.

Στον Λαυρέντη

Ζούμε σε μια τρέλα      και το ξέρω
Κι ό,τι δε μπορούσα να υποφέρω
Έγινε η φυγή μου τώρα η μόνη
Άρπα λαιμητόμος και τιμόνι

Κι είναι κείνη που άνοιξε τη θέα
Μια γυναίκα επίπλαστη      μια ιδέα
Κάποτε υποκρίτρια και στο χάδι
Μέσα στο νερό και στο σκοτάδι

Στο γαλάζιο θήραμά σου χύμα
Κι άσε τα βυζάκια σου στο κύμα
Στο εφηβαίο χρυσάφι στάλα-στάλα
Φλοίσβο στων μηρών σου τη διχάλα

Βγες στους φωταγωγημένους δρόμους
Έπειτα και σάρωσε τους νόμους
Με τις σκανταλιές του φραγκοράφτη
Παίξε βάνοντας φωτιά όπου ανάφτει

Τ’ αλκοόλ σε λούζει ανταύγειες      πάρ’ τες
Στο σεντόνι σου με τρεις αντάρτες
Λύσου να σε οργώσουν πέρα ώς πέρα
Τρυφερή φευγάτη περιστέρα!

Μέτρα γενναιόδωρη ερωμένη
Από κάθε σου νυχτιά τι μένει
Φτάνει για να σώσεις την ψυχή σου
Και τρακόσιους-δώδεκα μαζί σου.

Τετράμηνα, τχ. 50, Άνοιξη 1993