.

Τα κάλαντα ξεκίνησα να πω
κι η πάχνη τα πλευρά μου κοκαλώνει,
η μάνα το χριστόψωμο ζυμώνει
καθώς τελειώνει το 58.

Διάφανα κρύσταλλα-σπαθιά στα κεραμίδια
τα δάκρυα του χειμώνα παγωμένα,
στα ρείθρα τα νερά κρουσταλλιασμένα
ακίνητα σαν ναρκωμένα φίδια.

Γνωστούς και συγγενείς θα πάρω στη σειρά.
Οι θείοι θα μου δώσουν διφραγκάκια
οι γείτονες δραχμές, πενηνταράκια
που θα τα ρίξω μέσ’ στον κουμπαρά.

Οι πάρα πέρα μπακλαβάδες και τσαπέλες
και χάρτινο δεκάρικο η νονά
κι όταν περάσω από την αγορά
ο μπακάλης θα μου δώσει καραμέλες.

Αργά το μεσημέρι θα επιστρέψω
χαρούμενος και πουντιασμένος
θ’ αχνίζει ο τραχανάς σερβιρισμένος
και με τα σπιρτοκούτια μου θα παίξω.

Θα δω τη Νέα Υόρκη χιονισμένη
στην κάρτα που μας έστειλεν η θεία,
θα ταξιδέψω με τη φαντασία
ως την Αμέρικα που ζει ξενιτεμένη.

Το βράδυ μέσ’ στην ησυχία
θ’ ακούω στις πάχνες το Χριστό
στα ζα μας να μοιράζει το σανό
και σύνταχα θα πάω στην εκκλησία.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ξυπνώ και βρίσκομαι σ’ άλλον αιώνα
πενήντα εννιά χειμώνες με βαραίνουν
και τα Χριστούγεννα σημαίνουν
στης τηλεόρασης τον κυκεώνα.

Όσοι με φίλεψαν σαν ήμουνα παιδάκι
είναι φευγάτοι από καιρό
κι εγώ να ξέρω δεν μπορώ
για πόσο ακόμα θα κρατώ το δοιάκι

του τιμονιού, στη βάρκα αυτής της ζήσης
που πλέει σαν καρυδότσουφλο σπασμένο
στο καθημερινό το κύμα τ’ αφρισμένο,
γιομάτο από τις παιδικές μας αναμνήσεις.

2006 (2010)

.


.

* * *

ΜΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΥΤΟ του Γ.Χ. Θεοχάρη, οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» σας εύχονται Καλές Γιορτές, Αίσιο και Ευτυχές το Νέο Έτος!

Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι για μας καιρός ανάπαυλας. Θα επιστρέψουμε μετά τα Φώτα.

* * *

.

Στον έρωτα οι ξένες σού μιλούν ελληνικά
Και βέβαια σου λεν τα πιο γλυκά
Λόγια της γλώσσας μας που ξέρουν να σου πουν
Όμως στον οργασμό έτσι και φτάσουν
Τα ελληνικά τους ψάχνουν, προσπαθούν
Μα δεν μπορούν τη γλώσσα μας να βρουν
Μα δεν μπορούν τα λόγια της να πιάσουν
Γιατί το σώμα είναι τότε που μιλά
Κι από τον πρώτο κόσμο τους βαθιά
Η μητρική τους γλώσσα ξεπηδά
Σχεδόν μιλάει της φυλής τους το τοτέμ
Όταν παράφορα κραυγάζουν ή σου λεν
Βραχνά, λιπόθυμα, γλυκά και τρυφερά
Ντάρλιγκ! Αμόρε μίο! Ιχ λίμπε ντιχ! Ομπίτσιαμ τε! Ζε τ’ εμ!

Έρως ανίκατε μάχαν, 2004

.

Τηv πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι ο λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ’ τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρωμούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια κι η ανεργία.

Εντευκτήριο, τχ. 61, 2003

.

Από τον ύπνο του έδυσε τ’ αστέρι,
και τ’ όνειρό του έχει αμετάκλητα κριθεί.
Α! Δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί
κανείς σ’ αυτά τα μέρη.

Κατά βάθος ασφαλώς το ξέρει:
Το κόμμα κρέμεται από μια κλωστή.
Η ψήφος του όμως έμεινε πιστή
κι αυτή η ψήφος θα το φέρει

αύριο και πάλι τιμημένο στη Βουλή.
Η πάλη για το μέλλον, φίλε, είναι επιστήμη
κι αν είναι εμπόδιο η μνήμη, κάνουμε και δίχως μνήμη.

Βάλε το λοιπόν μακρύ μανίκι, κρύψε την ουλή
και πάψε το τροπάρι με την εξορία.
Απόψε πρόταση μομφής: Προβλέπεται ολονυχτία. . .

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

 

ρεμπέτικο της Κούβας, 1968

Σαν αληθινό κρασί
σαν τραγούδι ψέμα
ρεματιά στον ουρανό
στο σκοτάδι αηδόνια

σαν αληθινό κρασί
σαν ζωγραφισμένο δάκρυ
τα μάτια σου τα χείλη σου
τώρα του κόσμου η άκρη

όνειρο στο λευκό χαρτί
έρχεσαι κι όμως φεύγεις
ρίμα γυμνή στην αγορά
αγάπη αγάπη αγάπη

σαν αληθινό χαρτί
σάν τραγούδι ψέμα
— χαμηλώνει η ζωγραφιά
χιόνισε στό αίμα.

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

υποτροπή, 1993

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
λέγε με ψέμα της αυγής
το ψέμα που ψαχνες να βρεις
κι ήρθε η κόψη του να σ’ έβρει

Κι ήταν η κόψη ενός ονείρου
από τα χρόνια τα παλιά
που οι κήποι ανάβανε πουλιά
κι η ποίηση μνήμες παπύρων

Γιατί όσα φύγαν δεν εφύγαν
κι όπου γυρίσεις θα με βρεις
— λέγε με ψέμα της αυγής
και θα σε πω χλωρή πατρίδα

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
κι άσ’ το κερί μας να καεί
— όσο το ψέμα μας ανθεί
λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993



.

Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

.

Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβώνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
–ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ’ αγρύπνια–
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα ειν’ ένα τίποτα. Το βράδυ είν’ «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ’ το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ’ τη ζωή».

Γλυκά θ’ ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσσόα θ’ αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.

Θ. Παπακωνσταντίνου, Αγρύπνια, 2002

.

Μάγκες ό,τι προλάβαμε
ό,τι ήπιαμε ό,τι φάγαμε
το μήνυμα το λάβαμε
γραπτά προφορικά

Το τόνισε η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

Είναι πικρό σαν κώνειο
ρε μάγκα το μνημόνιο
και σαν τρελό δαιμόνιο
μας τρώει τα σωθικά

Κι όπως είπε κι η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

karabouzouklides.blogspot.com, 10.11.2010

.

Θέλω να στρίβω πέτουγιες σε καφτερή μολφέτα
Νάχω τζερτζέρια στο σκαφτί, μολούκες στην ταράτσα
Να μου μιλούν προσπέρηδες, τουμάχοι και βαλπόνες
Κι απάνω στην πρασάβουλα, να πέφτουν τα πετρέλια

Δεν μου μεινε στριλαμπισμός, δεν έχω ωραντέλες
Που ολημερίς δελφολογούν κουμπλάκια και στινάρες
Αποσαμός, κουρουπητός, αψέντης, βλακιαβέλος
Χουνάρω το δελβίκι μου και πρέγω ταις μοκάραις

Αχ, φταις εσύ, βλερούμπαλη, μιτσέτα, καρφανιόλα
Φταίγει και το διπλέτο σου, που μπίρει και νοδάρει
Μα φταίω κι εγώ που λάστισα σε ξοδερή χαλκίνα
Καθώς απροτελάβηκε ο κούκουρας τη διόμα. . .

petefris.blogspot.com, 7.1.2010 (2006)

 

.

Πατρίδα έχω τα βουνά, τις λίμνες και τ’ αγκάθια,
τα βοσκοτόπια τα χλοερά κι όλα τα κατακάθια.

*

Πατρίδα μου η Πάρνηθα που κάρβουνο έχει γίνει,
πατρίδα μου ο ανεύθυνος που δεν σηκώνει ευθύνη.

*

Πατρίδα μου είναι οι θάλασσες κι όλα τα ξερονήσια
που επιτελούνται τουρισμός και ξέφρενα γαμήσια.

*

Πατρίδα μου είναι ο Εφραίμ, οι βίλες και οι πισίνες.
Η Κλυταιμνήστρα που έγινε φόνισσα στις Μυκήνες.

*

Πατρίδα μου είναι οι υπουργοί, η Ζήμενς κι ο Τσουκάτος,
της Βιστωνίδας το νερό, οι όχθες και ο πάτος.

*

Πατρίδα μου το Ψυχικό, που όποιος το περπατήσει
θα νιώσει πως ανήκουμε αληθινά στη Δύση.

*

Πατρίδα μου η Αχαρνών και η πλάζα Κουμουνδούρου.
Κάθε γωνιά κι ένας καημός και το άρωμα του. . . ούρου.

*

Πατρίδα μου τα Ζωνιανά κι ο κουμπουροκουμπάρος
που στάζει από λεβεντιά και τον φοβάται ο Χάρος.

*

Πατρίδα μου το μακιγιάζ των πάντων κι όπως λάχει,
και ο Λεωνίδας στα στενά που έπεσε στη μάχη.

*

Πατρίδα μου η Ολυμπιακή που με φτερά σπασμένα
την παν για παρθενορραφή να πουληθεί. . . παρθένα.

*

Πατρίδα μου οι λιπαρές κοιλάρες των Ελλήνων,
τα τέσσερα επί τέσσερα και η δόξα των κρετίνων.

*

Πατρίδα μου τα διόδια και η κόκα που ρουφάμε.
Θρησκεία, πάστρα, πουτανιά: ωραία δεν περνάμε;

*

Πατρίδα μου έχω τη σιωπή και το δωμάτιό μου,
τον θρήνο της γειτόνισσας μες στον φωταγωγό μου.

*

Πατρίδα έχω μια στιγμή του ξύπνιου και του ονείρου
και ψάχνω στο τηλέφωνο τα εγγόνια του Ομήρου.

Ελευθεροτυπία, 11.10.2008

.

Να ’βρεχε μακαρονάδες
Και να χιόνιζε σαρμάδες
Και να φύσαγε ροκφόρ
Ίσαμε εννιά μποφόρ

Να ’σταζαν τα κεραμίδια
Φασολάδες με κρεμμύδια
Και να έμπαζε ο αέρας
Απ’ την πόρτα λίγο κρέας

Μια πατάτα μια ντομάτα
Μια χωριάτικη σαλάτα
Να ’στελνε ο Θεός ντολμάδες
Πίττα φίσκα στους κιμάδες

Κι όπως έστειλε το μάννα
Να ’στελνε μια κουραμάνα
Μάνα μάνα μάνα μου
Χίλιες προσευχές θα πω
Και για λίγο καπαμά
Όλα τα πατερημά

Πώς το λεν το Άγιο Πνεύμα
Λίγο μουσακά για γεύμα
Και ο Άγιος Νικόλας
Ένα τέταρτο μπριζόλας

Κά’να στήθος κά’να μπούτι
Κά’να ζωντανό γιαούρτι
Να ’στελνε η Αγιά Τριάδα
Τις γυναίκες δωδεκάδα

Μια ντουζίνα στη κουζίνα
Κι άλλη μια για κρεβατάδα
Κι οι αγγέλοι αγιασμένο
Τον πατσά ψιλοκομμένο

Στ. Κραουνάκης/Γ. Κακουλίδης, Τα τραγούδια του Καραγκιόζη, 1996

.

Δ η μ ώ δ ε ς

Ποιος είδε πλούσιον σεβνταλή, ποι0ς κρεπερί με ουζάκια
ποιος είδε σε δεξίωση τζέπωμα πανακότας
να δει και τον υπάλληλο να κόβγουν τα μιστά του!

Κατηγορούνε τον λουφέ, γκουβέρνα επιτιμούνε
και παραβλέπουν νομικούς, Οργανισμούς που στήνουν
παράλογους, παράταιρους, τίγκα στους νοματαίους.

Τώρα θε νά ρθει ρέμπελο και γεμιτζήδων φάραις
να βάζουν τα πετρέλαια στα μαύρα χαλκοπούλια
και νά χουν τσιγαρόβηχα εννιάχρονα γυφτσέλια.

Αντί να δίνουν φιπϊά, θα δίνουν για λαθραία
ντονακαράν και λάμπερτζακ, τα ντόκστεπς στα καλάθια
πίσω από τους Γκανέζηδες, με τσάντες των Κινέζων.

Κοντραμπατζήδες ήμασθεν ότε οι θρασείς ναπαίοι
κωλετικοί τραμπάκουλες και ο Μαυρογορδάτος
φέρανε δάνειο σαν τσιβί και σαν ξεδοντιασμένο.

Πάλι θε να ορμήσωμεν σε λαθρεμπόρου μοίρα
ευτύς να δυστυχήσωσι τελώναι τμηματάρχαι
και της Αβρούπας μπιστικοί, θα χάφτωσιν τας μύγας.

Στο τέλος θα μπατάρωμεν και θα μπατιρευθώμεν
εύμορφα πάντως κλέπτοντες αντίδωρον γερόντων
καθότι ακμήν του Δουνουτού, ο μπατακτσής προσμένει.

petefris.blogspot.com, 30.4.2010

.

ΣΑΝΣΟΝ(έτο)

Στα πράγματα της Μούσας μπήκε ο Άρης
Όταν ο Ελύτης ήταν πια ογδοντάρης
Και φύλαγαν των στίχων δερβενάκια
Ξεφτίλες του εβδομήντα και μειράκια.

Κι ευθύς κάνει, με επένδυση μεγάλη
Σε Λάγιο, Κοροπούλη και Καψάλη,
Του λεύτερου του στίχου την κηδεία
Τη μύτη του βαστώντας μ’ αηδία.

Αμ δε! Του λάκκου πέρσευε ο κοπρίτης!
Μ’ όλον που σμπρώχναν όλοι σαν τα βόδια
(Ήτον λίγο μακρύς ο «μακαρίτης»).

Και, φυσικά, τους έστειλαν ισόβια
Ριμάδας ποίησης να σκάβουν το Μαντούδι
Μια-δυο χοντρές κωλιές του Γαργαντούδη.

* Το κώλον· (γραμμ.) τμήμα περιόδου που τελειώνει σε άνω τελεία || (μετρ.) μέρος στρ0φής· τμήμα στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες || κ.λπ. (Τα λεξικά)

Αντί, τχ. 529, 6.8.1993

.

Δίπλα στη θάλασσα θα μείνω για ν’ ανοίξω
έναν ορίζοντα στο βάθος της ψυχής
και μια φωτιά μέσα στο στήθος μου θα κλείσω
για να χω ένα σημάδι επιστροφής
σε μιαν Ιθάκη που θα πρέπει να γυρίσω
μ’ ένα ταξίδι μιας ολόκληρης ζωής.

Τρομάζω την οργή του Ποσειδώνα
φοβάμαι των ανέμων το θυμό
κρυώνω μοναχός μες στο χειμώνα
μα σ’ αγαπώ κι έχω από κάπου να πιαστώ.

Ένα σεντόνι να κεντήσεις να το στρώσεις
όταν γυρίσω να ξαπλώσουμε μαζί
μ’ ένα σου βλέμμα ό,τι πέρασα να νιώσεις
να ημερέψει η αγριάδα στην ψυχή
κι αν κοιμηθώ την αγκαλιά σου να μου δώσεις —
μη με ρωτάς δεν έχουν τέλος ούτε αρχή.

Μ. Θεοδωράκης-Κ. Καρτελιάς, Οδύσσεια, 2007

..

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά. . .
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις. . .
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τή ζωή. . . Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’  αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

Εν γη αλμυρά, 1996