν σαν πουλιά στον αέρα,
να σβήνει το φέγγος σε ρόδινη αφάνεια,
η νύχτα την φύση να ρίχνει σε ορφάνια
κι ο φλοίσβος σαν αίμα στις φλέβες να πάλλει,
σκοτάδι να γδύνει ψυχές κι ακρογιάλι,

που αθέατα χείλη, δειλά, παροτρύνει,
με μάτια που κλείνουν γι’ αυτό που θα γίνει.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006



Στο μυαλό μου είχε κολλήσει
σαν μαστίχα πατημένη,
που όταν έφευγε θλιμμένη
ασυλλόγιστα είχε φτύσει.

Στο άδειο σπίτι όλα σωπαίνουν,
δεν κροτούν ψηλά τακούνια,
στις αράχνες τα ζουζούνια
μόνο ακούς ν’ αργοπεθαίνουν.

Είχαν μείνει μες στο μπάνιο
άρωμα, ίχνη από φκιασίδια
με χαρτιά κι αποχτενίδια
και στα κύπελα βιδάνιο.

Μια καρφίτσα ξεχασμένη
στοίβα οι γόπες στο τασάκι
και της σκέψης το σαράκι
που ήρθε κι έφυγε σαν ξένη.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006

.

.

Με Παλαμά και Λαπαθιώτη
το ένα βράδυ πίσω απ’ τ’ άλλο·
ας έφτανε η νύχτα πρώτη
κι ας σιωπούσε – τίποτ’ άλλο.

Απ’ τα μεσάνυχτα απόψι
φιλώ τα μάτια της καλής μου
π’ αποκοιμιέται – κι έχει όψη
γλυκιά στον πόνο της ψυχής μου.

Ένα σημείο που βυθίζει
εκεί που τότε μεσουράνει!
Κάποιο βαπόρι θα σφυρίζει,
κάποιο θα δένει στο λιμάνι.

Κάτι σαν ποίημα, μεγάλο,
κάτι σαν κόσμος – τίποτ’ άλλο.

Νέα Εστία, τχ. 1723, Μάιος 2000

.

για την Καίτη

1

Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου.

2

Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

3

Το φθινόπωρο
βαθαίνει — κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.

4

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

5

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει τον βράχο.

6

Η τρικυμία
μέχρι πέρα στο Sado
— ο γαλαξίας.

7

Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μέσ’ στη συστάδα.

8

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

9

Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει άνοιξη.

10

Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.

11

Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.

12

Ούτε φεγγάρι,
λουλούδια, ούτε φίλους·
και πίνει σάκε.

13

Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.

14

Μέρες βροχής:
oι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.

15

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

16

Τελειώνει ο χρόνος —
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.

17

Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

α΄

Γιαπωνεζούλα
Γιούκο, ο ήλιος δύει
Πριν ανατείλει.

β΄

Ροδάνθη είναι
Το τίμημα άνομων
Ταπεινών πόθων.

γ΄

Πίστεψες πολύ
Στις γυναίκες· άψητος
Είσαι ακόμα.

δ΄

Το όνειρο που
Έχασες θα βρεις μέσω
Της φαντασίας.

ε΄

Μπρος στη σελήνη
Κίτρινα σύννεφα καιν
Τις αγάπες μας.

στ΄

Θαμπά κρύσταλλα
Μικραίνουν τα πράγματα.
Με κάνουν θεό.

ζ΄

Χαρακίρι λες
Την τέχνη καταστροφής
Του τρελού φόβου;

η΄

Στη λάβα μέσα
Του Φουτζιγιάμα δες την
Αθανασία!

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

α.

Της μοίρας και του κόσμου η καταφρόνια
μ’ αφήνει έρμο και μονάχο να δακρύζω·
ανώφελα προς τις νεφέλες ολολύζω,
με μένα με χωρίζει μια διχόνοια.
Αν ήμουν νέος με σκοπούς, φιλοδοξίες,
πλήθος χαρίσματα και όψιν ευειδή,
άνθρωπος άλλος αν γινόμουν δηλαδή
με φίλους άφθονους, με κύκλο, γνωριμίες . . .
Κι εκεί που φρουδευμένος με σιχαίνομαι,
σε σκέφτομαι, κι ολόιδιος αηδόνι
ωδή προς τα ουράνια υφαίνω με
τέρψη πρωινή κι αφύπνισης ραστώνη :
η αγάπη σου είναι πλούτος από μόνη της,
κι οι θησαυροί οι βασιλικοί τρώνε τη σκόνη της.

.

β.

Όποτε μ’ αδικούν ο κόσμος και η μοίρα,
μονάχος κι έρημος τη μοναξιά μου κλαίω·
το πεπρωμένο καταριέμαι επί ματαίω
κι επικαλούμαι έναν βαρήκοο σωτήρα.
Εύχομαι να ’μοιαζα με ευρυμαθή φωστήρα,
ελπιδοφόρο, ταλαντούχο και ωραίο,
δημοφιλή και περιζήτητο και νέο —
όλα τα θέλησα μα τίποτα δεν πήρα.
Κι εκεί που φρούδευση μεγάλη με συγχίζει,
με πιάνει η σκέψη σου σαν την αμινεπτίνη
και πλέκω στίχους χαρωπούς, σαν καναρίνι
που την αυγούλα χαιρετά και τιτιβίζει.
Τέτοια του έρωτα οι θύμησες είν’ πλούτη,
που τα βασιλικά θα τα’παιζα μπαρμπούτι.

.

γ.

Σα με καταφρονούν η Μοίρα κι οι βλαχάρες,
μόνος τη μοναξιά μου κλαίω, το ’χω χούι·
με οιμωγές, μεμψιμοιρίες και κατάρες
μάτην οχλώ τον ουρανό, που βαριακούει.
Εύχομαι να ’μοιαζα σε νιο ελπιδοφόρο,
να’χα τους φίλους του κι όλα του τα σουσούμια,
ταλέντο κι ευρυμάθεια — δε φέρνουν κόρο
χάρες που δεν τις χαίρομαι, ξερά λουκούμια.
Όμως σχεδόν αυτοπεριφρονούμενος
εσένα σκέφτομαι ευτυχώς, και τα ντουζένια
γυρνούν ξανά σα σπίνος αφυπνούμενος
ωδή που πέμπει στα ουράνια, χρυσαφένια·
γιατί η αγάπη σου είναι τέτοιος θησαυρός
που βασιλιά να παραβγείς, εσύ τον τρως !

(2010)

Πρώτη δημοσίευση

.
Είναι  η  Μούσα  μου  μοιραία
δέσποινα  με  καλσόν.
Στην  πόλη  μας  από  μπετόν
υψώνεται  ακεραία

στου  ήλιου  το  πλάι  να  βρεθεί
στο  θόλο  τον  πριγκηπικό.
Μεταξωτό  φορά  βρακί
και  την  ποθούν  ένα  σωρό

φιλότεχνοι  αχρείοι
έτσι  που  σεργιανάει  με  χάρη.
Τώρα  που  ο  έρωτάς  μας  δύει
στο  κρυφό  της  συρτάρι

βρίσκω  τετράστιχα  γραμμένα
με  τέχνη  ισόθεου  αοιδού
που  έλειπε  πάντοτε   από  μένα.
Μασάει  τα  λόγια  της , «Στο  νου

άλλον  δεν  έχω  παρά  μόνο
εσένα  υμνητή  μου  ατσίδα!»
Αλλού  αυτά , της  λέω. Τη  διώχνω
ως  οπτασία  που  δεν  είδα.

poeticanet.com, 2007

.

Διαβήματα γρύλων, διαλόγους περιστεριών
τα σχόλια της ντάλιας καθώς την προσπερνάς αργά
την ώρα που δύει ο ήλιος μέσα στους ψιθύρους
της άνοιξης, στις ομιλίες ενός θολού θέρους

ασφαλώς τ’ ακούς όλα αυτά τώρα πιο καθαρά,
ίδια πάντα, η συντεταγμένη στην υπερβολή –
σού μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, απόψε
για την δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών

των ανθρώπων, αλλά για εκείνη της πανσέληνου,
ιδίως του Σεπτέμβρη στα κλαδιά της καμφοράς
μπλεγμένη κι απελεύθερη, ακίνητη, άφαντη

ξαφνικά μέσα στην κόμη του χρόνου, ένα παιχνίδι
ομορφιάς, είδωλο κι αλήθεια μαζί, καλειδοσκό
πιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα βλέμμα μου.

Ν, όπως Νοσταλγία, 2008

.

Καπνίζοντας πάλι μιλάς για τον εαυτό σου
……..με ένα χαμόγελο που ξέρει
να περιμένει,  σίγουρη ότι ο αντίπαλός σου
θα κάνει την λάθος κίνηση, θα προφέρει
τη λάθος ατάκα. Μιλάς για τους δικούς σου,
για το παρατεινόμενο της εφηβείας
στα χέρια των άλλων, για τη σπατάλη εκείνη
πειραματισμού, αιτία για τους φιλικούς σου
κι ερωτικούς δεσμούς, για πράξεις αμαρτίας
(χαμένη πια ενοχή), τίποτα ν’ απαλύνει

την αίσθηση κινδύνου. Με μαύρο τονίζεις
……..κάθε κηλίδα κραυγαλέα —
μια τάφρος ειλικρίνειας για να μαγνητίζεις
σε απόσταση και ν’ αναβάλλεις την αυλαία.
Απ’ τα χείλη μου, μια αμφιβολία και μόνο
φτάνει να σε μονώσει. Πίνουμε όμως, κάτι
θετικό. Το αλκοόλ άραγε θα προφθάσει,
παραγωγός γενναιότητας, να βρει στο χρόνο
την ευάλωτή σου στιγμή, ένα κομμάτι
αφύλαχτο, κρυφά να το διαπεράσει;

Το μπαρ είναι σχεδόν γεμάτο. Σαν ελπίδα
……..ζεύγη τσιγάρα αναβοσβήνουν.
Τα ηχεία τρίζουν λέξεις μες στην καταιγίδα
της μουσικής. Τα χέρια της μπαργούμαν δίνουν
συνέχεια. Ο σερβιτόρος ψύχραιμος μαζεύει
ακροβατώντας τα ποτήρια, ενώ τα φώτα
από την κάπνα χαμηλώνουν κορεσμένα.
Το βλέμμα μου γυρνώντας ξανασημαδεύει,
χωρίς απόλαυση, λες και φυλάει τα νώτα,
υπολογιστικό, τα νεύρα τεντωμένα,

το σώμα σου πεδίο και λάφυρο μάχης.
……..Μπορεί να μην καταλαβαίνεις
το αυτονόητο της σιωπής μου. Μπορεί να ’χεις
έρθει με την αφέλεια προετοιμασμένης
για φιλική performance, χωρίς υποψία
για τις προθέσεις μου. Μια σκέψη που με φέρνει
κατηγορούμενο, ανοίγοντας σαν αλάτι
το χρόνιο μίσος μου γι’ αυτή την ανοησία,
το καμπουριασμένο σουλούπι που δεν σέρνει
πίσω του κανέναν, ούτε την αυταπάτη.

Το σώμα σου σιγά-σιγά με πλησιάζει.
……..Ώστε έτσι. Τα λόγια μου βρίσκω
τώρα, να δείξουν ότι μ’ εντυπωσιάζει
το μακιγιάζ πόνου, και να γείρω στο ρίσκο.
Πολιτικός που είναι κύριος του σκοπού του
γλυκά απαντάς το σώμα αποτραβώντας ήδη.
Γρήγορα, δειλός και θρασύς, μπροστά κοιτάζω,
σαν παιδί που, στην άρνηση του παιχνιδιού του
να το ευχαριστήσει, μουτρώνει, παιχνίδι
του παιχνιδιού του, και τα μάτια κατεβάζω.

Πας στην τουαλέτα. Τίποτα δεν μ’ εμποδίζει
……..να σε φαντάζομαι κοντά μου.
Όμως, αν και για μια στιγμή ό,τι  σ’ απαρτίζει,
λόγια, σιωπές, κινήσεις, νιώθονται δικά μου
και νομίζω πως ξέρω τον τρόπο να γίνεις
μια  χορεία γυμνών μελών που σπαρταράνε
παραδομένα στο εκδικητικό σκοτάδι
της δυνατότητας,  δεν θέλω εκεί να μείνεις.
Κάτι στο πλευρό μου — θαμώνες με σκουντάνε,
νυγμός ήττας, αποχαιρετισμός, σημάδι

ότι επιστρέφει η άσβηστη κομψότητά σου.
……..Και ξαφνικά καταλαβαίνω:
συγχωρεί τις αδυναμίες η ομορφιά σου,
αποζητά τις πιέσεις. Το τεντωμένο
σχοινί παρατώντας, όλο μη τυχόν πέσει,
ντύνεται καμικάζι η σκέψη μου, όχι άλλη
αυτοσυγκράτηση. Τώρα μιλάω για μένα,
για τη θλίψη που από νωρίς μ’ έχει καλέσει
σαν προορισμός, για τη μεθοδική κραιπάλη,
άσκηση με στυφή γεύση, χρόνια χαμένα.

Τα μάτια σου με προκαλούν να σταματήσω
……..την κατάδυση κοινού τόπου
στον εαυτό μου και βέβηλα να τολμήσω
να πέσει η πικρή μάσκα του άτρωτου προσώπου,
όπως αρμύρα που κυλάει και πίσω αφήνει
μονάχα ένα λαχάνιασμα, φόβος συνάμα
κι αγαλλίαση κάποιου που το φως κερδίζει.
Μιλώντας δεν θα μοιραστώ ούτε τη σαγήνη
απ’ το θυμό σου. Κάθε λέξη μοιάζει κλάμα
αυτοπεποίθησης, τραύλισμα που τονίζει

τη δύναμη της μουσικής καθώς εισδύει
……..ανάμεσά μας και το σώμα
σαν αγωγός ηλεκτρίζοντας αποκλείει
την υποχώρηση. Νιώθω πως κι άλλοι ακόμα,
μεθυσμένοι, χορεύοντας, αγκαλιασμένοι,
εκστατικό αντηχείο, στο τέρμα του δρόμου
μας σπρώχνουν, λες και το φιλί μας τους αγγίζει.
Απότομα σβήνουν όλα, το μπαρ σωπαίνει,
κόσμος, μουσική, φώτα σβήνουν στο μυαλό μου,
το τζάμι του καθρέφτη μόνο λίγο τρίζει

σαν μηχανή μετά την ανελέητη χρήση.
……..Κάθομαι τώρα στην πλατεία
ενώ εσύ έχεις φύγει (έχεις ήδη αργήσει).
Η δροσιά απλώνει την αχλύ  σαν απορία.
Κουρέλια πλάι μου καπνού στριφογυρνώντας
ανεβοκατεβαίνουν. Η σιωπή κυλάει
συνέχεια. Είσαι πάλι σ’ επαφή μαζί μου.
Πότε-πότε κάποιο αυτοκίνητο γλιστρώντας
στο πρωί, φωτίζει, χωρίς να διαπερνάει,
την άγρυπνή μου σκέψη, την επίθεσή μου.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Αν (όπως βάζει ο Έλληνας στο στόμα του Κρατύλου)
το όνομα είναι αρχέτυπο για κάθε πράγμα,
τα γράμματα που αποτελούν το ρόδο είναι το ρόδο
και στη λέξη Νείλος ρέει το νερό του Νείλου.

Έτσι, από φωνήεντα και σύμφωνα φτιαγμένο,
κάπου θα υπάρχει ένα φοβερό Όνομα που περιέχει
το νόημα του Θεού και η Παντοδυναμία το έχει
μέσα σε συλλαβές και γράμματα κρυμμένο.

Οι γενεές το έχουν σήμερα λησμονήσει.
Μόνο ο Αδάμ και τ’ άστρα το γνωρίζαν
μέσα στον Κήπο. Η οξείδωση της αμαρτίας
(λένε οι καββαλιστές) το έχει πια σβήσει.

Η αθωότητα και τα τεχνάσματα του νου
είναι άπειρα. Και ξέρουμε πως ήρθαν οι αιτίες
και οι καιροί που ο λαός του Θεού
έψαξε το όνομα στις εβραϊκές ολονυχτίες.

Αντίθετα από άλλες μνήμες, που παρεμβάλλουν
θολές σκιές μέσα στης ιστορίας τη θολάδα,
αξέχαστη και ζωντανή είναι ακόμα η μνήμη
του Ιούδα του Λέοντα, ραβίνου στην Πράγα.

Ζητώντας να μάθει ό,τι ξέρει ο Θεός, δηλαδή,
ο Ιούδας αφιερώθηκε στις μεταθέσεις γραμμάτων
και λεπτές, περίπλοκες παραλλαγές ονομάτων
ώσπου πρόφερε Εκείνο, που αποτελεί το Κλειδί,

την Ηχώ, τον Αφέντη και τη Θύρα του Ανακτόρου,
πάνω σ’ ένα ανδρείκελο που με αδέξια είχε φτιάξει
χέρια σκυμμένος, και πάσχιζε να το διδάξει
τα μυστήρια των Γραμμάτων και του Χωροχρόνου.

Το πλάσμα άνοιξε τα νυσταγμένα μάτια
και είδε χρώματα, άγνωστε μορφές μες σε μιά δίνη·
δεν καταλάβαινε και, ξάφνου, του τη δίνει
να δοκιμάσει ανοδικές κινήσεις προς τα σκαλοπάτια.

Με τον καιρό κατάλαβε πως ήταν (καλή ώρα
όπως κι εμείς) αιχμάλωτο σε μιαν ηχητική σαγήνη
γεμάτη από Πριν, Ενώ, Κατόπιν, Χτες ή Τώρα,
Δεξιά, Εγώ, Αριστερά, Εσύ, Άλλοι, Εκείνοι.

(Ο ραβίνος νομίζοντας τον εαυτό το πλάσμα Θείο
ονόμασε το πελώριο κατασκεύασμα Γκόλεμ·
γεγονός που αναφέρεται απ’ τον Σόλεμ
σε κάποιο περισπούδαστο χωρίο.)

Του εξήγησε λεπτομερώς το σύμπαν ο ραβίνος:
«Αυτά είναι τα πόδια μας, μ’ αυτά πατάς τη γη»
κι έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, εκείνο το κτήνος
κουτσά στραβά έμαθε να σκουπίζει τη συναγωγή.

Ίσως κάποιο να έγινε λαθάκι στα ψηφία
ή στου Θείου Ονόματος την προφορά·
γιατί παρόλη την απίστευτη μηχανορραφία
ο μαθητευόμενος άνθρωπος δε μίλησε ούτε μια φορά.

Τα μάτια του –μάλλον σαν σκύλου παρά ανθρώπου
ή, μάλλον, μάτια αντικειμένου, ούτε καν σκύλου–
πιστά ακολουθούσαν τον αφέντη του όπου
κι αν έστριβε στο σύθαμπο του μυστικού του ασύλου.

Κάτι αφύσικο και φρικαλέο είχε το Γκόλεμ
αφού, στο διάβα του, κρυβόταν ώς κι ο γάτος
του ραβίνου. (Τον γάτο δεν τον αναφέρει ο Σόλεμ,
εγώ τον επινόησα προσφάτως.)

Υψώνοντας τα χέρια στο Θεό του, χιλιάδες
μιμήσεις έκανε του Θεού του και χαιρόταν
ή, ηλίθια χαμογελώντας, διπλωνόταν
σε ανατολίτικους εδαφιαίους τεμενάδες.

Τρυφερά, μα και κάπως τρομαγμένος ο ραβίνος
το κοιτούσε και μονολογούσε κρυφά:
«Πώς μπόρεσα να δημιουργήσω τέτοια παρωδία
και δεν καθόμουν άπρακτος, φερόμενος σοφά;

Γιατί στ’ άπειρα σύμβολα να φτιάξω ένα ακόμα;
Γιατί σ’ αυτό το μάταιο κουβάρι των νοημάτων
που αιώνια ξετυλίγεται, ακόμα μια φορά
προσθέτω κι άλλον γύρο, άλλη μία συμφορά;»

Την ώρα που η ψυχή του αναχωρούσε,
είχε το βλέμμα του στο Γκόλεμ του στραμμένο.
Τάχα ο Θεός τί νά ’νιωσε καθώς κοιτούσε,
στην Πράγα τον ραβίνο του κατ’ εικόνα πλασμένο;

Χ.Λ. Μπόρχες, Ποιήματα, μτφρ. Δ. Καλοκύρης, 2006

.

Στον Τάσο Γιανναρά

Όταν χιονίσει είπε το πουλί
Κάθε φτερό μου θα υψωθεί
Ανάλαφρο στα ουράνια

Όταν χιονίσει είπε η αδελφή
Θ’ ανοίξουμε τη θύρα
Στη χλωμή εποχή

Όταν χιονίσει είπε ο άνεμος
Θα φέρω κλωνάρι άστρα
Για τη θλιμμένη μου μνηστή

Όταν χιονίσει είπε η βροχή
Κάθε μου θύμηση θα γίνει
Κι ένας καθρέφτης για την πρώτη πρώτη αυγή

Όταν χιονίσει είπε το λουλούδι
Θα κλείσουμε τα μάτια μας για ν’ ανοιχτούν
Καινούργια μάτια πιο βαθιά μέσα στη γη

Όταν χιονίσει αποκρίθηκε η σιωπή
Θα ψάλουμε στο ερημοκλήσι
Μια λειτουργία μυστική

Όταν χιονίσει αποκριθήκαν οι σταυροί
Από τα δάκρυά μας θ’ ανθίσει
Μι’ αγριοτριανταφυλλιά λευκή

Αλφαβητάριο, 1955

.

Αν πω μια καλημέρα, ώρα που πάνε
τα χαμομήλια την πρωινή τους τσάρκα,
νομίζω πιο πολύ θα μ’ αγαπάνε
οι αγύρτες που χασομερούν στα πάρκα.

Κι αν πείσω τη μαντάμ να υιοθετήσει
για παννυχίδα οργίων το χαβαλέ μου,
θά ’χω φτιάξει κολλάζ μια νεκρή φύση
σε κλίμα αυθεντικού Μεσοπολέμου.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

.

Το νησί είχες αφήσει τον καιρό του πολέμου
λησμονιά προσπαθούσες να βρεις, μα του κάκου
πάντα σ’ έφερνε πίσω το τραγούδι του ανέμου
να μιλήσεις φοβόσουν τώρα σώπα και άκου !
Δες: τα σύννεφα παίρνουν ξανά τη μορφή σου
όσα νόμιζες πια πεθαμένα θυμήσου !

Το μυαλό σου γυρίζει στο σβησμένο καντήλι
και μια κόρη θλιμμένη που κούναε μαντήλι
Τάχα ποιος να προσμένει τώρα πια στο νησί σου ;
Ένας τύμβος μονάχος που κοιμάται η αδερφή σου
και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει,
στα χαλάσματα πάνου το τραγούδι σού λέει . . .

Η πομπή προχωράει με τραγούδια θανάτου
τη Λητώ μη θρηνήσεις που για πάντα εχάθη
μ’ αν ο ήλιος κατέβει στης αρμύρας τα βάθη
στο νησί των ανέμων, όλα πάλι δικά του.
Δε θα στέκουμε άλλο με σκυμμένο κεφάλι
το νησί θα φωτίζεις με τη λάμψη σου πάλι !

Γυάλινες βάρκες, 2010

.

Από το βράδυ ώς που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.

Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη,
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει.
Κι αθανασία πιες λιγάκι
απ’ το Νερό του Πρατικάκη.
Τον Βλαβιανό με παρρησία
κλέψε και πες: κρυπτομνησία!
Γίνε του Τίποτα Αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.

Με τον φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσεως Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα Βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη,
που «αιρετικός» έγινε –αλί–
λέγοντας τον φαλλό καυλί.

Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουνε τόσα άστρα –
ποιήτρια και η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
δόλιε ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε μια έστω ρημαδο-
δάφνη –ό,τι πρέπει για στιφάδο–
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

ή τ ο ι

ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΗΜΙΑΙΜΟΣ ΣΚΥΜΝΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΧΟΝ «ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ»

Ώς πότε θα μας βάζουν, τζιμάνια, στα «ψιλά»,
Κατοσταριές, χιλιάδες, αράδα στην ουρά;
Μ’ ένα μας ποιηματάκι, με κάποια κριτική,
Στην εφημεριδούλα την επαρχιακή;
Ν’ αρπάζουμε πασπάλαις αφ’ όλαις τις μεριαίς,
Να κρύβουνε τα γέλοια με βια στις συντροφιαίς;

Καλλιό ναι μια φυλλάδα, κ’ εμείς μοναδικοί,
Παρά μεσ’ στους αιώνες με τους στερνούς στερνοί.

Τι σ’ ωφελεί κι αν μείνης σε μια παραπομπή;
Στοχάσου πως για τούτο κουράστηκες πολύ!
Ενώ, τζουτζές, παλιάτσος, μπαμπέσης αν σταθής,
Μπορεί να σε προσέξουν και δυο-τρεις αφελείς.
Ξεσκίζεσαι, δουλεύεις την Τέχνη μια ζωή,
Κ’ εκεί που ξέρουμ’ όλοι σε γράφει πάλι αυτή.

( Εδώ σηκώνονται οι Ημίαιμοι ορθοί, και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον Δομοκόν, κάμνουν τον Όρκον. )

Μη στοχασθή κανένας πως ήταν για σκατά
Και ξέπεσ’ εδώ-πέρα να παίζη τον Πασά!
Τιμώ την αφεντιά του κι ορκίζομαι σ’ αυτό:
Σε γνώμην ειδημόνων να μην υποταχθώ!
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός
Για να τους αφανίσω, θε να ναι σταθερός.
Κι αν παραβώ τον όρκον, να πέση μι’ αστραπή
Και να με κατακάψη, σα να χα λογική.

( Τέλος του Όρκου. )

Μπόγιες, τσανακογλείφτες, τσολιάδες, μανιακοί,
Στραγαλατζήδες, πάμε, για μιαν «Αληθινή»
(Τάχατες) «Ιστορία»* να ζώσωμεν σπαθί
Κι ότ’ είμασθε βλαμμένοι παντού να ξακουσθή.
Να βάλωμεν αδέλφια, ξαδέλφια και γονείς,
Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς.

Μάιος 1981

* Ν. Παππά, Αληθινή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1973

koutsourelis.gr, 2008

.

Όσα δεν φτάνουν τα ποιήματά μας, αναλαμβάνουν να τα καθαρί-
­………………..σουνε τα χέρια μας.
Αφού δεν ονειρεύεσαι, άνοιξε το φως στο κομοδίνο.
Νοέμβρης, Νοέμβρης και Νοέμβριος
κι ύστερα δώστου πάλι καλοκαίρι.
Μη σταματάς. Κάνε κουπί
η θάλασσα αντιπαθεί τη νωχέλεια

Μικρή Πρέσπα τώρα :
Ανάμεσα στις αιώνιες καλαμιές
συνεδριάζουν περί του πρακτέου τα βατράχια.
Δεν είναι μια η Λάμια Φίλε. Είναι πολλές οι Λάμιες
Κατέφυγα πανικόβλητος στ’ απέναντι βράχια

Η νύχτα έπεσε στη θάλασσα
θα γίνει αύριο άκουα μαρίνα.
Η Πηνελόπη Δέλτα κράτησε την αναπνοή της και πέθανε
Εμείς θα ξαναϊδωθούμε στην Αθήνα

Τά ποιήματά μας καταφεύγουν στο χαρτί
αφού έχασαν την πτήση.
Το παρακάνουν τώρα με τα διότι και τα διατί :
Δεν θα βρεθεί μια γομολάστιχα να τα  σβήσει ;

(Εγώ θα της πω : Δεν ήσουν ο έρωτας που ζητάω
Δυστυχώς, Ωραία Ελένη μου, δεν σε πάω).

Σημειώσεις, τχ. 42, 1993

.

Πάντα κάτι μένει για να πεις
Κάτι που είναι μόνο για τους άλλους
Να φιλήσεις πόδια ώς τους αστραγάλους
Στους αλήτες να ’σαι συνεπής

Τότε θα ’σαι μες στην αγορά
Ένας σεβαστός αρχιερέας
Σε βιτρίνα θα ’σαι σπάνιος αμφορέας
Δίπλα σ’ αντικείμενα ιερά

Θα γραφτείς για πάντα στα χαρτιά
Με τ’ αποτυπώματα χεριών σου
Στην ασπρόμαυρη φωτό το πρόσωπό σου
Θα ’ναι σαν τοπίο στη φωτιά

Χρόνια όσα έχεις σιχαθεί
Θα τους δίνεις το αίμα της καρδιάς σου
Για να πάρεις τίτλους τα παράσημά σου
Κι η ζωή σου να εξιλεωθεί

Πάντα κάτι μένει για να βρεις
Κάτι ο καθείς θα συμπληρώνει
Θ’ αγοράζει άλλος κι άλλος θα πληρώνει
Τη διαφορά θα εκλιπαρείς

Θα συρθείς. Θα θέλεις να σωθείς.
Το όνομά σου θα ’ναι πια για γέλια
Και θα βλέπεις την καρδιά σου στα τσιγκέλια
Θα παρακαλάς μην τρελαθείς

δίσκος: Πάντα κάτι μένει, 2008

.

Με  κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω  απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα ένα τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες  ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα  τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά.  Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια που δεν ξαποσταίνουν.

Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός  σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και  να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα τον αποικίζει, τον γλεντάει.

Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά  μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού, κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον έπαινο γινόταν,

ή να μην πολεμάει (καμένο το χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του –
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα μεγάλη
το φόρτωμα του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου  το στολίσει.

Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι, όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια οφθαλμαπάτη.

Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια, έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής – μες  στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν  μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το  εξωγήινό τους.

Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι  φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα,  σαν να ’χα
γευτεί πραγματικά το τέλος, τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου. Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην του πει ένα ψέμα,

μην . . . . ;  Ή τη διαβολικά κινημένη βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο να κλέψει; –
Μες στην αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά  πετύχει.

«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως  κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο κερδισμένο.

Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί, φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού απ’ τον ελαιώνα.

Βραδιά στο «Flower», 2001